Αυτονομία
 

Μητροπολιτικά Συμβούλια Αυτόνομων

 

Μητροπολιτικά Συμβούλια Αυτόνομων

 

Εκδήλωση, 28/06/2010

Το νέο πανοπτικό:
νέες τεχνολογίες και επιτήρηση

 

EIΣAΓΩΓH

H καταγωγή της επιτήρησης όπως την ξέρουμε σήμερα, βρίσκεται πάνω από δύο αιώνες πριν. Στην εποχή που η ανερχόμενη αστική τάξη διαμόρφωνε και επέβαλε τις ιδέες της για τον κόσμο και ανάμεσα στα άλλα για την τιμωρία και τον έλεγχο. Ήταν τότε που ένας γνήσιος εκπρόσωπός της, ο Τζέρεμυ Μπένθαμ, συνέλαβε μία αρχιτεκτονική, αλλά βαθιά πολιτική, ιδέα: το Πανοπτικόν.
Το Πανοπτικόν ήταν κατ’αρχήν μία αρχιτεκτονική μορφή που συμπύκνωνε τις τότε ιδέες για το διαχωρισμό, το σωφρονισμό και τον έλεγχο των μη φυσιολογικών και απείθαρχων κάθε είδους. Πρόκειται για “... ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα· στο κέντρο, ένας πύργος· ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό του δακτυλίου· το περιφερικό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος· τα κελιά έχουν δυο παράθυρα - το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σ’ ένα απ’ τα παράθυρα του πύργου· το άλλο δίνει προς τα έξω, και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα”.
Το φαινομενικά απλό αυτό σύστημα διασφάλιζε ότι όχι μόνο οι κρατούμενοι μπορούν να είναι ορατοί όλοι μαζί και ο καθένας χώρια,  αλλά κι ότι δεν μπορούν να δουν αν κάποιος βρίσκεται στον κεντρικό πύργο: “Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας τρελός, ένας άρρωστος, ένας κατάδικος, ένας εργάτης, ή ένας μαθητής: με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας. Το κάθε κλουβί είναι κι ένα μικρό θέατρο, όπου ο ηθοποιός είναι μόνος, τέλεια εξατομικευμένος και μόνιμα ορατός. Το πανοπτικό σύστημα δημιουργεί μονάδες χώρων που επιτρέπουν την αδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση”.

Η έμπνευση του Μπένθαμ ήταν έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική για την εποχή της. Αξιοποιώντας τις εμπειρίες από νοσοκομεία, άσυλα, στρατόπεδα ή εργοστάσια της εποχής, σηματοδότησε το πέρασμα στους μηχανισμούς πειθάρχησης. Μέχρι τότε, αυτό που περίμενε τους μη φυσιολογικούς ήταν ο αποκλεισμός, είτε με τη μορφή του μαζικού εγκλεισμού, είτε με τη μορφή της εξορίας. Με το Πανοπτικόν οι κρατούμενοι διαχωρίζονται και έρχονται στο φως. Ήδη το γεγονός ότι δεν μπορούν να είναι όλοι μαζί είναι από μόνο του σημαντικό: Εμποδίζει τις όποιες συλλογικές αντιστάσεις, ακόμα και την απλή επικοινωνία. Από την άλλη μεριά οι φύλακες μπορούν να είναι πολύ λιγότεροι, αφού ένας μόνο φύλακας μπορεί να ελέγχει πολλά διαφορετικά κελιά.
Το πιο σημαντικό είναι όμως ότι οι κρατούμενοι βγαίνουν από το σκοτάδι, για να είναι ορατοί. Αυτό είναι το στοιχείο που επιβιώνει μέχρι σήμερα και είναι σχετικό με την επιτήρηση σε κάθε της μορφή: οι επιτηρούμενοι, οι κρατούμενοι στην περίπτωση της φυλακής, και τελικά κάθε είδους επιτηρούμενοι, δεν πρέπει ποτέ να ξέρουν αν πράγματι τους κατασκοπεύουν αλλά πρέπει να είναι βέβαιοι ότι αυτό μπορεί να γίνεται ανά πάσα στιγμή. Στο Πανοπτικόν αυτό γινόταν δυνατό χάρη στην “αντιφεγγιά” που εμπόδιζε τους έγκλειστους να δουν αν υπάρχει κάποιος στον κεντρικό πύργο. Μ’ αυτόν τον τρόπο τα αποτελέσματα της επιτήρησης μονιμοποιούνται, αν και η ίδια μπορεί να ασκείται με ασυνέχειες. Τελικά περνάει σε δεύτερη μοίρα το ποιος, πότε και πως επιτηρεί: η εξουσία αυτοματοποιείται και αποατομικοποιείται.

Το Πανοπτικόν ήταν ένα είδος φυλακής, αλλά όχι μόνο. Ήταν κι ένα γενικό πρότυπο λειτουργίας της εξουσίας γι’αυτό και από την αρχή, αιώνες πριν γίνει κοινοτυπία, αξιοποιήθηκε με παραλλαγές σε διάφορους τομείς: στην πειθάρχηση της εργασίας, στην περίθαλψη των αρρώστων και στην εκπαίδευση. Ο ίδιος ο Μπένθαμ έλεγε ότι ο πανοπτισμός “έχει την ικανότητα να αναμορφώνει την ηθική, να διαφυλάττει την υγεία, να αναζωογονεί τη βιομηχανία, να διαδίδει τη μάθηση, να μετριάζει τις δημόσιες δαπάνες, να σταθεροποιεί την οικονομία – κι όλα αυτά χάρη σε μία απλή αρχιτεκτονική ιδέα”.
Πράγματι, ακόμα κι αν οι κατασκευές αυτού του είδους δεν κυριάρχησαν, ο εφευρέτης δικαιώθηκε. Τα βασικά χαρακτηριστικά παρέμειναν και παραμένουν τα ίδια, ανεξάρτητα με την αρχιτεκτονική παραλλαγή: ο ανεξέλεγκτος (από τον επιτηρούμενο) χαρακτήρας και η αδιάλειπτη λειτουργία. Η σημασία του να είναι διαρκώς ορατή η “μηχανή” της επιτήρησης αλλά από την άλλη μεριά αόρατος ο “αυτουργός” της. Ο περιορισμός αυτών που ασκούν την εξουσία, ταυτόχρονα με τον πολλαπλασιασμό αυτών στους οποίους μπορεί να ασκηθεί. Τέλος, ο προληπτικός αλλά και “θετικός”, παραγωγικός χαρακτήρας.
Tο Πανοπτικόν του Mπένθαμ αποτελεί λοιπόν ένα ιστορικό πρότυπο· θυμίζει όμως και μια αναλογία. Tους τρόπους που οι κοσμικές εξουσίες προσπάθησαν να μεταμορφώσουν για λογαριασμό τους έναν άλλο “πανοπτισμό”, εκείνον του “θεού”. O θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών “τα - βλέπει - όλα”· γι’ αυτόν δεν υπάρχει μυστικό ποτέ και πουθενά· οι πάντες, πιστοί και άπιστοι, είναι “διαφανείς” στο σύνολο της ζωής τους· και (αυτό είναι επίσης σημαντικό) δεν είναι υποχρεωμένος να “αποδεικνύει” κάθε φορά, κάθε στιγμή, το πανταχού παρόν διεισδυτικό του βλέμμα· αρκεί οι κοινοί θνητοί, και οπωσδήποτε οι πιστοί, να πιστεύουν πως είναι επιτηρούμενοι.

H υπενθύμιση της (προγενέστερης ιστορικά) “θρησκευτικής επιτήρησης”, η οποία άλλωστε δεν εξαφανίστηκε στον αστικό, καπιταλιστικό κόσμο, είναι χρήσιμη από πολλές απόψεις. Aλλά εδώ την κάνουμε για να τονίσουμε αυτό: οι μορφές της κοσμικής επιτήρησης που προέρχονται από κάποιου είδους “κεντρική εξουσία” δεν ήταν οι μοναδικές τους 2 τελευταίους αιώνες. Στη βάση των κοινωνιών, στην καθημερινή ζωή, υπήρχαν κι άλλες μορφές, πιο διάχυτες, πιο ευέλικτες, λιγότερο “θεαματικές” απ’ τις επίσημες, αλλά συχνά περισσότερο αποτελεσματικές. H οικογένεια, το διευρυμένο σόι, η κοινότητα, η γειτονιά, οι σχέσεις συγγένειας, με τα κάθε φορά δικά τους “κέντρα εξουσίας”, έχουν αποτελέσει ιστορικά ένα (άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο πυκνό) πλέγμα επιτηρήσεων (αλλά και δραπετεύσεων απ’ τον έλεγχο). Άντρες επιτηρούν γυναίκες; Mεγάλοι επιτηρούν μικρούς; Περίεργοι και αδιάκριτοι γείτονες ή/και συγγενείς επιτηρούν οποιονδήποτε; Όλα αυτά έχουν την δική τους μεγάλη ιστορία. Kαι δικαιούμαστε να μιλάμε για μια δεύτερη επιτήρηση, ένα πλήθος “μικρο-επιτηρήσεων”, που εξελίσσονται στους από κάτω και μεταξύ τους, άλλοτε σε συγχρονισμό με την “μεγα-επιτήρηση” των απο πάνω, άλλοτε σε ασύμβατη τροχιά, και μερικές φορές σε αντίθεση μ’ αυτήν.
Aυτό που έχει σημασία για την ανάλυση που κάνουμε στο σύγχρονο πανοπτικό είναι το εξής: αυτή η “αλληλοεπιτήρηση” των απο κάτω είχε γενικά την δική της μορφολογία και μεθοδολογία, ανεξάρτητα απ’ την επιτήρηση - απ’ - τα - πάνω, εκτός εάν υπήρχε ένας ισχυρός ιδεολογικός παράγοντας που συνέδεε όλα τα επίπεδα εξουσιών. Tέτοιος ισχυρός ιδεολογικός παράγοντας που ρύθμιζε με σχεδόν ενιαίο τρόπο το μενού του ελέγχου σε όλα τα επίπεδα έχει υπάρξει η θρησκεία. Θα δούμε στη συνέχεια ότι ξαναβρίσκουμε στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες έναν τέτοιο ισχυρό ιδεολογικό (αλλά και τεχνικό πλέον) παράγοντα, που διατρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις το ρεπερτόριο των επιτηρήσεων· κι αυτός είναι η τεχνολογία και ο τεχνοφετιχισμός.

 

H ΣYΓKYPIA

Ξεκινάμε την ιστορική αναδρομή στο σήμερα απ’ τα μέσα χοντρικά του 20ου αιώνα.
Αυτό που χαρακτηρίζει την μετά τον πόλεμο εποχή είναι η εδραίωση μιας νέας συλλογικής ηθικής. Eδραιώνονται δηλαδή νέες συλλογικές ταυτότητες (και φυσικά νέοι αποκλεισμοί), που σχετίζονται με την “ειρηνική ζωή”, την κανονικότητα τόσο των καθημερινών σχέσεων όσο και των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη και τους υπηκόους, σύμφωνα με τις ανάγκες του νέου καπιταλιστικού παραδείγματος (οργάνωσης) που έχει δοκιμαστεί, εξελιχθεί και καθιερωθεί μέσα από δύο παγκόσμιους πολέμους. Πάνω σε αυτή τη συλλογική ηθική θα εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή, και οπωσδήποτε η ομαλή και απρόσκοπτη απόσπαση της υπεραξίας. Μέσα στις νέες αυτές συνθήκες ο κοινωνικός έλεγχός τροποποιείται και αυτός με τη σειρά του. Στην τυπική (από τα πάνω) εκδοχή του, αποκτά σταδιακά ένα όλο και περισσότερο προνοιακό χαρακτήρα. Οι παρεκκλίσεις εξηγούνται ως προϊόντα κοινωνικών συνθηκών που μπορούν να αφομοιωθούν με μια κοινωνική - προνοιακή διαχείριση. 
Στην άτυπη εκδοχή του, στην εκδοχή δηλαδή που αφορά τον αλληλοέλεγχο των υπηκόων, ο κοινωνικός έλεγχος θα βασιστεί και πάλι στις παλιές, παραδοσιακές μορφές. Eίτε στις αγροτικές κοινωνίες είτε στις κοινωνίες των πόλεων, ζητούμενο σ’ αυτήν την “αλληλοεπιτήρηση των απο κάτω” είναι σταθερά η δημιουργία (και η επιβεβαίωση) του “σωστού ανθρώπου”. Πρόκειται πάντα για την ηθική συγκρότηση των ατόμων μέσα στην αποδεκτή (και λίγο πολύ παραδοσιακά επιβεβαιωμένη) κλίμακα αξιών. Aυτή η “αλληλοεπιτήρηση” αυτονομιμοποιείται λοιπόν στη βάση της δημιουργίας των σωστών χαρακτήρων· γι’ αυτό έχει το περιθώριο να χαλαρώσει, ή ακόμα και να εξαφανιστεί, όταν γίνει βέβαιο ότι ο “σωστός χαρακτήρας” δημιουργήθηκε, και έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του. Aπό εκεί και μετά η επιτήρηση αντικαθίσταται απ’ την εμπιστοσύνη. Για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι κάποιος είναι καλός χριστιανός και οικογενειάρχης ήταν αρκετή για να προβλεφθούν και οι επιμέρους συμπεριφορές του, οι οποίες σε κάποιο βαθμό ήταν περιττό να εποπτευθούν.
Eνόσω λοιπόν (βρισκόμαστε πάντα τις πρώτες δεκαετίες των μέσων του 20ου αιώνα) η αλληλοεπιτήρηση των απο κάτω μένει μάλλον στάσιμη σε μορφές, περιεχόμενα και σχέσεις, η απ’ τα πάνω επιτήρηση, ο έλεγχος για λογαριασμό των κεντρικών εξουσιών, συγκροτεί και εξελίσσει νέους θεσμούς, τους θεσμούς της μαζικής κοινωνίας και του κράτους πρόνοιας. Η φυλακή βρίσκεται να χρησιμεύει ως αναλογικό πρότυπο. Τα εργοστάσιο την εποχή του φορντισμού είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Συγκέντρωση, καταμερισμός στο χώρο, οργάνωση του χρόνου, συγκρότηση μέσα στο χώρο – χρόνο μιας παραγωγικής δύναμης, της οποίας το συνολικό αποτέλεσμα θα πρέπει να υπερτερεί του αθροίσματος των επιμέρους δυνάμεων. Ανάλογα όμως συγκροτούνται και οι άλλοι θεσμοί: το σχολείο, ο στρατός, το νοσοκομείο και φυσικά η φυλακή.
Από τη δεκαετία του ‘60 και μετά θα ξεκινήσει μια έκρηξη των ετεροτήτων που συλλογικοποιούνταν ενάντια στην καπιταλιστική συνθήκη. Οι αρνήσεις αυτές των ετεροτήτων εκδηλώθηκαν σε όλο το μήκος και το πλάτος του κοινωνικού εργοστασίου (εργασία, ελεύθερος χρόνος κτλ). Επρόκειτο για μία ευθεία προσβολή και παραβίαση τόσο του τυπικού (από τα πάνω) κοινωνικού ελέγχου, αφού αμφισβητείται η ουδετερότητα και η κοινωνικότητα του κράτους, όσο και του άτυπου (από τα κάτω) κοινωνικού ελέγχου, αφού δέχεται επίθεση η συλλογική ηθική και τα κάθε είδους “καθώς πρέπει” που μέχρι τότε ήταν κοινής αποδοχής. Οι χώροι και οι χρόνοι της κοινωνικής κίνησης διευρύνονται και επαναπροσδιορίζονται από τον πλούτο της κοινωνικής - προλεταριακής άρνησης. Οι σχέσεις και οι συμπεριφορές που προκύπτουν από αυτές, γίνονται πιο σύνθετες και σε κάθε περίπτωση ξεχειλίζουν από τις στενές φόρμες της παλιάς εποχής και μένουν σε κάποιο βαθμό αδέσποτες. Το σύστημα ελέγχου αποδεικνύεται ανεπαρκές. Και καταρρέει.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 την πρωτοβουλία παίρνουν και πάλι τα αφεντικά. Απέναντι στην έκρηξη των ετεροτήτων η κυρίαρχη τάξη σταματά να αντιτάσσει την παλιά συλλογική της ηθική. Αντίθετα, η ετερότητα νομιμοποιείται. Από την άλλη προσπαθεί συστηματικά να καταστρέψει το συλλογικό υπόβαθρο αυτών των ετεροτήτων. Οι “επιθυμίες” των ετεροτήτων γίνονται έτσι δυνατές μόνο μέσα από την εμπορευματική διαδικασία. Παράλληλα, μια σειρά αλλαγών συμβαίνουν από την παραγωγή (ρομποτοποίηση - τριτογενοποίηση) έως το κράτος και τη μορφή του (υποχώρηση του κράτους πρόνοιας - κράτος ασφάλειας). Η φτώχεια γίνεται αντικείμενο αστυνομικής - δικαστικής διαχείρισης, εν τέλει ποινικοποιείται…  Πρόκειται για την πολιτική διαχείριση που ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός.

Η κυρίαρχη τάξη σώθηκε - καταστρέφοντας ωστόσο τις παλιές μορφές συλλογικότητας, καθεστωτικής ή αντικαθεστωτικής. Είχε διαλύσει το αυτόνομο προλεταριάτο, είχε όμως διαλύσει και τους παραδοσιακούς του συμμάχους, τη μεγάλη μάζα των μικροαστών του απαρχαιωμένου πια “πατρίς θρησκεία οικογένεια”.
Η ενσωμάτωση του πλούτου, της δημιουργικότητας και της συνθετότητας της προλεταριακής - κοινωνικής άρνησης, δημιούργησε έναν αγνώριστο μέχρι τότε κόσμο. Το εμπόρευμα έγινε απείρως πιο πλουραλιστικό και οι σχέσεις που λαχάνιαζαν πίσω από αυτό έγιναν επίσης περισσότερο πλουραλιστικές και σύνθετες. Οι υπήκοοι, υπακούοντας στις επιταγές των επιθυμιών τους, στις επιταγές των πολλαπλών εκδοχών του εμπορεύματος, έγιναν εκ των πραγμάτων πολύ πιο κινητικοί. Το νόημα της ζωής δεν υπαγόταν κάτω από αρχές ζωής αλλά περιόριστηκε στην άνευ όρων και αναστολών (απέναντι σε νόμους και ηθική) ικανοποίηση επιθυμιών. Οι σταθερές κοινωνικές ταυτότητες αντικαταστάθηκαν από τις ad hoc αναγκαίες συμπεριφορές προκειμένου να ικανοποιηθεί η πάντα μεσολαβημένη από το εμπόρευμα επιθυμία. Η ιδιοκτησία, η απόκτηση και διαφύλαξή της, αναγορευόμενες στο κυρίαρχο μοντέλο της εποχής, έθέσαν στο κέντρο της μία νέα συνθήκη: την ανασφάλεια. Ο νέος κόσμος είναι ένας κόσμος γεμάτος άτομα που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

 

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗΣ

Η νέα κοινωνική συνθήκη θέτει στο σύστημα την ανάγκη ενός νέου μοντέλου επιτήρησης και πειθάρχησης. Το νέο αυτό σύστημα δε μπορεί να είναι εστιασμένο σε μια στατική παρατήρηση και καταγραφή με βάση έναν γενικά στατικό χαρακτήρα ή μια ορισμένη ηθική - αξιακή συγκρότηση, αλλά πρέπει να στοχεύει στο ευρύτατο φάσμα των ποικίλων, διαφορετικών και συχνά αντιφατικών εκφραζόμενων συμπεριφορών, σκέψεων και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, είτε αυτά εκφράζονται ατομικά από  τους υπηκόους είτε είναι αποτέλεσμα  των αναμεταξύ τους αλληλεπιδράσεων Συνεπώς, θα πρέπει να είναι διαρκής, γενικευμένη και διάχυτη στις ποικίλες πλευρές της κοινωνικής ζωής, να απαντά στο αίτημα για κοινωνική ασφάλεια και ταυτόχρονα να είναι διακριτική ώστε να συγκεντρώνει πάνω της όσο λιγότερες αντιδράσεις είναι δυνατόν.
Ακόμα παραπέρα, οι μορφές της οφείλουν να είναι τέτοιες ώστε να εμφανίζονται ως χρήσιμα και απαραίτητα εργαλεία στη ζωή των υπηκόοων. Στόχος της σύγχρονης επιτήρησης είναι η πλήρης χαρτογράφηση των εκδηλώσεων της κοινωνικής ζωής και εν τέλει η υπαγόρευση και οργάνωση των κανονικοτήτων της. Αντικείμενό της δεν είναι ο παραβάτης αλλά το σύνολο του πληθυσμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μέγιστο του στόχου της πραγματώνεται όταν οι επιτηρούμενοι συνεργάζονται στην επιτήρησή τους, αυτοπειθαρχούν και αυτοϋπευθυνοποιούνται πάνω σε ένα επιθυμητό και αναγκαίο για το σύστημα μοντέλο κανονικοτήτων,  και είναι πρόθυμοι να αλληλοεπιτηρηθούν είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι. Μιλάμε για έναν συμβατό με την εποχή του κοινωνικό έλεγχο.

Με βάση τα όσα είπαμε παραπάνω, διακρίνουμε στη σύγχρονη επιτήρηση δύο μορφές: τη συμμετοχική και την από τα πάνω επιτήρηση.
Αντιλαμβανόμαστε τη συμμετοχική επιτήρηση ως όλους εκείνους τους τρόπους και μορφές μέσω των οποίων ο επιτηρούμενος εκθέτει εθελοντικά τα στοιχεία, τις συνήθειες, τις σκέψεις τις δικές του και των άλλων, με αποτέλεσμα να γίνεται ο ίδιος φορέας επιτήρησης και αλληλοεπιτήρησης. Πώς αλλιώς, αν όχι ως εθελοντικό φακέλωμα θα μπορούσε, για παράδειγμα, να γίνει αντιληπτό το απλόχερο “μοίρασμα” σε ιντερνετικές φόρμες, πιστωτικές κάρτες, προφίλ, καταλόγων προσωπικών στοιχείων, στιγμών, φωτογραφιών, βίντεο; Δεν ισχυριζόμαστε ότι η επιθυμία για γνώση του ενός από τον άλλο και η έκθεση εαυτών εμπεριέχει απαραίτητα την πρόθεση ελέγχου μεταξύ των ατόμων. Δεν παύει όμως να είναι μια εθελοντική προσφορά προς όποιον επιθυμεί να καταγράψει, ελέγξει, αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία. Εξάλλου, η εκπαίδευση στην έκθεση είναι το πλέον πρόσφορο έδαφος για την απρόσκοπτη δουλειά της από τα πάνω επιτήρησης. Ποιός θα αντιδρούσε στο πλήρες φακέλωμά του όταν ο ίδιος εκούσια εκθέτει καθημερινά κάθε πτυχή της ζωής του;
Μιλήσαμε για την αξιοποίηση προσωπικών δεδομένων από τους σύγχρονους επιτηρητές με σκοπό τη διαμόρφωση ενός διαρκώς ανανεούμενου φακέλου συμπεριφορών. Δεν είναι όμως λιγότερο ανησυχητική η εμπορική αξιοποίηση αυτών των στοιχείων από εταιρίες στατιστικών ή υπηρεσίες προτεινόμενων προϊόντων με βάση τα καταναλωτικά προφίλ. Και είναι σ΄αυτό ακριβώς το σημείο που η συμμετοχική επιτήρηση πετυχαίνει ένα διπλό σκοπό. Αφενός βγάζει λεφτά από την συλλογή εθελοντικά αποσπασμένων δεδομένων και από την άλλη, εμφανιζόμενη ως εργαλείο εξυπηρέτησης των καταναλωτών προσανατολίζει τις καταναλωτικές τους συνήθειες. 
Έχουμε υποστηρίξει ότι ένα από τα καίρια για τα αφεντικά ζητήματα είναι η χάραξη κανονικοτήτων μέσα στο κοινωνικό σώμα. Ο παλιός κοινωνικός έλεγχος, που αφορούσε στον αξιακό κώδικα των μικροκοινοτήτων ή του συνόλου της κοινωνίας, ήταν λειτουργικός ως προς την υπαγόρευση κανονικοτήτων  όχι μόνο επειδή η απόκλιση από τις προβλεπόμενες συμπεριφορές θα επέφερε αποκλεισμό, αλλά επειδή τα άτομα διδάσκονταν, κανονικοποιούνταν πάνω σε συγκεκριμένα πρότυπα. Στη σύγχρονη κοινωνία, ζητούμενο δεν είναι πλέον ο καλός οικογενειάρχης ή ο καλός χριστιανός, αλλά το άτομο ως καταναλωτής εμπορευμάτων, σχέσεων, συμβόλων, εικόνων. Οι κανονικότητες αυτές υπαγορεύονται και ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχική επιτήρηση και τις μορφές της.

Με τον όρο “από τα πάνω” αναφερόμαστε στις μορφές εκείνες της επιτήρησης όπου ο επιτηρούμενος δε συμμετέχει άμεσα σε αυτή (παρόλο που όπως υποστηρίξαμε παραπάνω η εκπαίδευση στην εθελοντική έκθεση εαυτών είναι κρίσιμος παράγοντας συναίνεσης σε αυτήν).
Ο στόχος της δεν είναι να καταστείλει παραβατικές συμπεριφορές αλλά, διακηρύσσοντας την ύπαρξή της, να επιτύχει την εσωτερίκευση κανόνων. Κοινώς να “διδάξει” στους επιτηρούμενους να είναι “κόσμιοι”, να γυμνάσει τις συνειδήσεις στο καθεστώς του διαρκώς επιτηρούμενου και να οδηγήσει στον αυτοέλεγχο και την αυτοπειθαρχία. Για μία ακόμα φορά τα στοιχεία που συλλέγονται “πυκνώνουν” το χάρτη των συμπεριφορών των υπηκόων. Η μορφή αυτή της επιτήρησης συχνά συναντά το κοινωνικό αίτημα για ασφάλεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κάμερες, των οποίων η ιδεολογία που τις συνοδεύει κάνει λόγο για προστασία της περιουσίας, αποφυγή εγκλημάτων κλπ.
Συνοψίζοντας: Η σύγχρονη επιτήρηση, μ’ όλα τα είδη και τις μορφές της, έχει στόχο να παρέμβει στις κοινωνικές σχέσεις, να τις ελέγξει και να οργανώσει αδιαπραγμάτευτα (άσχετα με το πώς εμφανίζεται) τις κανονικότητές τους. Είναι ο στόχος αυτός που καθιστά επίκαιρη μια σύγχρονη μορφή του πανοπτικού ελέγχου. Ακολουθώντας την αρχική μορφή του πανοπτικού, προσαρμόζοντάς το στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις και εκδηλώσεις και κουβαλώντας την ιδεολογία  του “είναι για το καλό ή τη βολή μας”, το σύγχρονο πανοπτικό εγκολπώνει μορφές επιτήρησης που διατρέχουν οριζόντια και κάθετα το κοινωνικό σώμα.

Όπως έχει γίνει μέχρι τώρα σαφές, η επιτήρηση είναι μια κοινωνική διαδικασία που βρίσκεται σε άμεση σχέση με το συνολικότερο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών, και (στην ανάλυσή μας) του καπιταλισμού. Η συμμετοχική επιτήρηση υπό την έννοια του κοινωνικού ελέγχου, στην οποία έχουμε αναφερθεί, δεν είναι ασφαλώς κάτι καινούργιο. Η εισαγωγή όμως της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή γενικά και στη διαμόρφωση τρόπων ελέγχου ειδικά δεν αφήνει ανεπηρέαστο το κομμάτι της που μοιάζει να συνδέεται και να κινητοποιείται σε μεγάλο βαθμό από τα κάτω. Στα επόμενα θα προσπαθήσουμε να δούμε κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους γίνεται αυτό.
Σε μια εποχή που τα αφεντικά είναι προσανατολισμένα στην αποικιοποίηση των ανεκμετάλλευτων ακόμα κοινωνικών σχέσεων, βρίσκουν αξιόπιστο σύμμαχο στις νέες τεχνολογίες, και εδώ δεν αναφερόμαστε μόνο στην καθαυτή παραγωγή των νέων εμπορευμάτων υπηρεσιών. Αναφερόμαστε στις τεχνικές εκτίμησης των τάσεων του καταναλωτικού κοινού και πρόβλεψης της απορρόφησης των εμπορευμάτων τους, στις μεθόδους ολοένα πιο γρήγορης ανταλλαγής των ερωταποκρίσεων για την υποδοχή των παρεχόμενων υπηρεσιών και τις πιθανές κατευθύνσεις που μπορούν να πάρουν αυτές για όσο το δυνατόν πιο εξασφαλισμένη εμπορική επιτυχία. Όλες αυτές οι μέθοδοι και οι τεχνικές σηματοδοτούν τη δημιουργία ενός πλαισίου τροφοδότησης των αφεντικών με γνώση των χρήσιμων - καπιταλιστικά αξιοποιήσιμων συνηθειών, τάσεων, επιθυμιών του καταναλωτικού κοινού. Κι όσο πιο άμεσα έρχονται οι απαντήσεις από τα κάτω προς το κάθε ενδιαφερόμενο αφεντικό, τόσο πιο αξιόπιστες θα θεωρούνται αυτές, δε θα επιβάλλεται δηλαδή σε κανέναν να απαντά αλλά θα ενθαρρύνεται η δική του πρωτοβουλία να μαρτυρά (πχ. τα διάφορα ερωτηματολόγια, οι έρευνες κλπ.). Έτσι, το προηγούμενο συγκεντρωτικό μοντέλο άντλησης κοινωνικής γνώσης και ρύθμισης των κοινωνικών συμπεριφορών σύμφωνα με το γενικό κι οργανωμένο τρόπο της μεγαμηχανής βγαίνει από το πλάνο: το νέο πλαίσιο άντλησης αυτής της γνώσης οφείλει να συντίθεται διασκορπισμένα και μοριακά στον κοινωνικό χάρτη με βάση τις ανάγκες γνώσης του κάθε ξεχωριστού αφεντικού. Δε θα περιλαμβάνει αξιώσεις για γενικούς τρόπους ρύθμισης της συμπεριφοράς αλλά θα αρκείται σε έναν πληθωρισμό αποσπασματικών μικρορυθμίσεων. Κι αν υπάρχουν σχετικοί κανόνες, αυτοί δε θα έχουν δεοντολογική - ηθική βάση (δε θα λένε δηλαδή πώς πρέπει να σκέφτονται οι υπήκοοι για να πράττουν έννομα) αλλά λειτουργική (θα ορίζουν δηλαδή με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται ένα επιθυμητό αποτέλεσμα). Δε μιλάμε δηλαδή παρά για τη δημιουργία ενός πλαισίου επιτήρησης, το οποίο όμως ακριβώς επειδή έχει τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν είναι συγκεντρωτικό ούτε επιτακτικό, δε γίνεται αρχικά αντιληπτό σαν τέτοιο.

Aπό πολλές απόψεις, η “κεντρική ιδέα” αυτής της επιτήρησης θυμίζει τις μεθοδεύσεις του Ταίηλορ που οδήγησαν στην αναδιοργάνωση της βιομηχανικής παραγωγής στις αρχές του 20ού αιώνα. Tί έκανε ο Tαίηλορ; Προκειμένου να παραδώσει τον έλεγχο της τέχνης των μαστόρων στ’ αφεντικά μελέτησε, ανέλυσε, χρονομέτρησε τις κινήσεις τους, “σπάζοντάς” τες σε όσο το δυνατόν μικρότερα “στοιχεία”. Ύστερα ξανασύνθεσε αυτές τις “στοιχειώδεις κινήσεις” και τις αλληλουχίες τους και πέρασε άλλες μεν σε κατάλληλα σχεδιασμένες μηχανές, και τις υπόλοιπες στους ανειδίκευτους εργάτες / υπηρέτες αυτών των μηχανών. Xωρίς υπερβολή μπορούμε να πούμε ότι ο Tαίηλορ έκανε την πρώτη “ψηφιοποίηση” κινήσεων και ενεργειών, με σκοπό τον έλεγχο και την επιτήρηση των απείθαρχων τεχνιτών. Δεκαετίες μετά τον Tαίηλορ τα αφεντικά σαν τάξη άρχισαν να μελετούν τις κοινωνικές συμπεριφορές και σχέσεις στο σύνολό τους, με ανάλογο τρόπο και με σκοπό τον έλεγχο, αν και έναν πολύ πιο “παραγωγικό” έλεγχο πλέον· προσπάθησαν να τις αναλύσουν σε “στοιχειώδη συστατικά μέρη”, για να θέσουν αυτά τα “στοιχεία” της κοινωνικής ζωής υπό διαρκή καπιταλιστική αξιοποίηση· άρα και επιτήρηση. Έτσι, για παράδειγμα, ένα συγκεκριμένο λογισμικό ή μια συσκευή επικοινωνίας περιλαμβάνει στις λειτουργίες του κι ένα κομμάτι επιτήρησης, ακόμα κι όταν η χρήση του δεν προϊδεάζει καν για κάτι τέτοιο.
Αυτή η σχέση επιτήρησης που συνδέεται με την τεχνολογία δε θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αν δε συμπορευόταν με μια αλλαγή στη φιλοσοφία της επιτήρησης, αυτήν που έχουμε ήδη περιγράψει σαν μετακίνηση της εστίασης από το άτομο ως αντικείμενο επιτήρησης, στην εξωτερική συμπεριφορά ή καλύτερα, στο γεγονός. Έτσι, κάτω από το φακό τής νέας επιτήρησης βρίσκονται τελικά γεγονότα που παράγονται από αλληλουχίες συμπεριφορών κι όχι οι ατομικές συμπεριφορές καθαυτές: οι τελευταίες είναι απλώς στάδια που καταλήγουν στα πρώτα. Το παράδειγμα των αντικλεπτικών συστημάτων που μπαίνουν στις εισόδους καταστημάτων, βιβλιοθηκών κλπ. είναι χαρακτηριστικό: το ηχητικό σήμα που καταδεικνύει τον "επίδοξο κλέφτη", μπορεί να ενεργοποιηθεί - κι έτσι να "πέσει η μπάρα" της επιτήρησης - και επειδή ακόμα ο υπάλληλος δεν αφαίρεσε την ειδική σήμανση άρα όχι μόνο επειδή κάποιος δεν πλήρωσε. Δε βρίσκονται δηλαδή ούτε οι προθέσεις, ούτε καν οι πράξεις του ατόμου στο στόχαστρο της νέας επιτήρησης. Το άτομο δεν έρχεται στο πλάνο παρά μόνο εκ των υστέρων. Και θα εντοπιστεί με την αντίστροφη πορεία: αφού πέσει η "μπάρα", θα γίνει αναδρομή στη στάδιο της αλληλουχίας - συμπεριφορά που ενεργοποίησε την κίνησή της και θα καταλογιστούν οι συνέπειες.

Ας προχωρήσουμε όμως σε ένα παράδειγμα που δείχνει πιο καθαρά με ποιον τρόπο συμμετέχουν οι "από κάτω" σ' αυτού του είδους την επιτήρηση: έναν σύγχρονο μηχανισμό αντιμετώπισης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων (στο εξής ΣΜΝ) και του AIDS. Αυτός περιλαμβάνει τρία μέρη, το γιατρό, το μικροβιολογικό εργαστήριο και την αρμόδια τοπική (κρατική - δημοτική) υπηρεσία υγείας. Ο μηχανισμός είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε σε περίπτωση που βρεθεί κάποιος θετικός σε ΣΜΝ/AIDS να ενημερώνονται οι σεξουαλικοί του σύντροφοι του παρελθόντος ώστε να προσέρχονται κι αυτοί για εξετάσεις και να ελέγχεται η μετάδοση της ασθένειας. Κάτι που εξασφαλίζεται με τον εξής τρόπο: ο γιατρός στέλνει το δείγμα του εξεταζόμενου στο μικροβιολογικό εργαστήριο κι αυτό με τη σειρά του, αν τα αποτελέσματα είναι θετικά, τα ανακοινώνει όχι μόνο στο γιατρό αλλά και στην υπηρεσία υγείας. Η ανάμιξη της υπηρεσίας υγείας δε γνωστοποιείται στον ασθενή. Στη συνέχεια η συνήθης-ομαλή διαδικασία (δηλαδή η ομαλή αλληλουχία γεγονότων/συμπεριφορών) πάει ως εξής: ο γιατρός λέει τα αποτελέσματα στον ασθενή και ξεκινάει τη θεραπεία. Παράλληλα του ζητάει να επικοινωνήσει με τους σεξουαλικούς του συντρόφους και να τους ενημερώσει για την κατάσταση ώστε να προσέλθουν κι αυτοί για εξέταση. Η διαδικασία όμως μπορεί να στραβώσει σε κάποιο σημείο (μη ομαλή αλληλουχία): ο γιατρός μπορεί να ξεχάσει να συμπληρώσει μια φόρμα αναφοράς της υπηρεσίας, να μη μπορεί να βρει τον ασθενή για να τον ενημερώσει για τα αποτελέσματα, ο ενήμερος ασθενής να μην ειδοποιεί τους σεξουαλικούς του συντρόφους ή να μην προσέρχεται για θεραπεία. Στην ομαλή αλληλουχία γεγονότων ο ασθενής δε θα μάθει ποτέ για την ανάμιξη της υπηρεσίας υγείας. Το ίδιο ισχύει και για την πρώτη "στραβή" περίπτωση (φόρμα αναφοράς), καθώς το ζήτημα θα επιλυθεί στο εσωτερικό του μηχανισμού (μεταξύ γιατρού-υπηρεσίας). Στις άλλες περιπτώσεις μη ομαλής αλληλουχίας ο ασθενής θα λάβει γνώση του μηχανισμού επιτήρησης, καθώς αν δε μπορεί να τον εντοπίσει ο γιατρός, θα κινηθεί από την υπηρεσία υγείας διαδικασία εντοπισμού του, αν δεν ενημερώνει τους παρτενέρ του θα του το ζητήσει με το δικό της κύρος η υπηρεσία, κι αν πάλι δε γίνει, ή δεν προσέρχεται ο ασθενής για θεραπεία, το πράγμα θα ξεφύγει παραπέρα αφού μπορεί να του επιβληθούν πρόστιμα και ποινές. Αυτές είναι δηλαδή οι περιπτώσεις που η μπάρα της επιτήρησης πέφτει και αποκαλύπτεται ο μηχανισμός της, όχι όμως στο σύνολό του αλλά κάθε φορά αναλόγως της αναγκαίας διορθωτικής επέμβασης. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η εκδοχή σπάνια ενεργοποιείται καθώς οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται σαν χρέος τους προς τη δημόσια υγεία την κατά γράμμα τήρηση των όρων της εξέτασης και θεραπείας και μεταξύ αυτών και το “δόσιμο” των σεξουαλικών τους συντρόφων. Κι αυτοί οι τελευταίοι μπαίνουν με τη σειρά τους στην ίδια διαδικασία με τους πρώτους ώστε ένα πυκνό δίκτυο συνεχώς πολλαπλασιαζόμενων σχέσεων να γεμίζει τους φακέλους της αρμόδιας υπηρεσίας υγείας, το οποίο δίκτυο καταγράφει από μόνο του και με δική του πρωτοβουλία τον εαυτό του.
Το ίδιο πλαίσιο, η διακύβευση της δημόσιας υγείας, μας φέρνει στο νου και πιο κοντινά και σύγχρονα παραδείγματα, όπως οι "πανδημίες" γρίπης: μετά από αρκετή ιδεολογική δουλειά στη σπορά φόβου και στην ανάγκη ατομικής υπευθυνότητας πολλοί γίνονται πρόθυμοι να περάσουν μπροστά από θερμικές κάμερες, να εξεταστούν, κλπ.. Χωρίς όμως να γνωρίζουν θετικά και εκ των προτέρων ούτε όλες τις φάσεις που ακολουθούν στη διαδικασία στην οποία με την εξέταση ή το θερμικό σκανάρισμα εισάγονται, ούτε τι θα συνεπαχθεί η ενδεχόμενη μη συμμόρφωσή τους σε κάποια επόμενη φάση της απροσδιόριστης διαδικασίας. Και για να αναφέρουμε κι ένα πιο "τεχνολογικό" παράδειγμα, κάποιος για να γίνει μέλος σε ένα κοινωνικό δίκτυο τύπου facebook δηλώνει αρχικά ότι αποδέχεται κάποιους όρους. Είναι όμως σχεδόν αδύνατο να έχει πλήρη γνώση αυτών των όρων, αφού συνήθως καταγράφονται σε πολυάριθμες σελίδες, με τεχνική ορολογία και αλλάζουν - επεκτείνονται πολύ τακτικά. Έτσι, στην ουσία, πολύ δύσκολα θα έχει πλήρη γνώση για τους τρόπους με τους οποίους αξιοποιείται στη βάση της επιτήρησης η συμμετοχή του στο κοινωνικό δίκτυο.
Στα παραπάνω παραδείγματα η συμμετοχή του ατόμου στην επιτήρηση είναι απαραίτητη, χρειάζεται σαφής ενεργητική στάση από τη μεριά του. Από την άλλη πλευρά η επιτήρηση στο σύνολό της είναι λιγότερο ορατή. Ναι μεν κάποιος αντιλαμβάνεται ότι εξετάζεται, δίνει απαντήσεις σε ερωτηματολόγια και φακελώνεται, αλλά δε γνωρίζει μέχρι ποιο σημείο φτάνουν οι απαντήσεις του, ούτε επίσης γνωρίζει τι είδους μηχανισμός μπορεί να κινητοποιηθεί σε περίπτωση που δεν συνεργαστεί πρόθυμα και σε όλο το εύρος της διαδικασίας. Η άγνοια της συνολικής μορφής της επιτήρησης που καλύπτει ένα περιβάλλον ή μια σχέση είναι κομβική στη νέα μορφή της: όσο πιο συμμετοχικό είναι ένα σύστημα επιτήρησης, τόσο πιο αόρατη - απρόβλεπτη είναι όχι η ίδια η ύπαρξή της αλλά η διεισδυτικότητά της και το τέρμα, το όριο στο οποίο μπορεί να καταλήξουν οι συνέπειές της. Κι αν θέλαμε να μιλήσουμε με όρους κανόνων, το παραπάνω παράδειγμα δείχνει ότι ο κανόνας υπάρχει, είναι εκείνος που ορίζει όλο αυτό το πλαίσιο λειτουργίας, κατανέμει τις αρμοδιότητες και ορίζει τις πιθανές συνέπειες (κι έχει στο τελευταίο στάδιο την παλιά γνώριμη δημόσια τάξη). Δε χρειάζεται όμως να είναι γνωστός εκ των προτέρων σε εκείνους στους οποίους αφορά. Το αντίθετο, γνωστοποιείται μόνο όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά και μόνο στο βαθμό που θα εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Το σημαντικό είναι να μη χρειάζεται να επικαλεστεί κάποιος τον κανόνα, γιατί τότε θα μιλάμε για μια ανωμαλία, αλλά να του επιφυλάσσεται μόνο ο ρόλος back-up.

Η άγνοια βέβαια δεν είναι μια κατάσταση που μπορεί να διαρκεί για καιρό. Επίσης τα άτομα δε μπαίνουν σε μια διαδικασία επειδή απλώς αγνοούν μια αρνητική επίπτωση που κρύβεται σ' αυτήν. Χρειάζεται και κάτι θετικό, τέτοιο θα μπορούσε να είναι η παροχή κάποιου είδους ανταλλάγματος. Ανατρέχουμε στο παράδειγμα της διαχείρισης των ΣMN: είναι γνωστό ότι στο παρελθόν τα ΣMN/AIDS θεωρούνταν παθογένειες συγκεκριμένων πληθυσμών, των εκδιδόμενων και των ομοφυλόφιλων κι ο συγκεντρωτικός τρόπος διαχείρισής τους κουβάλαγε μαζί του μεταξύ άλλων στιγματισμό και απομόνωση. Σε σχέση μ' αυτήν την αντιμετώπιση, η κατοπινή πρόσβαση  σε θεσμούς που δεν εστιάζουν στο άτομο παρά σαν φορέα μιας νόσου κι όχι σαν μέλος ενός παθογενούς πληθυσμού, μοιάζει να σφραγίζει την ελευθερία της σεξουαλικής ταυτότητας, την ελευθερία από το στιγματισμό. Αυτήν την (φαινομενική) ελευθερία θα μπορούσαμε να δούμε σαν αντάλλαγμα ώστε να επιτευχθεί το καθεστώς συναίνεσης που οφείλει να  περιβάλλει το θεσμό για να ομαλοποιεί τη διαδικασία. Το ίδιο συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε ακόμα και από το αντικλεπτικό σύστημα: αντάλλαγμα για να ανεχτεί κάποιος την υπονοούμενη μομφή “όλοι είστε ύποπτοι κλοπής” και να εισέλθει στο κατάστημα είναι η απαλλαγή του από την ενοχλητική συνοδεία ενός άγρυπνου υπαλλήλου, η απόλυτη ελευθερία του να χαζεύει και να περιεργάζεται τα εμπορεύματα όπως και για όσο θέλει, εντός τους καταστήματος. Και στο παράδειγμα των διαδικτυακών συνομιλιών (κοινώς chatting), η φαινομενική ευκολία ή η φτήνια της επικοινωνίας με κάποιον μακριά, μοιάζει επαρκές αντίβαρο για να αδιαφορούν οι συνομιλούντες για το εάν τα λεγόμενά τους καταγράφονται και σε ποιες συνέπειες μπορεί να καταλήξει η καταγραφή τους. Η συμμετοχικότητα της νέας επιτήρησης, το γεγονός δηλαδή ότι τα ίδια τα άτομα μπαίνουν εθελοντικά κάτω από τα σκόπευτρα της κάθε μορφής της, βασίζεται σε ένα ιδεολογικό σύστημα που παραμένει σε γενικές γραμμές το ίδιο, όποια μορφή νέας επιτήρησης κι αν συζητάμε, είτε αυτή είναι τα κινητά, το πλαστικό χρήμα ή τα ιντερνετικά δίκτυα φίλων. Είναι η εικόνα κάποιας ελευθερίας, κάποιου ανοίγματος μιας ως τότε ανύπαρκτης ή απλησίαστης για τους πολλούς δυνατότητας σαν ένα ικανό αντάλλαγμα για την εξασφάλιση της ένταξής του ατόμου στο επιτηρούμενο περιβάλλον/σχέση παρά τη επίγνωση της επιτήρησης. Μάλιστα, όσο η αρχική άγνοια μετατρέπεται σταδιακά - δηλαδή μετά από επανειλημμένη πτώση της μπάρας της επιτήρησης και αποκάλυψής της καθ' ολοκληρίαν -  σε γνώση, τόσο το αντάλλαγμα αναβαθμίζεται. Κι όσο το αναβαθμισμένο αντάλλαγμα εξασφαλίζει εκ νέου συναίνεση, τόσο η γνωστή με την προηγούμενη μορφή της επιτήρηση υπογείως εξελίσσεται, γίνεται διεισδυτικότερη και επισύρει νέες και ξανά άγνωστες συνέπειες. Ώστε να έχει η ίδια νόημα σαν τεχνολογία αντίληψης των αξιοποιήσιμων κοινωνικών σχέσεων και των δυνατοτήτων τους, του “αύριό τους” δηλαδή κι όχι του “σήμερα” ή του “χθες τους”".

Είναι χρήσιμο να δούμε ότι η επιτυχής ανταλλαγή της επιτήρησης περιλαμβάνει στον πυρήνα της τη συναίνεση για κάποια διακινδύνευση. Στο παράδειγμα του αντικλεπτικού, κάποιος εισερχόμενος στο κατάστημα συναινεί στην ύπαρξη ενός κινδύνου κλοπής των εμπορευμάτων· στη διαχείριση των ΣMN ο πρόθυμα εξεταζόμενος συναινεί μεταξύ άλλων στον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και στη δική του ευθύνη προς αυτήν. Αντίστοιχα, με την αποδοχή της παρακολούθησης των με πλαστικό χρήμα συναλλαγών του, συναινεί μεταξύ άλλων στον κίνδυνο λαθραίας χρήσης των στοιχείων της κάρτας για ξένες συναλλαγές ενώ στα κινητά και στα κοινωνικά δίκτυα τα πλαίσια συναίνεσης είναι ακόμα πιο διευρυμένα και μπορεί να αφορούν μέχρι και τον κίνδυνο από την τρομοκρατία. Όσο πιο συμμετοχικό είναι το σύστημα επιτήρησης, όσο πιο πολύ από τον εαυτό του βάζει το άτομο υπό το φως της επιτήρησης, τόσο πιο πλατιά χαράζονται τα όρια της συναίνεσης, μπορεί να αφορούν δηλαδή και το σύνολο σχεδόν των τρεχουσών ιδεολογιών μιας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, η νέα τεχνολογική επιτήρηση είναι μεν μοριακή και εντοπίζεται στα σημεία όπου τα αφεντικά εκμεταλλεύονται μια προϋπάρχουσα ανεκμετάλλευτη κοινωνική σχέση ή περιβάλλον, αλλά επειδή αυτά τα σημεία είναι μυριάδες πλέον στον κοινωνικό χάρτη, δημιουργείται η εικόνα ενός πολύ πυκνού πλέγματος επιτήρησης. Αν συνδυάσουμε τις δύο παραπάνω σκέψεις, ότι η κάθε ξεχωριστή μορφή επιτήρησης αντιστοιχεί σε μια συναίνεση για κάποια διακινδύνευση και ότι το κοινωνικό πεδίο είναι διάσπαρτο από θύλακες επιτήρησης σχεδόν σαν ένα συνεχές, τότε γίνεται αντιληπτό ότι κάποιος σε κάθε του βήμα στο κοινωνικό πεδίο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να περνάει από το ένα καθεστώς συναίνεσης στο άλλο, με τον ίδιο τρόπο που περνάει από το ένα περιβάλλον επιτήρησης στο άλλο. Κάποιος δηλαδή μπορεί να είναι διαδοχικά ύποπτος για κλοπή εμπορευμάτων, τρομοκρατία, οικονομικό έγκλημα μέσω καρτών, κατασκοπεία μέσω κινητού τηλεφώνου, διασπορά ψευδών φημών μέσω κοινωνικών δικτύων κ.ο.κ. και το ίδιο ύποπτος μπορεί να είναι ασφαλώς κι ο διπλανός του. Αυτά, σαν ένας ακόμα τρόπος προσέγγισης της μεταμοντέρνας κατάστασης διαρκούς ανασφάλειας μέσα από την οδό της νέας τεχνολογικής επιτήρησης, μπορεί να μας διαφωτίσουν για την ακραία μορφή συμμετοχικής επιτήρησης, που ονομάζουμε αλληλοεπιτήρηση. Σ' αυτήν οι από κάτω όχι μόνο συναινούν στη νέα επιτήρηση, αλλά χρησιμοποιούν για λογαριασμό τους τις δυνατότητες επιτήρησης που βρίσκονται ενσωματωμένες στις νέες τεχνολογίες, στο βαθμό που τους είναι τεχνικά εφικτό. Δρέπουν δηλαδή κάποιους από τους καρπούς που έχουν ευδοκιμήσει και συγκεντρωθεί από τη συμμετοχή τους στην ίδια τους την επιτήρηση. Παραδείγματα το γκουγκλάρισμα του ονόματος κάποιας νέας γνωριμίας στον υλικό κόσμο για να δούμε τι κουμάσι είναι, η αποθήκευση μιας συνομιλίας στο κινητό γιατί πού ξέρεις τι θα ξεστομίσει ο άλλος και πού θα χρειαστεί, η αναζήτηση κι αξιολόγηση των στατιστικών του διαδικτυακού προφίλ κάποιου κοινωνικά δικτυωμένου κ.ο.κ. Ακόμα και το "Πού είσαι;" σαν πρώτη ερώτηση σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη μέσω κινητού μοιάζει σε κάποιο βαθμό να επιβεβαιώνει αυτό το πράγμα, αυτήν την καθολική καχυποψία: "Συνάδουν όλα όσα μου λες με το περιβάλλον όπου δηλώνεις ότι βρίσκεσαι;". Κι ο άλλος για περαιτέρω επιβεβαίωση μπορεί να ενεργοποιήσει τη βίντεοκλήση ή να τραβήξει μια φωτογραφία με την ενσωματωμένη ψηφιακή: “Ναι ήμουν όντως εκεί” - “Ναι, το είδα με τα μάτια μου”. Τα αφεντικά μαθαίνοντας μέσω της νέας επιτήρησης τις νέες ανάγκες των από κάτω, μπορούν πλέον να παρέχουν την επαγγελματική συνδρομή τους και σ' αυτό το επίπεδο: εδώ και καιρό διαθέτουν τα στοιχεία που μαζεύουν από την αξιοποίηση της νέας επιτήρησης και στη λιανική.

Aυτά που είπαμε ως εδώ συνιστούν την γενική ανάλυση εκείνου που ονομάζουμε “νέο πανοπτικό”. Nα θυμίσουμε πως η βασική άποψή μας είναι ότι οι “απ’ τα πάνω επιτηρήσεις” και η “αλληλοεπιτήρηση” στην καθημερινή ζωή έχουν ενοποιηθεί σε μια ενιαία κωδικοποίηση, σε ένα ενιαίο τεχνικό και λειτουργικό καθεστώς, και πώς αυτό τελικά είναι ένα μεγάλο κέρδος για τα αφεντικά.
Στη συνέχεια θα δείξουμε πιο αναλυτικά, μέσα από 4 παραδείγματα, τί ακριβώς συμβαίνει με το “νέο πανοπτικό”.

[ 1 | 2 | 3 ]

     

Αυτονομία 2017