Αυτονομία

Barricada

 

Kαθαρίστριες: Χωρίς αίσιο τέλος

Η Κούνεβα δε βγήκε από παραμύθι. Η Κούνεβα δεν ήταν σουπεργούμαν. Η Κούνεβα ήταν καθαρίστρια, η Κούνεβα ήταν μετανάστρια εργάτρια. Και πλήρωσε ακριβά, μα πολύ ακριβά την επιλογή της να σταθεί όρθια και να παλέψει, να αγωνιστεί ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Αυτός ο αγώνας έγινε αντικείμενο σπέκουλας και καπηλείας από κάθε λογής αριστερά κοράκια. Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται από δεκάδες, εκατοντάδες ντόπιες και μετανάστριες καθαρίστριες που κόντρα στο ζόφο των καιρών δίνουν τις δικές τους -όχι απαραίτητα νικηφόρες- μάχες.  Ένας τέτοιος αγώνας δίνεται εδώ και μήνες στα αμαξοστάσια των λεωφορείων της ΟΣΥ. Ο οποίος, αφού από τις αρχές του χρόνου και μέχρι σήμερα πέρασε κυριολεκτικά από σαράντα κύματα, σήμερα βρίσκεται και πάλι σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή καθώς οι 140 περίπου εργαζόμενες καθαρίστριες κινδυνεύουν με οριστική απόλυση.

Αρχικά, η εργολαβική εταιρεία ΛΙΝΚ ΑΠ που είχε αναλάβει το έργο του καθαρισμού των λεωφορείων ακολούθησε τις μεθόδους που συνήθως ακολουθούν τέτοιες εταιρείες: απλήρωτοι μισθοί τριών έως πέντε μηνών ανάλογα με το αμαξοστάσιο που εργαζόταν η κάθε καθαρίστρια, καταπάτηση των συλλογικών συμβάσεων καθώς για 6ωρη, νυχτερινή, βαριά και ανθυγιεινή εργασία που προέβλεπε μισθό 680 ευρώ, έδινε μόλις 450 ευρώ και καμία καταβολή δώρων και επιδομάτων όπως αυτά προβλέπονταν από τον νόμο. Επιπλέον, μέσα σε κλίμα πλήρους τρομοκρατίας και με την απειλή της απόλυσης σε ημερήσια διάταξη, ανάγκαζε τις καθαρίστριες να καθαρίζουν μέχρι και διπλάσιο αριθμό λεωφορείων από αυτό που προβλέπεται από τις συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα ούτε τα λεωφορεία να καθαρίζονται σωστά και φυσικά να βγαίνει η παναγία των καθαριστριών. Ενδεικτικά, στο αμαξοστάσιο της Ανθούσας καθαρίζονταν μέχρι και 25 λεωφορεία αντί για 13 τα οποία προέβλεπε η σύμβαση. Τέλος, αγνοούσε παντελώς κάθε κανόνα ασφαλείας καθώς δεν παρείχε επαρκή ατομικά μέτρα προστασίας (γάντια, ρούχα και παπούτσια εργασίας), το μόνο καθαριστικό που έδινε ήταν νερό -ναι, σκέτο νερό- ενώ δεν έμπαινε καν στο υπέρογκο έξοδο που αντιπροσωπεύουν οι σακούλες σκουπιδιών. Και αυτό το τελευταίο έχει μια ιδιαίτερη σημασία αν γνωρίζει κανείς το τι σημαίνει να εργάζεσαι σε ένα κλειστό περιβάλλον -αυτό του λεωφορείου- το οποίο καθημερινά χρησιμοποιούν χιλιάδες άνθρωποι. Το γεγονός ότι οι εργάτριες του καθαρισμού παρουσιάζουν σύμφωνα με μελέτες ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μολύνσεων και λοιμώξεων είναι απλά ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί. Ενώ λοιπόν αυτές ήταν οι συνθήκες κάτεργου στις οποίες εργαζόντουσαν οι καθαρίστριες, η εταιρεία πληρωνόταν κανονικά και με το νόμο από την ΟΣΥ και έπαιρνε περίπου 140.000 κάθε μήνα. Κάτω από αυτές τις πραγματικά εξοντωτικές συνθήκες εργασίας οι καθαρίστριες δεν είχαν άλλη επιλογή από αυτή των δυναμικών κινητοποιήσεων. Δεν ήταν εύκολος αυτός ο αγώνας. Καταρχάς γιατί παρότι εργάζονται στην ίδια εταιρεία, τα αμαξοστάσια στα οποία εργάζονται βρίσκονται σε κάθε γωνιά της Αττικής. Πράγμα που όπως είναι λογικό δυσχέρανε πάρα πολύ τη μεταξύ τους επικοινωνία και οργάνωση. Πέραν αυτού, αν και τυπικά υπάρχει η νομική κάλυψη του σωματείου που οι ίδιες έχουν ιδρύσει, υπάρχουν επίσης και οι μνήμες της περίπτωσης της Κούνεβα. Που φάνηκε να παίρνουν σάρκα και οστά όταν αποφάσισαν να πάνε στην επιθεώρηση εργασίας για να καταγγείλουν τα όσα συμβαίνουν στα αμαξοστάσια και βρήκαν απέναντί τους έναν -προφανώς μισθοδοτούμενο από την ΛΙΝΚ ΑΠ- υπάλληλο ο οποίος δήλωσε αναρμόδιος και τους είπε να πάνε -άκουσον άκουσον- στον εισαγγελέα να κάνουν τις καταγγελίες τους. Όμως συνέχισαν να επιμένουν. Και με σχεδόν μοναδικό όπλο τη μεταξύ τους αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη, κατάφεραν βήμα-βήμα, μέρα με τη μέρα να προχωρήσουν σε στάσεις εργασίας και προειδοποιητικές απεργίες οι οποίες, καθώς η εταιρεία αδιαφορούσε, άρχισαν να πληθαίνουν. Στα αμαξοστάσια, έξω από τα γραφεία της ΛΙΝΚ ΑΠ, της ΟΣΥ αλλά και έξω από το υπουργείο Μεταφορών φρόντισαν με διαρκείς παρεμβάσεις να κάνουν αισθητή την παρουσία τους κάνοντας σαφές πως δεν πρόκειται να υποχωρήσουν. Κι αν οι παρεμβάσεις τους αντιμετωπίζονταν υπεροπτικά σα γραφικές, δεν ίσχυε το ίδιο και με την εικόνα των ακαθάριστων λεωφορείων που μέρα με τη μέρα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Αυτό είχε σα συνέπεια την άμεση εμπλοκή της ίδιας της ΟΣΥ. Η οποία παρότι είχε σαφή, σαφέστατη εικόνα της κατάστασης -όπως και όλοι όσοι εργάζονται στα αμαξοστάσια- σφύριζε αδιάφορα μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Κι αφού για κάμποσο καιρό κρυβόταν πίσω από προσχήματα του τύπου «έχουμε δεμένα χέρια καθώς οι συνθήκες εργασίας αφορούν την ΛΙΝΚ ΑΠ» αποφάσισε τελικά μετά τις διαρκείς απεργίες και τις επισχέσεις εργασίας των καθαριστριών να πληρώσει η ίδια ένα μέρος των οφειλομένων στις καθαρίστριες. Πιο συγκεκριμένα αντί να πληρώσει δυό μηνιάτικα στον εργολάβο που ανέρχονταν στο ποσό των 280.000 ευρώ, τα έδωσε στις 3 Ιουνίου στις καθαρίστριες -καλύπτοντας ένα μέρος των χρωστούμενων που αφορούσαν σχεδόν το 80% των οφειλών- και δεσμεύτηκε πως μέχρι το τέλος του Ιουνίου θα εξοφλήσει πλήρως το ποσό. Σ’ αυτό το σημείο φάνηκε να πνέει ένας άνεμος αισιοδοξίας πάνω από τα αμαξοστάσια και διάφοροι παραμυθιασμένοι βιάστηκαν να ανεμίσουν τα λάβαρα της επανάστασης για τη νίκη των καθαριστριών. Αλλά είναι πραγματικά αφελές να πιστεύει κανείς πως σε έναν τόσο νευραλγικό τομέα όπως αυτός του καθαρισμού, όπου ως γνωστόν διάφοροι μαφιόζοι κάνουν κυριολεκτικά χρυσές δουλειές, η υπόθεση θα τελείωνε σε αυτό το σημείο. Πέραν αυτού, η ΟΣΥ όπως και όλες οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις μεταφορές έχουν εδώ και χρόνια κάνει σαφείς τις προθέσεις τους. Από τη μία προσπαθούν να συμπιέσουν όσο μπορούν το κόστος εργασίας, από την άλλη η μόνη επένδυση στην οποία πραγματικά πιστεύουν, είναι αυτή του ελέγχου και της επιτήρησης που μεταφράζεται σε διαρκείς προσλήψεις σεκιουριτάδων και ελεγκτών.

Κι έτσι, μετά από την κίνηση «καλής θέλησης» της ΟΣΥ ήρθαν τα δυσάρεστα νέα που αρμόζουν τελικά στο προφίλ της εταιρείας. Το πρώτο δυσάρεστο νέο ήρθε στα μέσα Ιουνίου, όταν η διορισμένη από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διοίκηση της ΟΣΥ, δήλωσε πως θα κηρύξει έκπτωτη την ΛΙΝΚ ΑΠ και θα φέρει στη θέση της την επιλαχούσα εταιρεία ΕΥΚ. Η νέα εταιρεία, η ΕΥΚ, δε διαφέρει και πολύ από την ΛΙΝΚ ΑΠ. Παλιότερα, την περίοδο 2010-2014, είχε αναλάβει τον καθαρισμό των λεωφορείων σε δύο αμαξοστάσια και τελικά έφυγε αφήνοντας χρέη χιλιάδων ευρώ σε κάθε καθαρίστρια. Πολλές δε από τις καθαρίστριες που εργάζονται στην ΛΙΝΚ ΑΠ βρίσκονται μέχρι και σήμερα στα δικαστήρια με την ΕΥΚ διεκδικώντας τα δεδουλευμένα εκείνης της περιόδου. Οπότε καταλαβαίνει κανείς το τι μέλλει γενέσθαι αν αναλάβει η συγκεκριμένη εταιρεία. Επιπλέον, αυτό που γενικώς ακούγεται είναι ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν πρόκειται να προσλάβει όσες ήδη εργάζονται στα αμαξοστάσια αλλά δικό της «νέο» προσωπικό, απαλλαγμένο προφανώς τόσο από τις εμπειρίες αγώνα των καθαριστριών της ΛΙΝΚ ΑΠ αλλά και των «παράλογων» απαιτήσεων που τις συνοδεύουν. Μ’ αυτή την έννοια είναι καθαρά ζήτημα χρόνου το πότε οι 140 περίπου αγωνιζόμενες καθαρίστριες θα βρεθούν στο δρόμο, και για προφανείς λόγους χωρίς καμία πιθανότητα επαναπρόσληψης από κάποια αντίστοιχη εταιρεία. Το δεύτερο -εξίσου δυσάρεστο- νέο είναι πως χάρη στις μεσολαβήσεις κάμποσων αριστερών καλοθελητών, οι καθαρίστριες ζητάνε την απευθείας ανάθεση σε αυτές του έργου του καθαρισμού -μέσω κάποιας εταιρικής μορφής που θα συσταθεί- όπως ήδη έχει συμβεί βάσει νόμου στα υπουργεία Υγείας και Εργασίας. Την ίδια στιγμή που μετά από αυτόν τον πολύμηνο αγώνα κατάφεραν να κερδίσουν όσα κέρδισαν, κάνουν πίσω υπό την απειλή της απόλυσης -και επαναλαμβάνουμε τις κατάλληλες νουθεσίες- και ελπίζουν πως θα καταφέρουν να κρατήσουν την δουλειά τους φτιάχνοντας οι ίδιες εταιρεία. Γνωρίζουμε καλά πως ειδικά γι’ αυτές αυτή δεν είναι μια εύκολη απόφαση. Αλλά είναι στα σίγουρα μια λανθασμένη απόφαση. Όχι μόνο επειδή ακόμη κι αν κάτι τέτοιο γίνει τελικά πραγματικότητα, είναι καταδικασμένο να αποτύχει πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις εξαιτίας των «αντικειμενικών δεδομένων» της ελεύθερης οικονομίας και των μαφιόζων που επιχειρούν στον συγκεκριμένο κλάδο. Αλλά γιατί επιπλέον μια τέτοια επιλογή, ακυρώνει, τόσο συμβολικά όσο και υλικά το περιεχόμενο και τα χαρακτηριαστικά τόσων μηνών αυθεντικής προλεταριακής αγωνιστικότητας. Υψηλές απαιτήσεις για την εποχή που ζούμε αλλά είναι το μόνο που μας έχει απομείνει.

 
 
       

Αυτονομία 2017