Αυτονομία

Barricada

 

Ανθρωπισμός είπατε;

Σύνοδοι επί συνόδων, λειψές αποφάσεις και ατελείς συμβιβασμοί, υπονόμευση των μόλις συμφωνηθέντων, πολυμέτωπα διπλωματικά παιχνίδια, συνοριακές εντάσεις, φραστικές αντεγκλήσεις και ατέλειωτα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου: η ΕΕ συνταράσσεται από τους σπασμούς της περιβόητης «προσφυγικής κρίσης». Τα κράτη μέλη της μοιάζουν σαν τους μάγους που δεν μπορούν να τιθασεύσουν τις «σκοτεινές δυνάμεις» που κάλεσαν προς υποστήριξή τους -και ξέρουμε βέβαια ποιοι θα πληρώσουν γι’ αυτή την αποτυχία. Εκείνοι κι εκείνες που είναι πάντοτε ο πιο πρόσφορος στόχος.

Στον αντίποδα βρίσκεται μια χώρα (αυτή που ζούμε -δυστυχώς ή ευτυχώς) η οποία θεωρεί ότι διαθέτει τέτοιο απόθεμα «ανθρωπισμού», ώστε μπορεί να κάνει και εξαγωγή ή διδασκαλία του προς τρίτους. Μ’ έναν πρωθυπουργό ο οποίος έχει το θράσος ν’ αναφέρεται στους, δεκάδες ή εκατοντάδες πλέον, πνιγμένους -εντός και εκτός εισαγωγικών- του Αιγαίου ωσάν αυτοί να βρήκαν το θάνατο κάπου αλλού και όχι στην επικράτεια του κράτους που κυβερνά. Ναι λοιπόν, όντως, το γεγονός πως ξεβράζονται νεκροί/ες στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου αποτελεί μια «ντροπή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό» -όπως ανέφερε και ο ίδιος στη βουλή. Για τα «εθνικά δίκαια και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο» -τα οποία δεν σκοπεύει να θυσιάσει όσοι νεκροί κι αν ξεβραστούν- δεν βρήκε όμως να πει καμιά κουβέντα. Απόλυτη σιωπή γι’ αυτά! Για το ότι χρησιμοποιεί, αυτός και η κυβέρνησή του, το «προσφυγικό» -δηλαδή τις οδύνες των Άλλων- ως διαπραγματευτικό χαρτί έναντι των δανειστών του ελληνικού κράτους; Μάλλον αυτή η επιλογή θα προσμετράται στα «ταλέντα» του -δηλαδή έναν πολιτικό οπορτουνισμό που πατάει κυριολεκτικά επί πτωμάτων. Αφήνοντας όμως στην άκρη τις «ανθρωπιστικές» εντυπώσεις, ας δούμε συγκεκριμένα τα δεδομένα εντός (και επί) των συνόρων. Το ελληνικό κράτος τις τελευταίες εβδομάδες έχει αναλάβει έναντι της ΕΕ σημαντικές δεσμεύσεις (θεωρητικά -το τονίζουμε): να ξεκινήσει την λειτουργία hot-spots -κέντρων καταγραφής και διαλογής των αφιχθέντων μεταναστών και προσφύγων- στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, που συγκεντρώνουν τις πυκνότερες ροές ανθρώπων. Στα τέλη του περασμένου Οκτώβρη ανέλαβε επιπλέον να δημιουργήσει άλλες 50 χιλιάδες θέσεις «φιλοξενίας»: 30 χιλ. σε υφιστάμενα κέντρα, στα σχεδιαζόμενα hot-spots αλλά και σε νέα κέντρα μεγαλύτερης χωρητικότητας που πρόκειται να κατασκευαστούν. Οι επιπρόσθετες 20 χιλ. θέσεις θα αφορούν επιδοτούμενη διαμονή μεταναστών και προσφύγων σε ενοικιαζόμενα σπίτια/δωμάτια. Σύνολο 50 χιλ. δηλαδή. Είναι ένα ερώτημα -και η απάντηση δεν είναι δα και δύσκολη- γιατί άραγε να χρειάζονται τόσες χιλιάδες θέσεις, εφόσον μετανάστες και πρόσφυγες αποχωρούν από την Ελλάδα σχετικά άμεσα. Προφανώς ο σχεδιασμός και η λειτουργία των hot-spots συνοδεύεται από ένα σχετικό ή απόλυτο περιορισμό στην κίνηση διαμέσου των διασυνοριακών περασμάτων. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει πως τα νέα κέντρα, εκτός από την καταγραφή, θα κάνουν τόσο τη διαλογή, όσο και την προετοιμασία της απέλασης εκείνων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις.

Το πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι δομές και η λογιστική υποστήριξη που θα χρειάζονται (σίτιση, συνθήκες υγιεινής και ιατρικής φροντίδας, υπηρεσίες καταγραφής κλπ) επίσης έχει αφεθεί αιωρούμενο και παραπέμπεται στο μέλλον. Η ΕΕ έχει δώσει κάποιες αόριστες υποσχέσεις έκτακτης οικονομικής βοήθειας, ενώ ταυτόχρονα οι ελληνικές αρχές υποτίθεται πως περιμένουν πρώτα την εκταμίευση σημαντικών ποσών για να προχωρήσουν στα περαιτέρω βήματα. Το αρμόδιο υπουργείο μάλιστα υπολογίζει πως θα χρειαστεί για τα επόμενα δύο χρόνια το ύψος των κονδυλίων που έχουν προϋπολογιστεί για την Ελλάδα έως το 2020 -δηλαδή 480 εκατ. ευρώ! Δεν ξέρουμε αν τόσα τους λείπουν, γνωρίζουμε όμως μερικά άλλα πραγματάκια: πρώτον, συμβαίνει ήδη συχνά τα υφιστάμενα κέντρα να μην παρέχουν τροφή στους νεοαφιχθέντες, ενώ οι αριθμοί τους είναι αρκετά μικρότεροι και η διαμονή ολιγοήμερη. Δεύτερον, η παραδοσιακή ελληνική πρακτική με τα προβλεπόμενα ευρωπαϊκά κονδύλια περιλάμβανε και την (παράνομη) μεταφορά τους στον προϋπολογισμό του υπ. Δημόσιας Τάξης, με σκοπό να καλυφθούν άλλες υπηρεσιακές ανάγκες. Κι αυτό συνέβαινε (και συμβαίνει) πέρα από τις υπερτιμολογήσεις ακόμα κι αυτών των ελάχιστων παροχών προς τους μετανάστες και τις «μαύρες» δοσοληψίες που τις συνόδευαν. Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι μια έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 5,9 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία των hot-spots, κατευθύνθηκε τελικά στη ναύλωση πλοίων των -επίσης «φιλεύσπαχνων»- ελλήνων εφοπλιστών. Μ’ αυτά τα δεδομένα μπορεί να εκτιμήσει λοιπόν κανείς τι πρόκειται να συμβεί από δω και πέρα. Η κατάσταση θα γίνει φυσικά περισσότερο δυσοίωνη αν ευοδωθεί η απόπειρα της ΕΕ να εφαρμοστεί σταδιακά ένα σφράγισμα των εξωτερικών συνόρων, όπου η Frontex θα συνδράμει τη φύλαξη της βόρειας ελληνικής μεθορίου, που αποτελεί το σημείο εξόδου προς τα Βαλκάνια. Απ΄την άλλη μεριά για τα ελληνοτουρκικά θαλάσσια σύνορα ο σχεδιασμός έχει κολλήσει στην ελληνική άρνηση στο να υπάρξουν κοινές περιπολίες με την τουρκική ακτοφυλακή. Είναι ακριβώς το σημείο που θίξαμε και παραπάνω: η ελληνική κυβέρνηση -και σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος- οχυρώνεται πίσω από επιχειρήματα εξωτερικής πολιτικής, που μόνο στο εσωτερικό ακούγονται στοιχειωδώς «λογικά». Οπουδήποτε αλλού οι κοινές επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης (που σε τελική ανάλυση είναι μια εύσχημη διατύπωση της επαναφοράς των πολιτικών «αποτροπής» -αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) ακούγονται σαν ένας ορθολογικός τρόπος αποφυγής νέων ναυαγίων. Όμως σ’ αυτά τα χώματα «τα ιερά και τα όσια της φυλής» έχουν απόλυτη προτεραιότητα: είπαμε να είμαστε «ανθρωπιστές», όχι και να κάνουμε υποχωρήσεις σε εθνικά θέματα. Όλα κι όλα...

Πού ακριβώς οδηγούν όλ’ αυτά; Έχουμε κάνει την εκτίμηση από το προηγούμενο τεύχος ότι το σύντομο καλοκαίρι του ευρωπαϊκού «ανθρωπισμού» ρίχνει σταδιακά την αυλαία του. Και ήδη όψεις της παλιάς διαχείρισης επανακάμπτουν. Όπως για παράδειγμα η επανέναρξη των απελάσεων μεταναστών από το ελληνικό έδαφος, που είχαν σταματήσει εδώ και ενάμιση χρόνο. Τουλάχιστον 70 πακιστανοί μετανάστες απελάθηκαν με απευθείας πτήση προς τη χώρα καταγωγής τους πρόσφατα και οι ντόπιες αρχές έχουν ήδη συμφωνήσει με τη Frontex πως κάθε ανάλογη ευρωπαϊκή πτήση, θα κάνει στάση στην Αθήνα όπου θα παραλαμβάνει επιπλέον μετανάστες. Αν θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό μάλλον δεν θα δικαιωθεί. Άλλωστε η αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών υπαγορεύει συγκεκριμένες κατευθύνσεις επανάκαμψης μερικών βασικών πλευρών του ευρω-φρουρίου -και φυσικά του ελληνικού σκέλους του. Για παράδειγμα στη διάρκεια του 2015 από την ελληνική επικράτεια έχουν περάσει μέχρι και σήμερα περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι (σχεδόν 600 χιλιάδες) με προορισμό την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Προφανώς ένα καλό ποσοστό αυτών είναι συριακής καταγωγής. Αλλά όχι μόνο: ένα άλλο (υπολογίζεται σε περίπου 120.000) είναι αφγανοί και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ΕΕ δεν δικαιούνται ασύλου καθώς η χώρα τους θεωρείται μάλλον ένας ασφαλής «παράδεισος». Τι πρόκειται να συμβεί μ’ αυτούς; Καθώς διάφορες χώρες της ΕΕ κλείνουν τα σύνορά τους και επιβάλλουν συνοριακούς ελέγχους, ενώ ταυτόχρονα επαναφέρουν σε ισχύ τη συμφωνία του Δουβλίνου, ένα καλό μέρος τους θα μπορούσε να καταλήξει πίσω στην Ελλάδα, όπου και ξεκίνησαν, κάνοντας πλέον την ανάποδη διαδρομή. Κι αν οι ροές νεοεισερχόμενων δεν μειωθούν δραματικά τότε... Σ’ αυτό το ενδεχόμενο ακόμα και οι σχεδιαζόμενες 50 χιλιάδες θέσεις δεν θα φτάνουν και καθώς δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα προορίζονται για απέλαση, τότε το μέτρο της κράτησης κατά πάσα πιθανότητα θα επιστρέψει δυναμικά -όπως ήδη προτείνουν χαμηλόφωνα κάποιοι ανώνυμοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Σενάρια; Ναι. Εκτός πραγματικότητας; Όχι. Η βιασύνη του πρωθυπουργού της «δεύτερης φοράς» να επισκεφθεί την Τουρκία στις 17/11 και ενώ μάλλον δεν θα έχει προλάβει να σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση στη χώρα, προφανώς υπαγορεύεται (και) από τέτοιες σκέψεις. Το είπαμε όμως και στην αρχή: οι πρόσφυγες και οι μετανάστες θα είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ένα είδος διαπραγματευτικού σκληρού νομίσματος, το ίδιο άλλωστε που περιφέρει και το ελληνικό κράτος στα ευρωπαϊκά συμβούλια κορυφής.
Κι όταν κάποιοι θεωρούνται ένα ανταλλάξιμο είδος, τότε...

 
 
       

Αυτονομία 2017