Αυτονομία

Barricada

 

Μετανάστες στο στόχαστρο:
εντός κι εκτός των συνόρων

 

Μετανάστες: το κράτος έχει συνέχεια…

Το ελληνικό κράτος δε συνηγορεί απλά σ’ αυτήν την όξυνση αλλά την καλωσορίζει. Γεγονότα σαν το ναυάγιο στη Λαμπεντούζα, «δυσάρεστα γεγονότα» όπως είπε κι ο Τσίπρας, του δίνουν την ευκαιρία να πουλήσει για μια ακόμα φορά το ρόλο του σαν προκεχωρημένο συνοριακό φυλάκιο της Ευρώπης-φρούριο. Και σ’ αυτήν την περίπτωση η συγκυρία είναι ευνοϊκή: η αύξηση των κονδυλίων για την αντιμεταναστευτική πολιτική και οι έκτακτες χρηματοδοτήσεις, η αναφορά στην ανάγκη εμπλοκής της frontex στην Τουρκία, η ποσόστωση στην υποδοχή προσφύγων και η αναφορά σε ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του «Δουβλίνο ΙΙ» αποτελούν όλα ζητούμενα για το ελληνικό κράτος και πλευρές της «διεθνοποίησης» του μεταναστευτικού που επιζητά πάγια τα τελευταία χρόνια. Μ’ άλλα λόγια οι μετανάστες σαν διαπραγματευτικό χαρτί, σαν εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και σαν αιτία χρηματοδότησης.
Το δίπολο ανθρώπινα δικαιώματα - ασφάλεια δεν είναι μια στιγμιαία έμπνευση του Τσίπρα. Όχι μόνο γιατί αποτελεί πλέον κοινό τόπο στην Ευρώπη και κεντρική γραμμή νομιμοποίησης της πολεμικής διαχείρισης. Αλλά και γιατί συμπυκνώνει και την αντιμεταναστευτική πολιτική στο εσωτερικό. Ο Πανούσης το έχει διατυπώσει με τον τρόπο του σε ανύποπτο χρόνο για να υπερασπιστεί τον φράχτη και ας λένε διάφοροι αφελείς ότι «λέει ό,τι του κατέβει»: «Άλλο η περιφρούρηση των συνόρων και άλλο η συμπεριφορά σ’αυτόν που πέρασε». Αυτό το ίδιο δίπολο αντικατοπτρίζει και τη διπλή κατεύθυνση των κονδυλίων. Με τη βοήθεια και του επίτροπου μετανάστευσης Αβραμόπουλου, η ελλάδα θα λάβει το τρίτο μεγαλύτερο ποσ΅ό (μετά την Ιταλία και την Ισπανία) για την οργάνωση των υπηρεσιών ασύλου και για τη φύλαξη των συνόρων της. Τα χρήματα που παίρνει από το ταμείο μετανάστευσης, ασύλου και ένταξης και από το ταμείο εσωτερικής ασφάλειας συνόρων θα μοιραστούν στο υπουργείο μετανάστευσης και στο υπουργείο προ.πο. αντίστοιχα. 
Το ξαναμοίρασμα της τράπουλας και η νέα κατανομή αρμοδιοτήτων δε θα γίνει βέβαια χωρίς τριγμούς και κόντρες. Ήδη μηχανισμοί που είχαν πάνω τους όλη την ευθύνη για την αντιμεταναστευτική πολιτική, με πρώτους το λιμενικό και την αστυνομία, μπορεί να εκδηλώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη γκρίνια τους. Ωστόσο οι κινήσεις αυτές αποκαλύπτουν μία τάση και φωτίζουν από μια άλλη πλευρά όσα έχουν ακουστεί τους τελευταίους μήνες για νέες δομές υποδοχής, για αναβάθμιση των υπηρεσιών ασύλου, για ανοιχτά κέντρα κράτησης και για εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαχείριση των μεταναστών. Αυτό που εμφανίζεται ως ανθρωπιστική στροφή ή τεχνοκρατική διαχείριση, δεν είναι παρά ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις στο φόντο μιας κάποιας αναδιανομής των προσόδων. Το σε ποιο βαθμό και πότε θα προχωρήσει αυτή η αναδιανομή είναι ένα ερώτημα. Ζούμε άλλωστε στη συγκεκριμένη γωνιά των βαλκανίων και δη την εποχή της δημιουργικής ασάφειας και αν κάτι έχουν να επιδείξουν οι πρώτες εκατό μέρες της συγκυβέρνησης είναι η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και την πραγματοποίησή τους.
Αντίθετα με τις θεσμικές αλλαγές, τις ανακατατάξεις στους μηχανισμούς και την απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων, οι αλλαγές στη ρητορική και στο ιδεολογικό προκάλυμμα της αντιμεταναστευτικής πολιτικής είναι πιο άμεσες και εμφανείς. Ήδη ο όρος «λαθρομετανάστες» μπαίνει στο στόχαστρο και αντικαθίσταται από τις αναφορές στους πρόσφυγες. Ας μη γελιέται κανείς, δεν πρόκειται για νίκη του (έστω και ροζ) αντιρατσισμού. Οι βασικές παραδοχές του ρατσιστικού μονόλογου των τελευταίων δεκαετιών παραμένουν στη θέση τους: οι μετανάστες εξακολουθούν να είναι «πρόβλημα», εξακολουθούν να μη χωράνε. Μόνο που τώρα δε χαρακτηρίζονται ως εισβολείς, αλλά ως κακόμοιρα θύματα. Το «δράμα» τους πρέπει να αντιμετωπιστεί με ανθρώπινο τρόπο, δυστυχώς όμως, δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε όλους. Η καλόκαρδη κυρία Τασία το έθεσε ξεκάθαρα: «Ζούμε σε μια χώρα που είναι σε ανθρωπιστική κρίση, που υπάρχουν Έλληνες που κοιμούνται στα παγκάκια, που δεν έχουν δουλειά, που είναι φτωχοί και αφού επέλεξαν αυτή τη χώρα, τελικά θα έχουν και αυτοί, τη μοίρα των Ελλήνων».
Η φιλολογία γύρω από τους πρόσφυγες δεν οδηγεί μόνο στη θυματοποίηση αλλά και στο διαχωρισμό των μεταναστών. Γιατί όσοι δεν αναγνωριστούν ως τέτοιοι, θα εξακολουθήσουν να υπάγονται στη δικαιοδοσία της διοικητικής κράτησης. Πρόκειται για τις «ειδικές κατηγορίες αλλοδαπών» για τους οποίους ξεκαθάρισε η κ. Τασία ότι θα συνεχίσουν να λειτουργούν τα κλειστά κέντρα κράτησης. Ο εξορθολογισμός των διαδικασιών ασύλου και η αύξηση των (ελάχιστων σήμερα) μεταναστών στους οποίους θα αποδοθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, νομιμοποιούν τη σκληρή αντιμετώπιση των υπόλοιπων. Η ανθρωπιστική αντιμετώπιση των λίγων που άλλωστε γίνεται με αυστηρούς ελεγχόμενους όρους είναι το καλύτερο άλλοθι για τη στρατιωτική διαχείριση των πολλών. Δεν υπάρχει καλύτερη αναπαράσταση για αυτό το σχήμα από την (εξωπραγματική και ανεφάρμοστη) σκέψη για δημιουργία ειδικών πορτών στο φράχτη του Έβρου, η οποία κυκλοφόρησε σαν υποτιθέμενος συμβιβασμός των σχεδιασμών των δύο αρμόδιων υπουργείων.
Μέσα στην ακατάσχετη φλυαρία και προσπαθώντας να καθησυχάσει το δεξιό ακροατήριο που αναρωτιέται τι θα γίνουν όσοι μετανάστες απελευθερωθούν από τα κέντρα κράτησης, ο Πανούσης πρότεινε μια διέξοδο: «Θα τους δώσουμε δικαίωμα εργασίας με εξάμηνη αναβολή απέλασης. Η ελληνική γη χρειάζεται χέρια, γιατί να έχουμε Μανωλάδες;». Έτσι, σε μια στιγμή κυνισμού αποκάλυψε αυτό που πασχίζει να κρυφτεί πίσω από τα δάκρυα για το δράμα των προσφύγων: ότι ο ανθρωπισμός είναι το προκάλυμμα της άγριας εκμετάλλευσης της εργασίας. Εργασίας που περισσεύει, εργασίας απαγορευμένης και αόρατης, εργασίας που πρέπει πάση θυσία να μείνει υποτιμημένη. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που όσες «διορθώσεις» κι αν εξαγγελθούν, ο πυρήνας της αντιμεταναστευτικής πολιτικής θα παραμείνει ο ίδιος. Πολύ περισσότερο, σε καιρό κρίσης, τον πρώτο λόγο για τους μετανάστες τον έχει και θα συνεχίσει να τον έχει το σύμπλεγμα της ασφάλειας (όπως και οι κάθε λογής μαφίες). 
Τώρα που το σύμπλεγμα της ασφάλειας βρίσκει άλλοθι και επιμελητεία στον ανθρωπισμό, γίνεται ακόμα πιο επείγον να θυμηθούμε γιατί «είμαστε όλοι μετανάστες». Τώρα που οι κανιβαλικές κραυγές για τους «βάρβαρους» συμπληρώνονται από τον οίκτο του «άνθρωποι είναι κι αυτοί», είναι επείγον να επιμείνουμε ότι πρόκειται για το πιο υποτιμημένο κομμάτι της πολυεθνικής εργατικής τάξης. Ότι η βαρβαρότητα της απαγόρευσης των μεταναστών εργατών είναι κομμάτι και προϋπόθεση και της δικιάς μας υποτίμησης. Η μόνη θέση μάχης που αντιστοιχεί σ’ αυτήν την εποχή είναι η άρση της απαγόρευσης των μεταναστών εργατών, η πολιτική τους αναγνώριση (που κωδικοποιείται στα «χαρτιά») χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς προϋποθέσεις και εξαιρέσεις. Είναι το πρώτο βήμα για τη δικιά μας ανασύνταξη, ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε τη Σκύλλα της φιλανθρωπίας και τη Χάρυβδη της εθνικής ενότητας.

 

Τα νέα μέτωπα της Ευρώπης φρούριο

Έκτακτα ανακοινωθέντα, σύνοδος κορυφής, δραματικές δηλώσεις, αναφορές σε αποστολές πολεμικών πλοίων: αυτή ήταν η εικόνα της ευρωπαϊκής διπλωματίας στα τέλη Απριλίου. Αν κάποιος δε γνώριζε την αφορμή, θα έλεγε ότι η Ευρώπη έχει δεχτεί επίθεση ή ετοιμάζεται για πόλεμο. Και πράγματι, μόνο πολεμική μπορεί να ονομαστεί η συνθήκη που η ευρωπαϊκή ένωση, σαν ενιαία πολιτικοστρατιωτική οντότητα προσφεύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας για να ζητήσει στήριξη στις επιχειρήσεις της. Η αφορμή ήταν το ναυάγιο της 19ης Απρίλη στα ανοιχτά της Λιβύης με πάνω από 800 νεκρούς και ο νέος εχθρός είναι πιο ασαφής και από τους τρομοκράτες που έχουν προκαλέσει στο παρελθόν αντίστοιχες διπλωματικές κινητοποιήσεις:
οι δουλέμποροι.

Το σχήμα που παρουσιάζουν οι ευρωπαίοι ηγέτες για να νομιμοποιήσουν την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού στρατιωτικού μηχανισμού δεν αντέχει καν στη λογική. Όχι μόνο γιατί (όπως επεσήμαναν σε κοινή ανακοίνωση 300 πανεπιστημιακοί του εξωτερικού) ο παραλληλισμός με τους δουλέμπορους είναι δόλιος, αφού μιλάμε για ανθρώπους που θέλουν να ταξιδέψουν και όχι για σκλάβους. Αλλά και γιατί η ίδια η συνθήκη της Ευρώπης-φρούριο καθιστά το ταξίδι επικίνδυνο εώς ανέφικτο, κάνοντας την ύπαρξη των δουλέμπορων απαραίτητη και τις «υπηρεσίες» τους πιο ακριβές. Ο λόγος που μπορούν να δηλώνουν συγκλονισμένοι είναι ότι η αφήγησή τους πιάνει μόνο το τέλος της ιστορίας: τη στιγμή που κάποιοι «άτυχοι» μετανάστες, στοιβαγμένοι στα πλοία από τους δουλέμπορους, αποτυγχάνουν στο ταξίδι τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι πνιγμένοι μετανάστες μοιάζουν με θύματα μιας ανεξήγητης, φυσικής καταστροφής. Και όσοι διασώζονται, χωρίς φωνή, χωρίς θέλω και με έναν αριθμό στο χέρι αντί για όνομα, αξίζουν μόνο σαν αποδέκτες του οίκτου και της ευρωπαϊκής βοήθειας.  Η αφήγηση αυτή αποκρύπτει τελικά το παρελθόν των μεταναστών και κυρίως την πολεμική συνθήκη που τους φέρνει στα σύνορα, συνθήκη στην οποία πρωταγωνιστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα ευρωπαϊκά κράτη.

 

Η νέα ατζέντα για τη μετανάστευση

Όλα αυτά ανήκουν πάντως στη σφαίρα του θεάματος ή της ιδεολογίας. Γιατί το ναυάγιο δεν έπαιξε καν το ρόλο του καταλύτη. Η «ενεργοποίηση» της Ε.Ε. και οι νέες της διακηρύξεις ήταν προγραμματισμένες (είπαμε και στο προηγούμενο τεύχος κάποια πράγματα). Το ναυάγιο τους έδωσε μια αίσθηση επείγοντος κι ένα κλίμα ηθικής νομιμοποίησης. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, στα μέσα Μαΐου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την νέα ατζέντα για τη μετανάστευση που περιγράφει τα άμεσα μέτρα που θα πάρει η Ε.Ε. για την αντιμετώπιση της «έκτακτης ανάγκης» στη Μεσόγειο αλλά και τις βασικές γραμμές της μελλοντικής διαχείρισης της μετανάστευσης. Οι τέσσερις βασικές άξονες της υπό διαμόρφωση νέας αντιμεταναστευτικής πολιτικής είναι η μείωση των κινήτρων για την παράτυπη μετανάστευση, η περαιτέρω ασφάλιση των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., η κοινή πολιτική ασύλου και η νέα πολιτική για τη νόμιμη μετανάστευση.
Όπως συνηθίζεται σε τέτοια έγγραφα, πρέπει να είναι κανείς εξοικειωμένος με την «αργκό» της κυριλέ διπλωματίας για να ξεχωρίσει τους πραγματικούς στόχους από τα ευχολόγια και τις αοριστολογίες. Για παράδειγμα, θα περίμενε κανείς ότι «μείωση των κινήτρων» σημαίνει αντιμετώπιση των αιτιών που οδηγούν στη μετανάστευση. Στην πραγματικότητα οι αιτίες αυτές προσπερνιούνται με γενικότητες περί συνεργασίας και ανθρωπιστικής βοήθειας και η έμφαση δίνεται στο να γίνει ασύμφορο και μάταιο το ταξίδι των μεταναστών στην Ευρώπη. Η Ε.Ε. φιλοδοξεί να το πετύχει αυτό χτυπώντας το κύκλωμα των διακινητών και διασφαλίζοντας ότι το σύστημα «επιστροφής», όπως αποκαλούνται κομψά οι απελάσεις, θα δουλεύει πιο αυστηρά. Για το πρώτο γίνεται σαφές ότι αυτοί που τελικά φτάνουν στην Ευρώπη, ακόμα κι όταν συλλαμβάνονται, αποτελούν τον τελευταίο κρίκο μιας μακριάς αλυσίδας κι έτσι τα κυκλώματα πρέπει να χτυπηθούν στην έδρα τους. Είτε με ανεύρεση και καταστροφή σκαφών πριν ακόμα χρησιμοποιηθούν, είτε με οικονομικά μέτρα ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος που συνδέεται με τους διακινητές. Για το δεύτερο απαιτείται πίεση στις χώρες από τις οποίες ξεκινούν οι μετανάστες ώστε να δέχονται τους «επαναπατρισμένους» και οι σχετικές συμφωνίες με το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές είναι σ’ αυτήν την κατεύθυνση.
Ήδη αυτοί οι στόχοι απαιτούν μια πιο επιθετική εξωτερική πολιτική από την Ε.Ε., με ενίσχυση των αντιπροσωπειών και των οργανισμών που βρίσκονται σε τρίτες χώρες. Δεν πρόκειται όμως για μια αμιγώς διπλωματική «μάχη». Κι αν αυτό διαφαίνεται ήδη με την εξαγγελία περί καταστροφής σκαφών, γίνεται πιο καθαρό στο δεύτερο σημείο που ασχολείται με την ασφάλιση των εξωτερικών συνόρων. Πάντα με την υποσημείωση ότι στόχος είναι να σωθούν ζωές, ανακοινώνεται ο τριπλασιασμός των κονδυλίων για την επιχείρηση «Τρίτων», η οποία αντικατέστησε στα τέλη του 2014 με πρωτοβουλία της Frontex την αμιγώς ιταλική επιχείρηση Mare Nostrum. Στόχος είναι μεσοπρόθεσμα η δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής, αλλά προς το παρόν η ενίσχυση της Frontex σημαίνει περισσότερα πολεμικά πλοία στη Μεσόγειο, περισσότερες επιχειρήσεις και μεγαλύτερο βεληνεκές (που θα αποφασιστεί την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές). Η επέκταση αυτή της ευρωπαϊκής συνοριακής γραμμής ή αλλιώς η στρατιωτικοποίηση περιοχών μακριά από τα σημεία εισόδου στην Ευρώπη βαδίζει πλάι πλάι με την τεχνολογική θωράκιση των συνόρων, αφού τονίζεται ξανά η ανάγκη να επιταχυνθεί η πρωτοβουλία «Έξυπνα Σύνορα» που θα αποτελεί τη μετεξέλιξη των ευρωπαϊκών πληροφορικών συστημάτων ελέγχου (Eurodac, Visa και Σένγκεν).
Αντίθετα με τα προηγούμενα, το σημείο περί κοινής πολιτικής ασύλου αφορά περισσότερο ένα ζήτημα ισορροπίας μέσα στην Ε.Ε. Βάζει τις βάσεις για την αναθεώρηση της συμφωνίας του Δουβλίνου και για την πιο δίκαιη αναδιανομή των προσφύγων ή την ποσόστωση στο πόσους μετανάστες δέχεται κάθε χώρα. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα από τα ανταλλάγματα ώστε να συνεχίσουν οι χώρες του νότου να παίζουν το ρόλο του προκεχωρημένου φυλακίου της ευρωπαϊκής ηπείρου, αν και προς το παρόν αφορά μόλις 20.000 αναγνωρισμένους πρόσφυγες. Τέλος, το τέταρτο σημείο μπορεί να ξεφεύγει από την αντιμεταναστευτική πολιτική αφού αφορά τη νόμιμη μετανάστευση, αλλά δίνει μια καλή εικόνα για τον κυνισμό της Ε.Ε. και υπενθυμίζει ότι στο κέντρο εξακολουθεί να είναι η εργασία. Την ίδια στιγμή που γίνονται τα πάντα ώστε οι «παράτυποι» μετανάστες να μένουν μακριά από την Ευρώπη και να αποθαρρύνονται, η επιτροπή τονίζει την ανάγκη η ήπειρος να παραμείνει ελκυστικός προορισμός για ειδικευμένους εργάτες.

 

Η “εξαγωγή” της αντιμεταναστευτικής πολιτικής

Όλα αυτά ίσως ακούγονται αρκετά θεωρητικά ή τεχνοκρατικά αλλά θα έχουν πολύ πραγματικές, υλικές συνέπειες. Κι αν τα επίσημα έγγραφα περιέχουν προσεκτικές διατυπώσεις, δεν ισχύει το ίδιο για τις δηλώσεις. Κάπως έτσι ο επίτροπος μετανάστευσης Αβραμόπουλος συνόψισε τη στρατηγική της Ε.Ε. σε μια φράση: «Κηρύξαμε τον πόλεμο στους διακινητές». Ο ίδιος έχει προτείνει οι επιχειρήσεις ενάντια στους διακινητές να εμπνευστούν από την επιχείρηση ATALANTA, που ενεργοποιήθηκε ήδη από το 2010 ενάντια στην πειρατεία, στις ακτές της Σομαλίας. Αυτό που δεν είπε είναι ότι η πειρατεία δε χτυπήθηκε μόνο ή κυρίως από την συγκεκριμένη επιχείρηση, αλλά από τις ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που πλέον στέλνουν ένοπλους φρουρούς στα εμπορικά πλοία. Η ίδια επιχείρηση άλλωστε έχει αποδείξει ότι σε κάποιες περιπτώσεις που οι δουλέμποροι δε διστάζουν να βουλιάξουν τα (έτσι κι αλλιώς παλιά και αναλώσιμα) πλοία τους, ακόμα κι αν είναι φορτωμένα με ανθρώπους.
Ο πολυάσχολος αυτή την εποχή επίτροπος φροντίζει για μια επιπλέον πτυχή της νέας ευρωπαϊκής αντιμεταναστευτικής πολιτικής που δεν αναφέρεται ρητά στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με επισκέψεις στο Μαρόκο, την Αίγυπτο και την Τυνησία, στρώνει το έδαφος για το outsourcing των κέντρων κράτησης στη Βόρεια Αφρική. Ο σκοπός είναι οι αιτήσεις ασύλου (και ό,τι τις συνοδεύει, όπως η λήψη βιομετρικών) να πραγματοποιούνται πριν ξεκινήσει το επικίνδυνο ταξίδι. Έτσι, με πρόσχημα την προστασία από τους δουλέμπορους, μία ακόμα ενοχλητική για τα ευρωπαϊκά «ιδεώδη» λεπτομέρεια θα μπορεί να εξοβελιστεί μακριά από το ευρωπαϊκό έδαφος. Πρόκειται για την υπηρεσία που έφερνε εις πέρας η Λιβύη του Καντάφι με το αζημίωτο και με άγαρμπο τρόπο: εκατοντάδες χιλιάδες κρατούμενοι μετανάστες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο. Η πολιτική κατάσταση στη Λιβύη είναι βέβαια εδώ και χρόνια κατ’ ευφημισμόν ρευστή. Και ίσως χρειαστεί κάτι παραπάνω από τη διπλωματική πίεση κι ένα ταξίδι του Αβραμόπουλου για να αποφασίσει να προσφέρει ξανά αυτή την πολύτιμη εξυπηρέτηση. Σ’ αυτήν τη βάση έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν σενάρια να «βοηθηθεί» η Λιβύη να αποκτήσει επιτέλους μια στιβαρή κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ακόμα και με στρατιωτική επέμβαση. Η πληροφορία ότι στα πλοία που ξεκινούν από εκεί, επιβιβάζονται τζιχαντιστές είναι το καλύτερο επιχείρημα για να γίνουν αυτά τα σενάρια πιο ελκυστικά.

 

O πόλεμος είναι παντού

Χάρη και σ’ αυτά τα σενάρια, ο πόλεμος που αποκρύπτεται σαν αιτία της μετανάστευσης επανέρχεται σαν απάντηση. Το έτσι κι αλλιώς προσχηματικό πένθος γρήγορα θα δώσει τη θέση του στην έκτακτη ανάγκη. Όσα ακολουθήσουν δεν θα αφορούν μόνο την ολοκλήρωση της θωράκισης της Ευρώπης - φρούριο αλλά και την εντονότερη εμπλοκή της Ε.Ε. στους οξυμένους διακρατικούς ανταγωνισμούς. Με όλους τους αστερίσκους που βάζουν οι εσωτερικές κόντρες και τα προβλήματα συνοχής, η Ε.Ε. θα προσπαθήσει να επεκτείνει τις ζώνες επιρροής της με όχημα την ακόμα μεγαλύτερη στρατιωτικοποίηση της Μεσογείου.

 
 
       

Αυτονομία 2017