Αυτονομία

Barricada

 

Mονομανίες, συμβολισμοί και άλλα δεινά

Η πολιτική σύμπραξη αριστεράς και ακροδεξιάς είναι γεγονός. Κρίνοντας επιπλέον απ’ τις χλιαρές έως ανύπαρκτες μετεκλογικές αντιδράσεις, αυτή η συμμαχία, υπήρξε αναμενόμενη ή/και επιθυμητή. Κάπως έτσι είναι πλέον γεγονός η πολιτική σύμπραξη της “νέας σοσιαλδημοκρατίας” μ’ αυτό το ψεκασμένο τμήμα της άκρας δεξιάς. Κι απ’ αυτήν την άποψη έχουν πράγματι δίκιο τα -φιλοκυβερνητικά πια- μήντια πως ζούμε “ιστορικές στιγμές”. Προς το παρόν πάντως, ευμεγέθη σύνολα της ελληνικής κοινωνίας καθώς και η νέα κυβέρνηση “ζουν το μύθο” τους, απολαμβάνοντας -ο καθένας από τη θέση του- τις πρώτες στιγμές της νέας διοίκησης. Για την συνέχεια προφανώς και έχει ο θεός...

Μέσα σ’ αυτό το νέο και προσωρινά “χαρωπό” πολιτικό περιβάλλον είναι κάτι παραπάνω από προφανές, ότι θα έπρεπε να αρμολογηθούν αναλόγως και οι δικές μας θέσεις μάχης. Η γνωστή φράση “ο αγώνας συνεχίζεται”, δηλαδή ένας αγώνας που δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τους όποιους μετασχηματισμούς συντελούνται, επιτελεί εδώ ρόλο συνηγορίας στη σύγχυση. Για μια ακόμα φορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αντίθεση στη συμμορία χ.α. Έχοντας περάσει από διάφορα στάδια πολιτικής μονομανίας τα τελευταία 2,5 χρόνια, αυτή η αντίθεση βρίσκεται ξανά ενώπιον μιας νέας πραγματικότητας. Το πρώτο στάδιο ήταν η μαζικοποίηση της αντίθεσης μετά τις προηγούμενες εκλογές και την είσοδό της στη βουλή. Εκείνο τον καιρό κινητοποιήθηκε μεν αρκετός κόσμος και προφανώς υπήρξε για πολλούς/ες αφετηρία πρώτης πολιτικοποίησης. Την ίδια στιγμή όμως, τόσο η διεύρυνση των πολιτικών περιεχομένων προς την κατεύθυνση του νέου ολοκληρωτισμού, όσο και το ζήτημα μιας πολιτικής οργάνωσης πέρα από την ευκαιριακότητα, έμειναν εν πολλοίς κενό γράμμα. Αυτές ακριβώς τις βασικές αδυναμίες κουβάλησε στις πλάτες της η αντίθεση στη συμμορία, μέχρι τη δυναμική έλευση του “αντιναζιστικού” κράτους. Και μ’ αυτές συνέχισε να πορεύεται σ’ ένα περιβάλλον που άλλαζε ραγδαία και σάρωνε πολιτικά την προηγούμενη μορφή αυτής της αντίθεσης.

Κάτι ανάλογο λοιπόν συμβαίνει και τώρα. Η πρόσφατη συγκέντρωση της συμμορίας για την επέτειο των Ιμίων, συνέπεσε με τις πρώτες μέρες της νέας κυβέρνησης. Η οποία κυβέρνηση επέδειξε μια ιδιαίτερα πολυπρόσωπη παρουσία στην συγκεκριμένη περίσταση: απευθύνθηκε από υπουργικούς θώκους, ντύθηκε τα “καλά και άοπλα ματ” (μιας και πλησιάζουν απόκριες) και βεβαίως συμμετείχε μαζικά στην αντιφασιστική αντιδιαδήλωση, μέσα από το μπλοκ της νεολαίας συριζα. Το γεγονός ότι μπόρεσε να παίξει τόσους ρόλους ταυτόχρονα και επιτυχημένα, δεν οφείλεται τόσο σε κάποιες αναβαθμισμένες “υποκριτικές” ικανότητες, όσο δυστυχώς σε άλλους παράγοντες. Οφείλεται κυρίως στις αδυναμίες που αναφέρουμε παραπάνω: σ’ εκείνες τις στενά “αντιναζί” λογικές μιας πολιτικά άγονης αντίθεσης στη συμμορία, που είναι καταφανέστατη πλέον. Κι εδώ ακριβώς έγκειται το ζήτημα. Ενώ στα λόγια θα βρεθούν αρκετοί ν’ αναγνωρίσουν πως η συμμορία δεν αποτελεί καν ένα υπολογίσιμο τμήμα του νέου ολοκληρωτισμού εν ελλάδι, στην πράξη υπερισχύουν οι κάθε είδους συμβολισμοί και ιστορικισμοί. Αυτοί που θα μπορούσαν να συνοψιστούν στη φράση: “αν αυτοί είναι (νεο)ναζί, εμείς θα γίνουμε ο νέος ελ.ας”. Μια τέτοια αφήγηση προοδευτικά χάνει κάθε επαφή με την πολιτική συγκυρία, κρατώντας όμως σφιχτά τους μύθους, τις φαντασιώσεις και φυσικά τους κατά τόπους “ήρωές” της . Κάπως έτσι τα σημεία και τα τέρατα της νέας πραγματικότητας μοιάζουν σαν τους ελέφαντες που πρέπει να περάσουν μέσα από τα κεφάλια βελόνων της ιδεολογίας. Τι σημαίνει αυτό; Γιατί να ψάχνει κανείς τις -καθόλα πραγματικές, ομολογουμένως- αναπαραστάσεις του φασισμού στο μνημείο των Ιμίων, όταν ο ακροδεξιός ψεκασμένος υπουργός της νέας κυβέρνησης πηγαίνει αυτοπροσώπως στο “σημείο του εγκλήματος”; Μήπως είναι “λιγότερο φασίστας”; Όταν ταυτόχρονα ο νέος υπουργός δημόσιας τάξης αποκλείει κάθε περίπτωση να καταργηθεί η αντιμεταναστευτική πολιτική των φραχτών, είναι “λιγότερο φασίστας”; Τα “αντιναζί” μέλη του σύριζα που διαδήλωσαν ενάντια στη συμμορία, έχουν να πουν κάτι απ’ αυτών; Όλοι οι υπόλοιποι;

Αυτά είναι τα πικρά αποτελέσματα μιας αντίθεσης που αδειάζει επικίνδυνα από πολιτικά περιεχόμενα και επενδύει αυτή την έλλειψη με ηρωικές αφηγήσεις και την διαρκή επίκληση του “επείγοντος”. Αυτά είναι τ’ αποτελέσματα όταν είναι δυνατόν έστω και να υπονοηθεί ότι αυτή η έλλειψη μπορεί να καλυφθεί με πολιτικές λυκοφιλίες στο δρόμο ή την επίδειξη όλο και μεγαλύτερων δόσεων μιλιταριστικού συμβολισμού. Αυτά είναι θλιβερά σημεία των καιρών.  Είναι προφανές ότι από δω και πέρα ο κρατικός “αντιναζισμός” αποκτάει δύο θαυμαστικά επιπλέον. Δεν πρόκειται να τον συναγωνιστούμε σε “παράσημα” -ούτε και να τον εγκαλέσουμε “από τ’ αριστερά”. Πρόκειται να κάνουμε λοιπόν το “αυτονόητο”: θα ενισχύσουμε τις θέσεις των πραγματικών -και όχι των συμβολικών- μετώπων ενάντια στον νέο ολοκληρωτισμό. Τα οποία -τι σύμπτωση!- στρέφονται ενάντια σ’ αυτή την κυβέρνηση και κάθε τέτοια;

 
 
       

Αυτονομία 2017