Αυτονομία

Barricada

 

Fight club:
ντόπες στο μυαλό, σφαίρες στο ψαχνό

Στα μέσα του περασμένου Αυγούστου δύο ερασιτέχνες μποντι-μπιλντεράδες, 25 και 26 χρόνων, δολοφονήθηκαν με καραμπίνα κοντά στην Καρδαμύλη Καλαμάτας. Για το διπλό φονικό συνελήφθησαν δύο αντίστοιχοι wannabe «φουσκωτοί», 18 και 19 χρόνων, οι οποίοι κατέθεσαν απολογούμενοι ότι το ένα θύμα (ο Κ. Σγούρος) τους χρωστούσε αναβολικά αξίας 800 ευρώ, ενώ είχαν δώσει στον τελευταίο το χρηματικό αντίτιμο για την προμήθειά τους αρκετές εβδομάδες πριν. Επομένως το γρήγορο συμπέρασμα που εξαγόταν από τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, περιέγραφε ως κίνητρο των δολοφονιών τις οικονομικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ θυτών και θυμάτων. Μια κακή «ξήγα» μεταξύ ντοπαρισμένων με άλλα λόγια, απ’ αυτές που συμβαίνουν κατά κόρον στο λαθρεμπόριο παντός είδους.
Η υπόθεση θα είχε το ενδιαφέρον της ακόμα κι αν αφορούσε αποκλειστικά το παράνομο εμπόριο σκευασμάτων αύξησης της μυικής μάζας -«φουσκωτίνων» για συντομία- η οποία είναι μια ακόμα μπίζνα όπου διαπρέπει διεθνώς το εν ελλάδι οργανωμένο έγκλημα. Όμως οι δημοσιευθείσες φωτογραφίες θυτών και θυμάτων, όπου αμφότεροι ήταν (τι έκπληξη!) γεμάτοι με εθνικιστικά/φασιστικά τατουάζ, υποδείκνυε τουλάχιστον άλλη μία σημαντική διάσταση της υπόθεσης: τους σαφέστατους «ιδεολογικούς» προσανατολισμούς τους. Επρόκειτο για κραγμένες περιπτώσεις φασιστών και μάλιστα για κείνο το στερεοτυπικό είδος φουσκωμένων και ντοπαρισμένων (στο σώμα και το μυαλό) που «φοριέται» ευρέως τα τελευταία χρόνια -και σίγουρα αρκετά πριν την εμφάνιση της συμμορίας χ.α. στην κεντρική πολιτική σκηνή. Για του λόγου το αληθές, το ένα θύμα (ο Γ. Κομμάτης) ήταν ενταγμένο στο στρατό ως ΕΠΟΠ/καταδρομέας και το άλλο (ο Κ. Σγούρος) φερόταν ως δραστήριο μέλος της συμμορίας χ.α. στον Πειραιά. Μέσω του τελευταίου, φαίνεται πως είχαν σχέση με τη συμμορία στην Καλαμάτα και οι νεαροί φονιάδες -κι αν όχι, μάλλον θα έπρεπε ν’ αποκτήσουν το συντομότερο δυνατό, μιας κι απέδειξαν αναμφισβήτητα τις «ικανότητές» τους. Επομένως, η εικόνα της διπλής δολοφονίας ξεκαθαριζόταν περαιτέρω και πλέον αφορούσε μια κακή ξήγα μεταξύ «συναγωνιστών», εντός ή/και στην περιφέρεια της συμμορίας.

 

Φούσκες Φουσκωτίνες + Πανωσηκώματα

Θα σταματήσουμε κάπου εδώ το αστυνομικό ρεπορτάζ της υπόθεσης. Επίσης θα προσπεράσουμε κατευθείαν το αφελές ερώτημα «μα καλά, γίνονται τέτοια πράγματα στο εσωτερικό της συμμορίας, μεταξύ συναγωνιστών;» (γίνονται και παραγίνονται!) και θα πάμε παρακάτω. Διότι υπό μια ευρύτερη οπτική, η διπλή δολοφονία της Καρδαμύλης προσφέρεται ως αναλυτική κάτοψη ή «ακτινογραφία» συγκεκριμένων κοινωνικών ιδεολογιών, στάσεων και πρακτικών που συνέκλιναν (και) προς τη συμμορία, αφού προηγουμένως είχαν διαγράψει ήδη μεγάλη διαδρομή στις καθημερινές σχέσεις και το οργανωμένο έγκλημα. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην εντατική -και πολύ συχνά ενισχυμένη με ντόπες- «φροντίδα του σώματος μέσω της άσκησης». Συμπεριλαμβάνουμε στο συλλογισμό αυτό τόσο τα γυμναστήρια/ εκκολαπτήρια φουσκωτών, όσο και τις «μάτσο» κοινωνικές συμπεριφορές τους, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Ενώ είναι αλήθεια πως τα αναβολικά και οι φουσκωτίνες κάθε είδους απευθύνονται εδώ και δεκαετίες -καταρχήν- σε επαγγελματίες αθλητές που θέλουν να βελτιώσουν την απόδοσή τους ή/και να ενισχύσουν την σωματοδομή τους, εξίσου αληθής είναι και η εκτεταμένη διάδοση και κοινωνικοποίηση αυτής της «φαρμακολογίας», σίγουρα στο δυτικό κόσμο. Αυτή η εξέλιξη φυσικά και δεν προέκυψε χθες. Ήταν ήδη υπαρκτή στα μέρη μας το 2004, όταν κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας επιχειρήθηκε με τραγελαφικές μεθόδους (τη σκηνοθεσία τροχαίου ατυχήματος!) το κουκούλωμα υποθέσεων ντόπινγκ των τότε πρωταθλητών Κεντέρη και Θάνου.
Έχει επιτευχθεί εδώ και χρόνια λοιπόν η κοινωνική/οικονομική ωρίμανση της ντόπας για μαζική χρήση, παράλληλα με την μεγέθυνση του κλάδου του οργανωμένου εγκλήματος που παρασκευάζει και διακινεί τέτοιες ουσίες. Πλέον για κάθε ντοπαρισμένο υπεραθλητή αντιστοιχούν αρκετές δεκάδες εθισμένων στην ντρόγκα της απόδοσης, της «ρωμαλέας» εμφάνισης και των συνοδευτικών attitude. Πλέον η Ελλάδα θεωρείται διεθνώς ένας απ’ τους τοπ-5 προορισμούς παγκοσμίως για όσους θέλουν ν’ αγοράσουν ελεύθερα (μέχρι κι απ’ τα φαρμακεία!) φουσκωτίνες. Κι έχει αναπτυχθεί τόσο ο «ντοπο-τουρισμός» -όπως και οι ταχυδρομικές αποστολές ουσιών μέσω Ελλάδας- ώστε τα μέρη μας να θεωρούνται ό,τι κι η Ολλανδία για τους χασισοπότες! Μπορεί λοιπόν να μην γίναμε η Δανία του Νότου και της «πράσινης ανάπτυξης», όπως ονειρευόταν πριν λίγα χρόνια ο τότε πρωθυπουργός Παπανδρέου, αλλά κοντά πέσαμε! Ανάπτυξη είναι κι αυτό, έστω και «μαύρη»...
Θα ήταν σίγουρα κακοήθης όποιος/α υπέθετε πως τα οργανωμένα κυκλώματα παρασκευής και διακίνησης φουσκωτίνων για υπεραθλητές δεν μπορεί παρά να έχουν και τμήματα που απευθύνονται στη μαζική κατανάλωση: ουσίες που είτε είναι η προηγούμενη γενιά υπερ-αναβολικών, είτε είναι υποδεέστερες τεχνολογικά απ’ αυτές που πίνουν οι επαγγελματίες. Η ίδια κακοήθεια ίσως εκτιμούσε μέχρι βεβαιότητας την εμπλοκή των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών σ’ αυτό το φαγοπότι, όπως επίσης και των Αρχών σε πολλά κράτη που προσπαθούν σκληρά να μην ανακατεύονται σε τέτοιες δουλειές -όπως άλλωστε συμβαίνει (και) στα μέρη μας. Πάντως εκείνο που δεν αποτελεί κακοήθεια αλλά πραγματικότητα, είναι η εμπλοκή ελλήνων φασιστών σ’ αυτό το κύκλωμα και μάλιστα όχι τίποτα τριτοκλασάτων περιπτώσεων: τουλάχιστον ένας απ’ τους έλληνες «εθελοντές»/σφαγείς της Σρεμπρένιτσα κάνει καριέρα στο συγκεκριμένο κλάδο (δες και την σχετική αναφορά).
Δεν διαθέτουμε τις γνώσεις για να εισχωρήσουμε βαθιά μέσα στις διαδρομές του οργανωμένου εγκλήματος και συγκεκριμένα της διακίνησης/εμπορίου φουσκωτίνων -ούτε ξέρουμε πολλά για τις ποικίλες διασταυρώσεις του με τη συμμορία χ.α. Εμπειρικά όμως γνωρίζουμε ότι η αγορά έχει αλληλεπιδράσει με την πελατεία της -επομένως και με την «κοινωνική βάση» της συμμορίας- ενώ και τα δύο μέρη «φούσκωναν» (δηλαδή μεγεθύνονταν ποιοτικά και ποσοτικά) τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε ίσως χρόνια. Η «αλληλεπίδραση» αυτή υπήρξε μόνο ένα μικρό μέρος των μετασχηματισμών κλίμακας που δρομολογήθηκαν στον ελληνικό καπιταλισμό, το κράτος του και το οργανωμένο τους έγκλημα. Και βέβαια είχαν την ιδιαίτερη αντανάκλασή τους στο παραφουσκωμένο λούμπεν υποκείμενο που εξετάζουμε: ο φουσκωτός έπαψε να είναι απλά ο τύπος με τους πρησμένους μύες, έγινε «ιδιότητα» και επαγγελματικός προσανατολισμός. Τον έβαλαν «πόρτα» σε ελληνάδικο ή/και εναλλακτικό ροκ κλαμπ, πουλούσε προστασία για κάποια μαφία, έγινε σωματοφύλακας, προσλήφθηκε στην αστυνομία και το στρατό, έκανε τον σεκιουριτά, επάνδρωσε οπαδικούς στρατούς, έπιασε δουλειά σε γυμναστήριο (όπου φυσικά έσπρωχνε τη ντόπα του στους νεόκοπους φουσκωτούς) κ.α. Ήταν λοιπόν η καπιταλιστική ανάπτυξη αλα ελληνικά -συμπεριλαμβανομένων και των «μαύρων» πλευρών της- και οι αυξημένες ανάγκες επιτήρησης της ευρυθμίας της, που έγιναν το «ελ ντοράντο» του φουσκωτού. Ήταν η έκρηξη των υπηρεσιών ασφαλείας -και η εν μέρει ιδιωτικοποίησή τους- ήταν η ένταξή του στα επίσημα κι ανεπίσημα σώματα επιτηρητών και φρουρών (της υποτίμησης) της εργασίας του πολυεθνικού προλεταριάτου, που έκαναν τον φουσκωτό ένα απαραίτητο εξάρτημα.
Ένα μικρό, καταρχήν, υποσύνολο αυτών των σύνθετων και μακρόχρονων μετασχηματισμών που περιγράφουμε υπήρξε και η συμμορία χ.α. για την οποία ισχύει πως φούσκωσε -υλικά και συμβολικά- και με αναβολικά. Όμως θα ήταν λάθος να της αποδώσουμε έναν αναβαθμισμένο ρόλο σ’ αυτές τις διεργασίες, τη στιγμή που γνωρίζουμε καλά πως απέκτησε το δοτό -απ’ το βαθύ κράτος- πολιτικό της βάρος, μετά το Δεκέμβρη του 2008. Βέβαια φούσκωσε ακόμα περισσότερο πολιτικά από τότε, αξιοποιώντας τον λούμπεν ακροδεξιό μικροαστισμό που αναδύθηκε -σαν έτοιμος από καιρό- μέσω του αντιμνημονιακού λόγου και των «αγανακτισμένων». Είναι ενδιαφέρον όμως ότι η συμμορία δεν άλλαξε την μέχρι τότε «μεθοδολογία» της, ακόμα κι όταν μπήκε στη βουλή: όπως είχαν ήδη υποδείξει και οι επαγγελματικοί προσανατολισμοί του φουσκωτού, η συμμορία παρέμεινε ταυτόχρονα εξάρτημα του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και πρόθυμος λειτουργός της αυξημένης απαίτησης για ασφάλεια! Πέτυχε λοιπόν (προσωρινά;) εκείνο που είναι ζητούμενο για κάθε σοβαρή -πολιτική ή μη- μαφία: κράτησε τις «δουλειές» της, ενώ ταυτόχρονα διεξήγαγε και τις «σταυροφορίες» της υπέρ της «ασφάλειας των ελλήνων»! Μέχρι την παρέμβαση του «αντιναζιστικού» κράτους, που περιμάζεψε τις «ακρότητες»...
Όμως τίποτα δεν είναι οριστικό: οι ντόπες ταϊζουν ακόμα την μεγάλη δεξαμενή του ακροδεξιού λουμπενισμού που έχει αναδυθεί ήδη απ’ τα πρώτα χρόνια των ΄90s, την ίδια στιγμή που τα παλιά εθνο-αναβολικά της «ισχυρής Ελλάδας, της ανάπτυξης και της επέκτασης στα Βαλκάνια» έχουν φάει τα ψωμιά τους προ πολλού. Η οικονομία του οργανωμένου εγκλήματος έχει καλύψει αυτό το καπιταλιστικό /κρατικό/ιδεολογικό κενό -ειδικά σήμερα, μέσα στα χρόνια της κρίσης- ενώ καταρχήν γιγαντώθηκε ως η «μαύρη» συνιστώσα της ιμπεριαλιστικής επέκτασης βόρεια των συνόρων.

 

Νέες ιδέες σε παλιά σώματα

Η σχέση (μετα)φασισμού -με ή χωρίς τη συμμορία- και οργανωμένου εγκλήματος, στα μέρη μας και όχι μόνο, είναι τόσο δεδομένη που δε θα κουράσουμε γράφοντας περισσότερα. Θα άξιζε όμως να πούμε δυο λόγια για τα ίδια τα σώματα των φουσκωτών και τις ιδεολογίες που εγγράφονται πάνω τους -εκείνες που απεικονίζονται στα εθνο-τατουάζ και πολύ περισσότερο ό,τι βρίσκεται κάτω απ’ την επιφάνεια του δέρματος. Γιατί τα (γυμνασμένα ή όχι) κορμιά κουβαλάνε ένα σωρό κοινωνικές/ιδεολογικές σημασιοδοτήσεις, οι οποίες αποτελούν και το υπόστρωμα για τη χρήση φουσκωτίνων, εν προκειμένω. Τοποθετώντας λοιπόν τα σώματα ως άξονα αναφοράς, ίσως γίνει φανερό υπό ποιες προϋποθέσεις κοινωνικοποιήθηκε κι η μαζική χρήση ντόπας.
Μέχρι πριν είκοσι-τριάντα χρόνια, η αναπτυγμένη σωματοδομή υποδείκνυε είτε κάποιου είδους συστηματική ενασχόληση -επαγγελματική ή όχι- με τον αθλητισμό, είτε τη θέση του υποκειμένου στην παραγωγική διαδικασία. Μάλιστα πριν ο αθλητισμός συνδεθεί, αδιαχώριστα πια, με τις ποικίλες τεχνολογίες βελτίωσης της σωματικής απόδοσης, τα σώματα των αθλητών δεν είχαν δα και τεράστιες διαφορές με κείνα των χειρωνακτών εργατών. Μπορεί λοιπόν το γυμνασμένο, σφριγηλό σώμα να χαρακτήριζε τους αθλητές, ταυτόχρονα όμως ήταν και το σήμα κατατεθέν του χειρωνάκτη εργάτη. Πολύ περισσότερο, υπήρξε ένα απ’ τα κεντρικά σημεία διαφοροποίησης με τους αστούς και την αστική ζωή, ήταν με άλλα λόγια μια βασική πλευρά της κοινωνικής/ταξικής πραγματικότητας απ’ όπου αντλούσε κάποτε την περηφάνια της η παλιά εργατική τάξη. Το γεγονός ότι αυτή η εποχή υπήρξε, αποδεικνύεται και από την πολιτιστική παραγωγή του παρελθόντος, αλλά και τις πολιτικές επενδύσεις πάνω σ’ αυτή τη φιγούρα: ο εργάτης και το σώμα του τραγουδήθηκαν, έγιναν λογοτεχνία και θεατρικό κείμενο σε πολλές γλώσσες, στελέχωσαν τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα και βέβαια εν μέρει επάνδρωσαν τα τάγματα εφόδου του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, στη Γερμανία του μεσοπολέμου. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν ήταν τυχαία και η παραδειγματική σχέση μεταξύ υπεραθλητή κι εργάτη, όπως την υπαγόρευαν οι κυρίαρχες ιδεολογίες παλιότερα, αλλά σε μεγάλο βαθμό και σήμερα: ο πρωτ-αθλητής ήταν/είναι το υπόδειγμα της μέγιστης παραγωγικότητας της εργασίας, ο φάρος που έπρεπε/πρέπει να προσανατολίζει τους συντηρητικούς, υπάκουους κι εγκρατείς από καταχρήσεις εργάτες. Δεκάδες αιώνες πριν, το υπόδειγμα ήταν λίγο διαφορετικό: οι πρωταθλητές των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων αποτελούσαν προβολές του πιο ατρόμητου πολεμιστή στη μάχη, για χάρη του οποίου η πόλη-κράτος καταγωγής του θα γκρέμιζε τα τείχη που την προστάτευαν απ’ τους εισβολείς. Να λοιπόν ποια είναι η καπιταλιστική/κρατική πρόοδος με χειροπιαστό τρόπο: ο πόλεμος μέσα στους αιώνες υπάχθηκε στην εργασία, ως η μέγιστη καταστροφικότητά της...
Όμως ποια είναι η σχέση των παραπάνω με το θέμα μας; Ο ίδιος ο φουσκωτός μπορεί φυσικά να φαντασιώνει -και το κάνει- πως είναι κατευθείαν απόγονος του σπαρτιάτη Λεωνίδα κι επίσης μπορεί αυτό να παριστάνουν τα τατουάζ του. Αν είναι λίγο «διαβασμένος», πράγμα σπάνιο, μπορεί και να έχει υπ’ όψη του την χειραγωγική υμνολογία της χειρωνακτικής εργασίας απ’ τους γερμανούς (και όχι μόνο) εθνικοσοσιαλιστές. Όμως ο φουσκωτός -όπως όλοι μας- είναι ένα κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένο προϊόν της εποχής του -δεν είναι ούτε παρθενογέννεση, ούτε είναι δυνατόν απλά να παίζει σε replay τις ιδεολογικές φαντασιώσεις του. Η φιγούρα του φουσκωτού έλκει την καταγωγή της από μια συγκεκριμένη κοινωνική/ιδεολογική εννόηση του σώματος, που γονιμοποιήθηκε από δύο, τουλάχιστον, διαφορετικές μεριές, οι οποίες όμως έχουν και κοινά σημεία: κατά πρώτον, από μια ιδιαίτερη ανάγνωση του σώματος του επαγγελματία αθλητή την εποχή της υπερτεχνολογικής/χημικής του βελτίωσης. Κατά δεύτερον, είναι μακρινό τέκνο της ιδεολογίας της «αυτοβελτίωσης», όπως αναπτύχθηκε μετά την κινηματική υποχώρηση των δεκαετιών 1960-΄70: η «στροφή στον εαυτό», μετά την ήττα των συλλογικών αφηγήσεων και μαχητικών διεκδικήσεων, είχε και τέτοιες πλευρές -πέρα από τις ανατολικές θρησκείες και τα drugs. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η αυτοβελτίωση παραμένει, δεκαετίες μετά, ένα βασικό καύσιμο της «επιθυμητικής»/καταναλωτικής έκρηξης μέχρι και σήμερα. Επομένως, έχουμε βάσιμους λόγους να θεωρούμε πως αυτή η διπλή ανάγνωση/εννόηση του σώματος, ήταν που οδήγησε με απόλυτη ακρίβεια στο χρυσό κανόνα των καιρών, που φυσικά εφαρμόζεται και στην περίπτωση του φουσκωτού. Ο κανόνας αυτός αναφέρει με μεγάλα γράμματα πως το σώμα μας (όπως τα πάντα γύρω μας) είναι κεφάλαιο -και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό. Το σώμα μας είναι κεφάλαιο που πρέπει να το φροντίζουμε και να το επενδύουμε με προσοχή, μην «χαλάσει» πριν την ώρα του. Φυσικά δεν είναι μυστικό πως αυτή η ιδέα περί σώματος προέρχεται κατευθείαν από την πολιτική καρδιά του νεοφιλελευθερισμού. Ούτε συμβαίνει κατά τύχη πως η εννόηση του σώματος ως κεφάλαιο -ανάμεσα σε άλλα οφέλη- σκοπεύει να παραγράψει τις εργατικές οδύνες της συγκρότησής του χθες και σήμερα. Άλλωστε αυτή είναι η πολιτική χρησιμότητα του νεοφιλελευθερισμού: να επιβάλλει την αφήγησή του όχι μόνο στο παρόν, αλλά αναδρομικά στο παρελθόν και προκαταβολικά στο μέλλον.
Ίσως λοιπόν τώρα να γίνεται πιο κατανοητό πώς μαζικοποιήθηκε η φιγούρα του φουσκωτού και τι ακριβώς σημαίνει ότι έγινε «ιδιότητα» κι «επαγγελματικός προσανατολισμός», δηλαδή ένα κεφάλαιο-σε-χρήση: πρόκειται για ένα success story που περιλαμβάνει την κοινωνική/ιδεολογική κίνηση και τους καπιταλιστικούς /κρατικούς/εγκληματικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων δεκαετιών, όπως περιγράψαμε παραπάνω. Και δεν χωράει αμφιβολία πως η σχέση αυτού του υποκειμένου με τον Λεωνίδα και τον παλιό φασισμό του μεσοπολέμου, κινείται στο επίπεδο των αναμνήσεων και της επίκλησης ενός ένδοξου παρελθόντος, το οποίο φυσικά κι έχει το πολιτικό του βάρος σήμερα. Με μια έννοια παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με τη σχέση που έχει η συμμορία χ.α. με τον νέο ολοκληρωτισμό: τ’ αφεντικά και το κράτος τους ανασύρουν μορφές του παλιού κόσμου (τους) για να κατευθύνουν/εκβιάσουν το θαυμαστό καινούριο κόσμο, που μας περιμένει.

Κι ο φουσκωτός είναι ακόμα ένα καλό παράδειγμα αυτού που υποστηρίζουμε: το σώμα του είναι μεν οργανικά ενταγμένο στην καπιταλιστική πειθαρχία των σωμάτων και την αφήγηση που τους αντιστοιχεί, πλην όμως είναι ένα ακραίο όριο της παλιάς, χημικής βελτίωσης των σωμάτων. Κάνει το πειραματόζωο, καταπίνοντας πάνω στο άγχος του να πετύχει γρήγορα αποτελέσματα, ακόμα και φουσκωτίνες για αγελάδες ή άλλα ζώα, όταν τ’ αφεντικά διαφημίζουν εδώ και χρόνια τη βιοτεχνολογική «βελτίωση» του σώματος. Όμως αυτός ήταν ο ρόλος του φασισμού τότε, αυτός είναι κι ο ρόλος του νέου ολοκληρωτισμού σήμερα: ν’ αναλάβει την εντατική εργασία της καταστροφής του παλιού κόσμου και των παλιών κοινωνικών σχέσεων, επιστρατεύοντας όμως υπέρ του όλες τις ιδεοληψίες που έχει συσσωρεύσει η καπιταλιστική «πρόοδος» -σαν απαραίτητο βήμα της απρόσκοπτης (από αρνήσεις) κατασκευής του καινούριου καπιταλιστικού κόσμου και των νέων κοινωνικών σχέσεων που του αντιστοιχούν. Και σ’ αυτό το έργο οι φουσκωτοί κι οι φουσκωτίνες τους (θα) έχουν το δικό τους ρόλο...
 
 
       

Αυτονομία 2017