Αυτονομία

Barricada

 

Όχι άλλο “αντιρατσισμό”

Από τις 9 του περασμένου Σεπτέμβρη το αποκαλούμενο “αντιρατσιστικό” νομοσχέδιο είναι πλέον νόμος του ελληνικού κράτους, μετά από 1,5 χρόνο ενδοκυβερνητικών διαφωνιών, παλινωδιών και “μαγειρεμάτων” σε ό,τι αφορά το τελικό του περιεχόμενο. Όπως θα δείξουμε και παρακάτω, η σχέση αυτού του νόμου με τον αντιρατσισμό, όποιο ειδικό περιεχόμενο κι αν αποδοθεί σ’ αυτόν, βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στα κεφάλια των νομοθετών. Βέβαια αν το ζήτημα εξαντλείται στο να παρουσιάσει ένα κάποιο έργο το “αντιναζιστικό” κράτος, μια χαρά θα την κάνει τη δουλειά ο “αντιρατσιστικός”, εφόσον δεν υπάρχουν και τίποτα τρομερές αντιθέσεις ή κοινωνικές πιέσεις. Το αντίθετο μάλιστα: η δεξιά αντιπολίτευση στο νομοσχέδιο έκανε περισσότερο θόρυβο σχετικά, ισχυριζόμενη πως ένα τέτοιο νομοθέτημα θα “φιμώσει” τα λογύδρια των παπάδων και των καραβανάδων. Δηλαδή παραδεχόταν αντεστραμμένα το ρατσισμό τους και όλο το ιδεολογικό σκατό που αυτοί σπρώχνουν!

Αφήνουμε όμως στην άκρη την πολυδοκιμασμένη πλέον συνταγή "κάνουμε δεξιά αντιπολίτευση σε προνομιακά για μας ζητήματα" (θυμηθείτε π.χ. το νόμο για την ιθαγένεια) και πάμε παρακάτω. Ξέρουμε άλλωστε πως οι "καινοτομίες" που εισάγει ο νόμος, αλλά και η επιλεκτικότητα με την οποία θα εφαρμοστεί πιθανότατα, πρόκειται να αποζημιώσουν τους εθνικόφρονες. Τι περιλαμβάνει ο νόμος; Στο πρώτο άρθρο του, το οποίο υποτίθεται πως είναι το κατεξοχήν αντιρατσιστικό, ποινικοποιεί τη διάκριση, το μίσος και τη βία με βάση τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη θρησκεία, το σεξουαλικό προσανατολισμό ή την αναπηρία. Στο δεύτερο άρθρο του, ποινικοποιεί τη δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση των εγκλημάτων πολέμου, των γενοκτονιών, του Ολοκαυτώματος και γενικότερα κάθε εγκλήματος που έχει αναγνωριστεί από διεθνές δικαστήριο ή την ελληνική Βουλή. Αν πάρει κανείς αυτό το νόμο τοις μετρητοίς, αν δεν έχει καθόλου υπ' όψη του τη χώρα και τους βουλευτές που τον ψήφισαν, μπορεί και να πιστέψει ότι το ελληνικό κράτος σκοπεύει να τα βάλει με όλη τη ρατσιστική και δολοφονική καφρίλα αυτού του κόσμου, όποιον κι αν στοχεύει, όποτε κι αν συνέβη. Γνωρίζουμε όμως καλά πού ζούμε: σε μια χώρα και μια εποχή, όπου ακόμα και οι ψευδαισθήσεις φυτρώνουν δύσκολα. Επειδή λοιπόν το ελληνικό κράτος δεν σκοπεύει, καιροί που είναι, να αυτοκαταργήσει μερικές από τις πιο στρατηγικές ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις του, χρειάζεται να "αποκαλύψουμε" τις πραγματικές προθέσεις του.

Κατά τη γνώμη μας, μια πρόθεση-κλειδί αυτού του νόμου είναι η πολιτική σχετικοποίηση των αδικημάτων που περιγράφονται: τοποθετώντας εντός της ποινικής διερεύνησης στάσεις, προτροπές, ιδεολογίες και πρακτικές επιτυγχάνεται το αντίστροφο αποτέλεσμα απ’ το -υποτιθέμενα- επιδιωκόμενο. Ένας εισαγγελέας ή ένας δικαστής μπαίνει αυτοδίκαια στη θέση -γιατί του την προσφέρει ο νόμος- να κάνει πολιτικές, ουσιαστικά, αξιολογήσεις επιχειρώντας να στοιχειοθετήσει τη διάπραξη (ή μη) ενός αδικήματος. Είναι λοιπόν “αρκετά” ρατσιστής, σύμφωνα με το δικαστήριο, ο τάδε που είπε ή έκανε το δείνα; Εμπεριέχει όντως σεξιστική διάκριση το τάδε δημόσιο γεγονός ή δήλωση; Με άλλα λόγια, οι δικαστές και οι εισαγγελείς -οι οποίοι άλλωστε διακρίνονται για τον αντιρατσισμό τους όσο οι παπάδες και οι καραβανάδες- θα κρατάνε στο χέρι τους ένα πολιτικό/αξιολογικό υποδεκάμετρο ακριβούς υπολογισμού ενός διερευνώμενου αδικήματος. Και στην περίπτωση που όντως εφαρμοστεί αυτός ο νόμος -πράγμα που ποτέ δεν είναι σίγουρο σ΄αυτή τη χώρα- μπορεί ένα πλήθος ρατσιστικών και άλλων συμπεριφορών και πρακτικών να περάσει σ' ένα στάδιο ατιμωρησίας με τη θεσμική/δικαστική βούλα, εκεί που μέχρι πρόσφατα υπήρχε σκέτη ατιμωρησία. Θα είναι ίσως μια "προόδος" για την ιστορία των θεσμών στα μέρη μας.

Εκεί που φαίνονται όμως πεντακάθαρα οι (πολιτικότατες!) προθέσεις των νομοθετών είναι στο δεύτερο άρθρο, όπου αναφέρεται στην ποινικοποίηση ιστορικών γεγονότων μεγάλου πραγματικού και συμβολικού βάρους. Ας σταθούμε λίγο εδώ: δεν θα πούμε τίποτα καινούριο αν θυμίσουμε πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές, δηλαδή εκείνοι που έχουν σκοτώσει πιθανότατα τους περισσότερους, αλλά έμειναν τελευταίοι και καλύτεροι για να διηγηθούν τα γεγονότα όπως τους συμφέρει. Επομένως δεν μπορεί παρά να υπάρχει μια μεγάλη πολιτική/εθνική σκοπιμότητα ως προς το τι αναγνωρίζεται σαν "γενοκτονία" ή "έγκλημα πολέμου". Μ' αυτήν την έννοια, κάθε κράτος που σέβεται το δολοφονικό παρελθόν του, έχει συμφέρον να κρύβει, να δικαιολογεί ή να σχετικοποιεί τα δικά του εγκλήματα, ενώ την ίδια στιγμή εμφανίζεται σαν θύμα κάποιων άλλων. Στην περίπτωση μας η ειδική αναφορά σε γενοκτονίες που έχει αναγνωρίσει η ελληνική Βουλή -οι οποίες έχουν ένα ξεκάθαρα αντιτουρκικό πρόσημο- είναι απόλυτα ενδεικτική. Το πρόχειρο συμπέρασμα λοιπόν είναι πως για το ελληνικό κράτος υπάρχουν γενοκτονίες και “γενοκτονίες”, όπου οι δεύτερες “δεν συνέβησαν ποτέ”, “δεν είχαν τόσους νεκρούς”, “δεν ευθυνόμαστε εμείς” κ.α. Με άλλα λόγια κι εδώ επιχειρείται μια σχετικοποίηση με εθνικές σκοπιμότητες πια.

Το λογικό επόμενο που προκύπτει είναι πως μ’ αυτό τον νόμο επιχειρείται η απόλυτη και αδιαμφισβήτητη εθνικοποίηση της ιστορίας. Κι ακολούθως πριμοδοτούνται οι εθνικά ορθές ιστορικές αφηγήσεις. Πλέον η εθνικοποίηση της ιστορίας κατοχυρώνεται ως η ποινικά/δικαστικά ορθή υπαγόρευσή της, χωρίς παρεκκλίσεις! Κι ίσως οι δικαστές κληθούν να ελέγξουν -μετά από μήνυση κάποιου εθνικόφρονα- αν ο τάδε έχει παπαγαλίσει σωστά την εθνική αφήγηση ή είναι "μειοδότης". Νομίζουμε πως είναι προφανείς οι ποινικές οδοί που ανοίγονται, στην περίπτωση που ο "αντιρατσιστικός" (ο ποιος;) νόμος εφαρμοστεί μ' ένα ελάχιστα αυστηρό πνεύμα.

Επιστέγασμα όλων των παραπάνω και βασικότερη καινοτομία αυτού του νόμου είναι πως δεν ποινικοποιεί μόνο τις πράξεις, αλλά αντίθετα γίνεται αναφορά σε κάποιου είδους ενέργειες -οι οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι λ.χ. δημόσια κείμενα- οι οποίες επί της ουσίας θεωρείται πως "προπαρασκευάζουν" τη διάπραξη των προαναφερθέντων αδικημάτων. Ενδεικτικά αναφέρονται η δημόσια προτροπή, η υποκίνηση, η επιδοκιμασία, ο ευτελισμός και η κακόβουλη άρνηση των περιεχομένων του νόμου. Πως να λέγεται άραγε μια τέτοιου είδους προληπτική ποινικοποίηση; Πριν 80 χρόνια σ' αυτά τα μέρη θα λεγόταν Ιδιώνυμο, μάλλον. Επειδή όμως ούτε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας έχουμε -και δυστυχώς- ούτε και για το ανταγωνιστικό κίνημα γενικότερα, μάλλον θα έπρεπε ν' αναζητήσουμε άλλου είδους "εμπνεύσεις" γι' αυτό το εύρημα των νομοθετών. Γιατί ο "αντιρατσιστικός" (ο ποιος είπαμε;) βρίσκεται υπό την πολιτική/ιδεολογική επιρροή της σχολής των "εγκλημάτων σκέψης" -ή hate crimes, όπως είναι η διεθνής ονομασία. Σύμφωνα μ' αυτήν τη σύγχρονη τάση "μηδενικής ανοχής του σκέπτεσθαι", τα εγκλήματα σκέψης είναι τέτοια, άσχετα εάν οδηγούν και σε εγκληματικές πράξεις, χωρίς να έχει σημασία αν εκείνος που εκφέρει ένα λόγο συνδέεται αναμφισβήτητα με κείνον που διαπράττει κάτι παράνομο. Με άλλα λόγια ο αντιρατσιστικός νόμος, που μόνο τέτοιος δεν είναι τελικά, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, είτε επιβάλλοντας προληπτικά λογοκρισία σε μια σειρά θέματα εθνικού ενδιαφέροντος, είτε και τιμωρώντας ποινικά την παραμικρή παρέκκλιση από τη "γραμμή". Και φυσικά θα μπορούσαν στο μέλλον να γίνουν και προσθήκες ή ακόμα πιο διασταλτικές ερμηνείες όσων προβλέπει ήδη: για παράδειγμα, γιατί να μην υπάρχει ένας νόμος που να επιβάλλει πως από δω και πέρα οποιαδήποτε αναφορά στη βόρεια Κύπρο θα ξεκινάει με το πρόθεμα "ψευδο-"; Έτσι κι αλλιώς αυτό συμβαίνει και τώρα.

Πραγματικά λοιπόν δεν ξέρουμε τι περισσότερο θα ήθελαν όλοι εκείνοι οι δεξaιοί "αντιφρονούντες" που αντιδρούσαν στη ψήφιση του νόμου. Άλλωστε είναι προφανές πως ο νόμος τους κλείνει το μάτι καθώς κι ότι εντός του διατυπώνεται με νομική γλώσσα, όλη η πολιτική τακτική που ακολούθησαν από τις αρχές της δεκατίας του 2000 το λα.ο.σ., οι καραμπελιάδες και τα διάφορα ακροδεξιά περιοδικά και site: συντονισμένη επίθεση σε αριστερούς (ή απλά φιλελεύθερους) συγγραφείς -με προτίμηση στους ιστορικούς- με αφορμή κάποια κείμενα ή βιβλία τους, που κρίνονταν "αντεθνικά". Σκοπός ήταν να δημιουργηθεί ζήτημα δημόσια, να εκτεθούν πολιτικά απέναντι σ' ένα λούμπεν ακροδεξιό ακροατήριο και ν' αρκεστούν σε αμυντικές θέσεις, που άφηναν χώρο στους φασίστες κάθε είδους ν' αγορεύουν περί της εθνικά ορθής αφήγησης της ιστορίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η "κινητοποίηση" για το σχολικό βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού και η στοχοποίηση της συγγραφέως του Μ. Ρεπούση (βουλευτή της ΔΗΜΑΡ πλέον)...

Κλείνοντας: δεν χωράει αμφιβολία πως αυτός ο αντιρατσιστικός νόμος είναι προϊόν αυτού του "αντιναζιστικού" κράτους. Με άλλα λόγια δεν θα περιμέναμε και τίποτα διαφορετικό: στους καιρούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών εργατών/προσφύγων πολέμου, ένας δικαστής θα ψάχνει με το υποδεκάμετρο να βρει αν στοιχειοθετούνται ρατσιστικά αδικήματα εδώ κι εκεί, ενώ ένας άλλος θα γίνει επιτηρητής της εθνικά ορθής ιστορικής αφήγησης. Άλλωστε ο νέος ολοκληρωτισμός ανέχεται έναν κάποιο "δημοκρατικό πλουραλισμό". Κι εμείς συνεχίζουμε να κινούμαστε μέσα στο πραγματικό σύνταγμα των κοινωνικών σχέσεων. Που σημαίνει πως: όχι φασίστες δεν θα κινδυνεύσετε από τις αντιρατσιστικές μηνύσεις μας. Αξίζετε πολλά περισσότερα...

 
 
       

Αυτονομία 2017