Αυτονομία

Barricada

 

ΣΥΡΙΖΑ τηλε-εκλογές

Πάει πολύς καιρός από τότε που στον απόηχο του κινήματος (των κινημάτων) της αντιπαγκοσμιοποίησης, η πολιτική χυδαιότητα είχε εκφραστεί με το ιστορικό και ανεπανάληπτο «συναντηθήκαμε στους δρόμους, θα βρεθούμε και στις κάλπες». Αυτή η άθλια ατάκα αντικατόπτριζε το ποιόν και τον οππορτουνισμό μιας αριστεράς της προόδου, που θεωρούσε ως απλή συνεπαγωγή τους αγώνες στο δρόμο (ο αλλάχ να τους κάνει τέτοιους) και τα ψηφαλάκια της εκλογικής διαδικασίας. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι· και καθώς οι αγώνες μετατράπηκαν βήμα βήμα σε κουρελιασμένα λάβαρα μιας άλλης εποχής, το μόνο που απόμεινε για να τους θυμίζει είναι μια χούφτα «αγωνιστών χωρίς αγώνες» που χάρη στην συνδικαλιστική τους ιδιότητα, εξακολουθούν να βρίσκονται στα κάδρα και τα τηλεπαράθυρα του δημόσιου διαλόγου. Από την άλλη, πλάι στους ξεπεσμένους πρίγκηπες των αγώνων του δημοσίου τομέα, ξεπροβάλλουν τα βασιλόπουλα του μεταμοντέρνου που αντί για τη ρομφαία της δικαισούνης και της αντίστασης κραδαίνουν κάμερες και πληκτρολόγια· και τις άκρες τους στον κόσμο των μήντια φυσικά.

Μια ματιά στο ευρωψηφοδέλτιο του συριζα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Μετά τους έντονους τριγμούς και τις μουρμούρες που συνόδευσαν την κατάρτιση των ψηφοδελτίων για τους δήμους και τις περιφέρειες, με Βουδούρηδες, Καρυπίδηδες και κάθε λογής φυντάνια, το ευρωψηφοδέλτιο αποτέλεσε ενός είδους δοκιμαστικό σωλήνα. Σ΄αυτό συντέλεσε και η αλλαγή του τρόπου εκλογής των ευρωϋποψηφίων. Στο βαθμό που καταργήθηκε η λίστα και πλέον οι υποψήφιοι εκλέγονται βάση σταυροδοσίας, η επιλογή δεν μπορούσε παρά να γίνει με κριτήρια δημοτικότητας και αναγνωρισιμότητας, καθώς απαιτείται ένα ποσοστό της τάξης περίπου 4% για την εκλογή κάθε υποψήφιου. Έτσι, παρότι διατηρήθηκε η σταθερή πια σχέση με το πασοκ, με υποψηφιότητες όπως της Σακοράφα ή του Κρίτωνα Αρσένη, έγινε επιτέλους και το πολυπόθητο «πολυσυλλεκτικό» άνοιγμα στην κοινωνία: σε πρώτο χρόνο με βαριά χαρτιά όπως της Κωνσταντίνας Κούνεβα, του Θέμη Κοτσυφάκη της ΟΛΜΕ και του Σάββα Ρομπόλη του ΙΝΕ αλλά κυρίως χάρη σε ένα κάρο τηλεμαϊντανούς που παρελαύνουν από τα κανάλια σε σταθερή βάση. Ο πάλαι ποτέ φίλος του πασοκ Στέλιος Κούλογλου, ο αρχισυντάκτης του ακροδεξιού Αλαφουζέικου Νίκος Ξυδάκης και ο συνταγματολόγος υπερασπιστής των απανταχού κατατρεγμένων Γιώργος Κατρούγκαλος, εξαργύρωσαν τους τηλεοπτικούς τους αγώνες κερδίζοντας θέση στο ευρωψηφοδέλτιο του συριζα. Πλάι σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν οι παρ’ ολίγον υποψηφιότητες του αντιμνημονιακού παπαρολόγου οικονομολόγου Γιώργου Βαρουφάκη και του «ζήτω ο λαϊκισμός» καραγκιόζη Λάκη Λαζόπουλου που για δικούς τους λόγους αρνήθηκαν ευγενικά τις υποψηφιότητες μεν, στήριξαν όμως συριζα με τρέλα και πριονοκορδέλα δε. Παρά φύσιν συμμαχία με πολύ νόημα όμως. Γιατί η ουσία βρίσκεται όχι στην χ ή ψ τραβηγμένη υποψηφιότητα αλλά στο παζλ που συνθέτει η συνύπαρξη των παραπάνω, και άλλων υποψηφίων. Δεν πρόκειται απλά για τη δοκιμασμένη ευρωσυνταγή του «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Αυτό το ψηφοδέλτιο βρίσκεται ένα βήμα πιο πέρα. Βρίσκεται στο σημείο που το όραμα της εξουσίας και ο πολιτικός ρεαλισμός αναδεικνύουν τον κυνισμό σαν μοναδικό οδηγό -πολιτικής- επιβίωσης. Έτσι η Κούνεβα στριμώχνεται στην ίδια κόλλα χαρτί παρέα με τον Κούλογλου. Γιατί αν ήταν έστω και ελάχιστα διαφορετικά τα πράγματα, θα αναρωτιόταν και ο πιο αφελής: Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί μεταξύ τους; Ή ακόμη καλύτερα: Τι έκαναν ο φίλος των εργατών Ρομπόλης, ο αντιμνημονιακός Κούλογλου και ο πεφωτισμένος Ξυδάκης όταν η Κούνεβα και οι υπόλοιπες καθαρίστριες, (φθινόπωρο του 2008, πριν την εξέγερση του Δεκέμβρη και πριν η Κούνεβα δεχθεί την επίθεση με βιτριόλι) κατάγγελαν τα όσα συμβαίνουν στο χώρο εργασίας τους; Μήπως δεν γνώριζαν; Μήπως δεν είχαν ακούσει; Όχι, πολλοί γνώριζαν. Πολλοί ήξεραν για τα κάτεργα εργασίας των εταιρειών καθαρισμού  και όχι μόνο το βούλωναν αλλά μέσα από στήλες εφημερίδων και τηλεοπτικές εκπομπές αργότερα παρίσταναν πως έπεφταν από τα σύννεφα γι’ αυτές τις «ακραίες πρακτικές εκφοβισμού συνδικαλιστών». Όπως ήξερε ο Ξυδάκης για ποιους δούλευε όταν «εξέφραζε τους προβληματισμούς του» για το πρόβλημα της εγκληματικότητας και της υποβάθμισης του ιστορικού κέντρου, την ίδια στιγμή που τα πρωτοσέλιδα της «Καθημερινής» διαφήμιζαν τους φασίστες έξω από το παλιό Εφετείο. Και στη συνέχεια, αφού οι φασίστες είχαν κάνει την βρώμικη δουλειά, διοργάνωνε πολιτιστικές εκδηλώσεις σε εναλλακτικούς του κώλου πολυχώρους της ίδιας περιοχής. Όπως ήξερε ο Λαζόπουλος πως οι κρυόκωλες και ανέξοδες για το σύστημα τηλεοπτικές καταγγελίες του πήγαιναν πακέτο με το γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων του τεχνικού του team έμεναν για μήνες απλήρωτοι επειδή οι δουλειές του αφεντικού του Κοντομηνά δεν πήγαιναν καλά. Δεν αποτελούν προϊστορία αυτά τα γεγονότα. Είναι η πρόσφατη ιστορία, στιγμιότυπα της σύγχρονης βαρβαρότητας, που στα πλαίσια μιας γενικευμένης σύγχυσης ξεχνιούνται. Γιατί προκειμένου να πάνε όλα όπως πρέπει, η αμνησία είναι αναγκαία και βασική συνθήκη. Μ’ αυτήν την έννοια το ερώτημα δεν είναι ποιος μπορεί ν’ αλλάξει τον τόπο ή να σώσει την κοινωνία από τους φασίστες. Το ερώτημα είναι ποιος είναι διατεθειμένος να πουλήσει την ψυχή του στο διάολο ή να σώσει ό,τι έχει απομείνει από το μυαλό του. Ποιος θα κάνει τα βιτριόλια αγιασμό ή το μίσος του δηλητήριο για τ’ αφεντικά.
 
 
       

Αυτονομία 2017