Αυτονομία

Barricada

 

Χρυσή Αυγή: Η επόμενη μέρα

Έχουν περάσει δύο μήνες και βάλε από τότε που η χ.α. γνώρισε στο πετσί της το «αντιναζιστικό μένος» του ελληνικού κράτους. Έφοδοι σε γραφεία της οργάνωσης, συλλήψεις, προφυλακίσεις κ.ο.κ. Και μια διάχυτη –μηντιακή- εντύπωση απόσυρσης του πολιτικού προσωπικού της. Έγκαιρα είχαμε υποστηρίξει (λίγες μέρες μετά την δολοφονία του Killah P), πως καλό είναι να κρατάμε μικρό καλάθι. Έχοντας κατά νου όχι τα ρεπορτάζ του αντιναζί «Έθνους» και του αντιφασίστα Σρόιτερ αλλά τον χάρτη των πολιτικών εξελίξεων, τουλάχιστον τα δύο τελευταία χρόνια. Τους λόγους και τις αιτίες δηλαδή που η παρακρατική συμμορία βρέθηκε στο πολιτικό προσκήνιο. Είπαμε στα τέλη του Σεπτεμβρίου πως πρόκειται περί «κλαδέματος» της χ.α.: διορθωτικές κινήσεις από την πλευρά του κράτους προκειμένου αυτή να παραμένει λειτουργικά χρήσιμη για τ’ αφεντικά σ’ ένα κατά τ’ άλλα ρευστό πολιτικό τοπίο. Νομίζουμε πως όσα έχουν μεσολαβήσει από τότε συνηγορούν σε αυτή την εκτίμηση.

 

Οι διώξεις

Καταρχάς και σε αυτή την περίπτωση παρακολουθούμε το γνωστό σήριαλ «η υπόθεση έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης». Το θόρυβο των μήντια και τις πομπώδεις δηλώσεις του υπουργού προ.πο έχουν διαδεχτεί η σύνεση και η ψυχραιμία ώστε η δικαιοσύνη «να επιτελέσει απερίσπαστη το έργο της». Νέοι μάρτυρες καλούνται να καταθέσουν και φάκελοι παλιών υποθέσεων ξανανοίγουν, τροφοδοτώντας αραιά και που το δικαστικό ρεπορτάζ. Από την άλλη, κάθε τρεις και λίγο συζητούνται οι άρσεις ασυλίας και των υπόλοιπων -μη προφυλακισμένων- βουλευτών. Οι οποίες αν και αναγγέλλονται με πηχυαίους τίτλους, καλό είναι να θυμόμαστε πως περνάει πολύς καιρός μέχρι να συζητηθούν κι ακόμη περισσότερος μέχρι τελικά να καταλήξουν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Με άλλα λόγια, παρότι οι άρσεις ασυλίας έχουν προβληθεί σαν ένα από τα κύρια δείγματα αποφασιστικότητας της «αντιναζιστικής» κυβέρνησης Σαμαρά, στην πραγματικότητα πρόκειται για κινήσεις που ουσιαστικά θα κριθούν σε μέλλοντα και όχι παρόντα χρόνο. Και μέχρι τότε ποιος ζει, ποιος πεθαίνει... Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η περίφημη ανακριτική διαδικασία. Καθώς πρόκειται για μία ογκωδέστατη δικογραφία για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, είναι βέβαιο πως θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι αυτή να παρουσιαστεί σαν έτοιμο, δεμένο και άρτια τεκμηριωμένο κατηγορητήριο. Αν βάλει κανείς στο λογαριασμό και τα ηθελημένα ή αθέλητα γραφειοκρατικά εμπόδια που, σχεδόν νομοτελειακά, εμφανίζονται σε τέτοιες υποθέσεις, είναι κι εδώ μακρύς ο δρόμος. Και μπορεί να αποδειχθεί ακόμη μακρύτερος. Γιατί όπως πολλές φορές έχει συμβεί στο παρελθόν -ειδικά με υποθέσεις που αφορούν το οργανωμένο έγκλημα-, μέχρι η υπόθεση να φτάσει στις δικαστικές αίθουσες, πολλά έχουν αλλάξει: άλλοι μάρτυρες έχουν εξαφανιστεί, άλλοι κάνουν συμπληρωματικές καταθέσεις για να πουν «την πραγματική αλήθεια», και άλλοι από μάρτυρες κατηγορίας μετατρέπονται ξαφνικά σε μάρτυρες υπεράσπισης. Με άλλα λόγια, το αν τελικά θα υπάρξουν καταδίκες ή όχι σε κάποια σοβαρή υπόθεση είναι περισσότερο ζήτημα πολιτικής επιλογής -πριν τη δίκη- και λιγότερο των στοιχείων τα οποία προσκομίζονται στη δίκη.

 

Οι «ψύχραιμοι»

Μετά τη διπλή εκτέλεση στο Νέο Ηράκλειο, οι αντιδράσεις τόσο των μπάτσων όσο των φασιστών αποτελούσαν ένα γρίφο για δύσκολους λύτες. Για τους μεν πρώτους, πολλοί πιθανολογούσαν πογκρόμ συλλήψεων και επιχειρήσεις αστραπή για την αντιμετώπιση του «άλλου άκρου». Για τους δε φασίστες, πως «πνιγμένοι από το δίκιο τους» θα επιχειρούσαν άμεσα να ξανακατέβουν στον δρόμο. Στις είκοσι μέρες που έχουν μεσολαβήσει, καμία από τις δύο εκτιμήσεις δεν έχει δικαιωθεί. Σε ό,τι αφορά τους μπάτσους φαίνεται να τηρούν -μέχρι στιγμής- μια στάση αναμονής. Πέρα από τους γνωστούς μπάτσους-δημοσιογράφους τύπου Λαμπρόπουλος που διαχέουν σενάρια επί σεναρίων as usual, υπάρχει μια περίεργη σιωπή. Που όσο αισιόδοξος και νά ‘ναι κανείς, η ιστορία έχει δείξει πως δε βγαίνει σε καλό. Οι φασίστες από την άλλη, εμφάνισαν ένα τρόπον τινά νέο προφίλ. Αυτό της σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής δύναμης. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς τη δήλωση Κασιδιάρη, λίγες ώρες μετά το Νέο Ηράκλειο, πως «αυτές τις ώρες οι έλληνες πρέπει να μείνουν ενωμένοι και ψύχραιμοι»; Τι να σκεφτεί όταν οι «οργισμένες αντιδράσεις» για τις δολοφονίες Φουντούλη και Καπελώνη εξαντλήθηκαν σε σιωπηλή διαμαρτυρία - μνημόσυνο έξω από τα γραφεία της χ.α. στο Νέο Ηράκλειο; Μία πρώτη, μάλλον αφελής, ανάγνωση είναι πως αυτοί που μέχρι χτες απειλούσαν με νεκρούς και εμφύλιο πόλεμο, αυτοί που εμφανιζόντουσαν έτοιμοι να τραμπουκίσουν όποιον τους πήγαινε κόντρα, «έβαλαν μυαλό». Αναλογίστηκαν τις συνέπειες των μέχρι τώρα πράξεών τους και υπό το βάρος των επικείμενων άρσεων ασυλίας αποφάσισαν να αλλάξουν τροπάρι. Προσαρμόστηκαν στα μετά τη δολοφονία Φύσσα δεδομένα και εμφανίζουν ένα πιο μετριοπαθές προφίλ, μέχρι να γυρίσει ο άνεμος προς το μέρος τους. Μια δεύτερη, πιο πολιτική σκέψη είναι πως η ψυχραιμία και μετριοπάθεια που επέδειξαν οι φασίστες δεν είναι ακριβώς προϊόν ειλικρινούς μεταμέλειας αλλά αποτέλεσμα ψυχρών υπολογισμών και διαρκών μετασχηματισμών στο εσωτερικό του βαθέως κράτους. Είναι ας πούμε φως φανάρι πως η δολοφονία στο Νέο Ηράκλειο δίνει πολιτικούς πόντους στους φασίστες. Σχετικά γρήγορα φεύγουν από τη θέση του αιμοσταγούς θύτη και παίρνουν αυτή του θύματος. Που ενώ θρηνεί νεκρούς διαθέτει τη σύνεση και την ωριμότητα του να μην πολώσει το ήδη οξυμένο κλίμα, αφήνοντας το έργο της απόδοσης δικαιοσύνης στους καθ’ ύλην αρμόδιους: στους θεσμούς. Έτσι οι ογκώδεις δικογραφίες που έχουν ήδη σχηματιστεί σε βάρος τους, μπορούν πολύ πιο εύκολα να αντιμετωπιστούν σαν μεμονωμένα περιστατικά, που συμβαίνουν σε ένα κόμμα με χιλιάδες μέλη, και όχι σαν αποτέλεσμα της δράσης μιας εγκληματικής οργάνωσης. Όπως λέγαμε και παραπάνω, σε τέτοιες υποθέσεις οι αποφάσεις είναι πρωτίστως πολιτικές. Ένα το κρατούμενο. Πλάι σε μια τέτοια εκτίμηση υπάρχει και το γεγονός πως μια μετριοπαθέστερη χ.α. δε σημαίνει απαραίτητα πως οι φασίστες θα αποσυρθούν από τον δρόμο. Μπορεί απλά να πρόκειται για ένα πιο ορθολογικό «καταμερισμό εργασίας». Όπου η χ.α. θα έχει τον πρώτο λόγο σην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των φασιστών και την διαχείριση ζητημάτων κλίμακας, όπως η «λαθρομετανάστευση» ή η ιθαγένεια για παράδειγμα. Η υπόλοιπη δουλειά, η πιο βρώμικη δουλειά μπορεί να γίνεται από άλλους. Από «αόρατους» εθνικιστές που την ίδια στιγμή που θα καταγγέλλουν την πάλαι ποτέ μητέρα οργάνωση για ρεφορμισμό, θα αναπληρώνουν μια χαρά το κενό που αυτή άφησε. Μια τέτοια εκδοχή δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη την ολική επαναφορά παλιών στελεχών -καμμένων χαρτιών όμως- τύπου Περίανδρος Ανδρουτσόπουλος. Είμαστε πεισμένοι πως υπάρχουν αρκετοί μηχανισμοί, κι ακόμη περισσότεροι ηλίθιοι, πρόθυμοι να φέρουν σε πέρας ένα τέτοιο κόλπο. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση περί διάσπασης στη χ.α. και σημαντικών ανακατατάξεων στον εθνικιστικό χώρο κινούνται και διάφορα μισοδημοσιογραφικά, μισοπρακτόρικα ρεπορτάζ. Η εφημερίδα Real News για παράδειγμα, διοχετεύει συστηματικά ελεγχόμενες δόσεις ρεπορτάζ που εμμέσως αναφέρονται σε πιθανή διάσπαση της χ.α. Υποστηρίζοντας πως από τη μία υπάρχουν οι «αμετανόητοι» κρατούμενοι βουλευτές που προτείνουν μια αδιάλλακτη σκληρή γραμμή, κι από την άλλη οι λογικοί, όπως ο Κασιδιάρης που θέλουν να μην ξεστρατίσουν από τη νομιμότητα. Ποιος το περίμενε; Ο Κασιδιάρης που πριν λίγους μήνες στην Κρήτη δήλωνε σε αστυνομικό διευθυντή πως «μ’ αυτά που κάνετε θα έχετε νεκρούς» να εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της μετριοπάθειας στους κόλπους της χ.α. . Φτάνοντας να δηλώσει σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή, απαντώντας σε κατηγορίες σε βάρος του Μιχαλολιάκου,  πως «είναι εκπρόσωπος της χ.α. και όχι του Μιχαλολιάκου». Περίεργες καταστάσεις σε μια ακόμη πιο περίεργη εποχή. Όπου ο ιστορικός χρόνος πυκνώνει επικίνδυνα. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς και τη δεδομένη συμπάθεια που τρέφουν για τη χ.α. διάφορα στελέχη του δεξιού χώρου. Παρότι όποτε έπεσε στο τραπέζι το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη χ.α. αντιμετωπίστηκε ως ανέφικτο, αυτό αφορούσε την παλιά κακιά χ.α.: αυτήν της «έμπρακτης προπαγάνδας» που γελοιοποιούσε τους θεσμούς. Δεν είναι το ίδιο βέβαιο αν αυτό θα συνεχίσει να ισχύει για μια «σοβαρή» χ.α. ή έναν άλλο αξιόπιστο εθνικιστικό σχηματισμό.
Στο βαθμό που στα ζητήματα της κεντρικής πολιτικής σκηνής (οικονομία, μετανάστες, εθνικά), δεν υπάρχουν επί της ουσίας διαφωνίες, με τις κατάλληλες δηλώσεις μετάνοιας και ίσως μερικές απαραίτητες  αλλαγές πολιτικού προσωπικού κάποια βήματα μπορούν να γίνουν. Πάντα στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδας και του εθνικού συμφέροντος.

 

Οι «άτυχοι»

Είχαμε επισημάνει στο προηγούμενο τεύχος πως η «αντιναζιστική στροφή» του ελληνικού κράτους μετά τη δολοφονία Φύσσα σήμανε το πρόωρο τέλος του «αντιχρυσαυγιτισμού». Όσων δηλαδή κοντόφθαλμα αντιμετώπιζαν την χ.α. σαν την κύρια αν όχι μοναδική εκδοχή του φασισμού, προσπερνώντας τις άλλες, συχνά πολυ πιο βίαιες και δολοφονικές, πλευρές του νέου ολοκληρωτισμού. Όλοι όσοι νόμιζαν πως η χ.α. είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, μια σπασμωδική κίνηση του συστήματος που αργά ή γρήγορα θα τσακιστεί από το «λαϊκό κίνημα», βρέθηκαν μετά τη δολοφονία Φύσσα προ δυσάρεστων εκπλήξεων και σήμερα μάλλον τείνουν να χάσουν εντελώς την μπάλα. Πρώτον, γιατί ο φόβος που σκόρπισε η διπλή εκτέλεση στο Νέο Ηράκλειο δεν πήγε μόνο στην πλευρά των φασιστών αλλά και στην άλλη. Δεύτερον, γιατί μετά την εκτέλεση, η χ.α. δεν αποτελεί πια το «απόλυτο κακό» του πρόσφατου παρελθόντος. Τρίτον, γιατί αν την πεζοδρομιακή βρώμικη δουλειά αναλάβουν αόρατοι, αποεδαφικοποιημένοι μηχανισμοί, χωρίς το συμβολικό ειδικό βάρος της χ.α., ο αντιχρυσαυγίτικος αντιφασισμός θα βρεθεί να κυνηγάει φαντάσματα. Σαν συνέπεια των παραπάνω είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν πρόκειται να υπάρξει ο μέχρι πρότινος βαθμός συσπείρωσης για τα κάθε λογής αντιφασιστικά μέτωπα. Που καθώς απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα, μοιάζουν όλο και πιο μουδιασμένα, όλο και πιο εγκλωβισμένα στις κατά τ’ άλλα μέχρι σήμερα «δοκιμασμένες συνταγές».

 
 
       

Αυτονομία 2017