Αυτονομία

Barricada

 

Κώδικας Μετανάστευσης στον καιρό
των κανιβάλων;

Στα μέσα Οκτωβρίου, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το υπουργείο Εσωτερικών το σχέδιο νόμου για τον Κώδικα Μετανάστευσης. Έναν νόμο με 140 άρθρα, που εκ πρώτης όψεως έχει τη φιλοδοξία να αντικαταστήσει νόμους, προεδρικά διατάγματα και νομοθετικές ρυθμίσεις είκοσι και πλέον ετών που είχαν μετατρέψει το μεταναστευτικό σε μία σύνθετη και συνήθως άλυτη εξίσωση από θεσμική άποψη. Φυσικά δεν πρόκειται για ευαισθησία των αρμόδιων υπουργείων, ούτε για κανενός είδους φιλομεταναστευτική στροφή του ελληνικού κράτους. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει, όπως θα δείτε και παρακάτω, είναι πως το ελληνικό κράτος είναι εδώ και καιρό αναγκασμένο να εγκαταλείψει διάφορες θεσμικές παγκόσμιες «πρωτοτυπίες» του και να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Γιατί τα κενά νόμου, τα «παραθυράκια» και οι φωτογραφικές διατάξεις, μπορεί να γέμισαν τις τσέπες κάμποσων προσοδικών μηχανισμών όλα αυτά τα χρόνια (από το οργανωμένο έγκλημα μέχρι τους δικηγόρους), αλλά δημιούργησαν επίσης πολλά εμπόδια εκεί που δεν έπρεπε: σε πολίτες τρίτων χωρών που για λόγους σπουδών ή επενδύσεων για παράδειγμα, αντιμετωπίζονταν από το νόμο σαν παρείσακτοι. Ή  σε εργάτες που μέσα από διμερείς συμφωνίες έπρεπε κανονικά και με το νόμο να δουλέψουν σε εποχιακές εργασίες. Προβλήματα, πολλά προβλήματα που μέσα στο περιβάλλον της κρίσης δεν συνιστούν και την πιο ορθολογική διαχείριση.

Ξεκινάμε λοιπόν από αυτό το τελευταίο σημείο. Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 11. παρ.1 του Κώδικα Μετανάστευσης «...με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Ναυτιλίας και Αιγαίου και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται κατά το τελευταίο τρίμηνο κάθε δεύτερου έτους, καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων για εξαρτημένη εργασία που μπορούν να καλυφθούν από πολίτες τρίτων χωρών, ανά Περιφέρεια, ιθαγένεια και ειδικότητα απασχόλησης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται προσαύξηση του ανώτατου αριθμού θέσεων για εξαρτημένη εργασία έως 10%, ώστε να καλύπτονται απρόβλεπτες και έκτακτες ανάγκες, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια». Αντίστοιχα, και τα επόμενα πέντε άρθρα του σχεδίου νόμου καλύπτουν το ζήτημα της αγοράς εργασίας. Από αρκετά νωρίς ο νομοθέτης κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του: ορθολογική και κεντρικά σχεδιασμένη διαχείριση του εργατικού δυναμικού. Καθώς ο σχεδιασμός φεύγει από τις κατά τόπους περιφέρειες και γίνεται σε κεντρικό επίπεδο προκειμένου να ελέγχονται κεντρικά οι ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα πως θα εξαφανιστούν διάφορα τοπικά κάτεργα σαν την Μανωλάδα. Δίνεται όμως η δυνατότητα στο ελληνικό κράτος, αφενός να κάνει πιο σωστά τα κουμάντά του σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας, αφετέρου να ασκεί πιο έντονο έλεγχο στο ντόπιο «επιχειρηματικό δαιμόνιο που κάνει θαύματα» συνήθως χάρη στην απλήρωτη «μαύρη εργασία». Αντίστοιχα το άρθρο 16, καθιερώνει ταχείες διαδικασίες (fast track) εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών για την προώθηση και ανάπτυξη επενδυτικών δραστηριοτήτων, όπως αγορά ακινήτων και στρατηγικές επενδύσεις. Με το ίδιο πνεύμα αντιμετωπίζει και σε μια σειρά άρθρων, όσους βρίσκονται στη χώρα για σπουδές ή επιστημονική έρευνα. Αφού λοιπόν ο νομοθέτης φαίνεται να τακτοποιεί αυτούς που πιθανά έχει ανάγκη, περνάει και σε αυτούς που δεν του είναι και τόσο απαραίτητοι: τους/ τις μετανάστες/τριες που για χρόνια ζουν σε αυτή τη χώρα προσφέροντας την εργατική τους δύναμη. Σύμφωνα λοιπόν με το νόμο, άρθρα 90 και 91, όποιος/α θέλουν να δουλεύουν στην ελλάδα με το καθεστώς του επί μακρών διαμένοντος θα πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: «α) επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας και γνώση στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού σύμφωνα με το άρθρο 108 του παρόντος Κώδικα, β) να είναι κάτοχοι δελτίου μόνιμης διαμονής ως μέλη οικογένειας Έλληνα, γ) να υπάρχει σχετική εισήγηση από επιτροπή πολιτογράφησης του άρθρου 12 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας και σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 5Α του ίδιου Κώδικα. δ) να διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα για δώδεκα (12) έτη ε) να διαθέτουν εισόδημα, επαρκές για τις ανάγκες των ιδίων και της οικογένειάς τους, το οποίο δεν προέρχεται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της Χώρας. Το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις ετήσιες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη, προσαυξημένο κατά 15% για κάθε συντηρούμενο από αυτόν μέλος της οικογένειάς του.». Παρότι σε μεταβατικές παραγράφους λέγεται πως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης θα υπάρχει μια ελαστικότητα στην εφαρμογή του νόμου, δεν έχει ακόμη καθοριστεί με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό. Δηλαδή ποιο θα είναι το χρονικό διάστημα που κάποιος, χωρίς τα 120 ένσημα που ισχύουν μέχρι σήμερα, θα μπορεί να παραμείνει νόμιμα στη χώρα. Πέραν αυτού, είναι σαφές πως σε ό,τι αφορά το καθεστώς των επί μακρόν διαμένοντων εξακολουθεί να ισχύει ένα καθαρά εισοδηματικό κριτήριο. Δηλαδή όποιος έχει (λευκή) δουλειά μένει νόμιμα, ενώ όποιος δεν έχει μπορεί και να εκπέσει της νομιμότητας. Εκτός κι αν... Εκτός κι αν επωφεληθεί από το καινοτόμο, σύμφωνα με τους ειδικούς, άρθρο 91 του νόμου που προβλέπει πως όσοι λάβουν την (δεκαετή) άδεια του «επί μακρόν διαμένοντος» βάση του κανονισμού περί ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών στην ΕΕ, θα έχουν το δικαίωμα να εργάζονται νόμιμα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Με άλλα λόγια, με δεδομένη την κατάσταση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, δίνεται η δυνατότητα σε περίπου 200.000 μετανάστες να μας αδειάσουν τη γωνιά και να αναζητήσουν κάπου στην Ευρώπη την τύχη τους. Επιπλέον έχουν τη δυνατότητα να πάρουν μαζί και τα παιδιά τους καθώς το καθεστώς του «επί μακρόν διαμένοντος» θα δίνεται και στα παιδιά των γονέων που είναι νόμιμα στην Ελλάδα. Την οποία θα διατηρούν και για πέντε χρόνια μετά την ενηλικίωσή τους. Στην πραγματικότητα αυτή η ρύθμιση, παρότι σε πρώτο χρόνο αποτελεί στοιχειώδη εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο, την ίδια στιγμή συνιστά προτροπή στους νόμιμους μετανάστες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Θά ‘λεγε κανείς πως μετά από είκοσι και πλέον χρόνια όπου η εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών γινόταν με τους νόμους (και την βαρβαρότητα) της αγοράς, έρχεται αυτός ο νόμος να υπενθυμίσει το αυτονόητο: οι μετανάστες είναι και διαχείριση της εργασίας που πρέπει να σχεδιαστεί κεντρικά. Και τα επιχειρήματα δεν είναι μόνο οικονομικά, καθώς πλάι σ’ αυτά υπάρχουν ο «Ξένιος Δίας», οι παρακρατικοί της χ.α. (ακόμα υπάρχουν) κ.ο.κ.

Σε ό,τι αφορά δε, τη χορήγηση και ανανέωση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, αυτή μοιάζει με πιστό αντίγραφο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Ουσιαστικά φαίνεται να αφορά, στά αρθρα 19-21, δεκάδες κατηγορίες πολιτών τρίτης χώρας, με κυριότερη όμως αυτή των προσφύγων πολέμου. Οι οποίοι όμως, όπως και στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, είναι ένα ερώτημα πώς και πότε χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι. Όπως έχουμε τονίσει ξανά στο παρελθόν, υπάρχουν χώρες στις οποίες ο πόλεμος συνεχίζεται κανονικά αλλά η ΕΕ με κανέναν τρόπο δεν αναγνωρίζει εκεί εμπόλεμη κατάσταση. Για την πολιτισμένη δύση για χρόνια ολόκληρα δεν υπήρξε καμία κήρυξη πολέμου, παρά μόνο «ανθρωπιστικές επεμβάσεις». Με σκοπό την «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Κάπως έτσι, παρότι το Ιράκ βομβαρδιζόταν επί μήνες από τους δυτικούς, ήταν πολύ δύσκολο για κάποιον ιρακινό να αποδείξει πως δικαιούται καθεστώς ασύλου. Το ίδιο ισχύει και για χώρες (συμμάχους των δυτικών συνήθως) που έχει καταλυθεί κάθε έννοια αστικοδημοκρατικού πολιτεύματος. Στην Αίγυπτο για παράδειγμα, το δικτατορικό καθεστώς που ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση Μόρσι, έχει προβεί σε εκατοντάδες δολοφονίες και χιλιάδες διώξεις πολιτικών αντιπάλων του. Ποιος θα αναγνωρίσει πως ένα μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων χρήζει ανθρωπιστικής βοήθειας; Οι ευρωπαίοι φίλοι που από κάθε άποψη στήριξαν το πραξικόπημα; Ή μήπως οι έλληνες αδερφοί που έσπευσαν στα γρήγορα να συνάψουν διμερείς συμφωνίες με τους πραξικοπηματίες; Μ’ αυτήν την έννοια αυτά τα άρθρα είναι κυριολεκτικά στον αέρα. Καθώς αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια κάθε δυτικού κράτους να αποφασίσει ποιος χρήζει ανθρωπιστικής βοήθειας ή ειδικής προστασίας και ποιος όχι. Και πάμε στο επίμαχο σημείο του σχεδίου νόμου: την απόδοση ιθαγένειας. Αυτό το σχέδιο νόμου την ντριπλάρει από τα δεξιά. Δεν χορηγεί ιθαγένεια και προβλέπει προσωρινές άδειες παραμονής ακόμη και για τα παιδιά που έχουν γεννηθεί στη χώρα. Παρότι αυτή τη στιγμή φοιτούν με πρόχειρους υπολογισμούς σε νηπιαγωγεία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πάνω από 40.000 παιδιά νόμιμων μεταναστών, φαίνεται να μην υπάρχει καμία μέριμνα για την τύχη τους. Πιο σωστά, μέσα από διάφορα άρθρα αυτή ταυτίζεται με αυτήν των γονιών τους, λαμβάνοντας βέβαια πάντα υπόψη το ότι όσο είναι ανήλικα χρήζουν ειδικής προστασίας. Στην πραγματικότητα, αν διαβάσει κανείς τον νόμο μοιάζει να μην πολυενδιαφέρεται για αυτό το ζήτημα. Πρώτον, επειδή οι κοινοτικές οδηγίες, με τις οποίες καλείται να εναρμονιστεί, δεν έχουν τόσο ψηλά το ζήτημα της ιθαγένειας στην ατζέντά τους. Ως γνωστόν, υπάρχουν χώρες στην ΕΕ, όπως η Γερμανία, που παρότι τηρούν τα προσχήματα σε ό,τι αφορά την παροχή ασύλου και τις διαδικασίες νομιμοποίησης των μεταναστών, τηρούν μια πολύ σκληρή στάση στο ζήτημα της ιθαγένειας. Δεύτερον, γιατί λέγεται πως έχει ήδη κατατεθεί στο γραφείο του πρωθυπουργού σχέδιο νόμου το οποίο θα αφορά κατά κύριο λόγο την παροχή ιθαγένειας. Τρίτο και σημαντικότερο, γιατί αυτή είναι μια τακτική που από τη μία ρετουσάρει το ευρωπαϊκό προφίλ του ελληνικού κράτους, από την άλλη δεν κακοκαρδίζει τον σκληρό πυρήνα του εθνικού κορμού· τον Βορίδη, τον Κρανιδιώτη, τον Λαζαρίδη και άλλα ακροδεξιά καθάρματα που μάζεψαν ψήφους από τους πύρινους λόγους τους ενάντια στον νόμο Ραγκούση.

 

Συμπερασματικά

Η πρώτη εντύπωση που δίνει το σχέδιο νόμου του Κώδικα Μετανάστευσης είναι πως κάτι αλλάζει· ίσως προς το καλύτερο. Ειδικά αν την τοποθετήσει κανείς στο πλευρό, τόσο του επικείμενου αντιρατσιστικού νόμου, όσο και της «αντιναζιστικής στάσης» του ελληνικού κράτους μετά την δολοφονία Φύσσα. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι σε όλα τα άρθρα του νόμου υπάρχει η προϋπόθεση «πως όλα τα παραπάνω ισχύουν εκτός αν συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης ή εθνικού συμφέροντος». Αυτή η προτασούλα που διαρκώς ξεφυτρώνει σε κάθε παράγραφο του νόμου είναι μια υπενθύμιση: πως τον πρώτο και τελυταίο λόγο για όσους/ες πατάνε το πόδι τους σ’ αυτόν τον τόπο τον έχει η δημόσια τάξη. Παρότι θεσπίζονται οι επιτροπές μετανάστευσης με ειδικευμένο προσωπικό, παρότι έχουν ήδη προσληφθεί δεκάδες υπάλληλοι για τις υπηρεσίες μίας στάσης, που από τις 30 Σεπτεμβρίου έχουν δημιουργηθεί σε όλες τις αποκεντρωμένες περιφέρειες, τον κεντρικότερο ρόλο εξακολουθεί να παίζει το υπουργείο προ.πο. Το δεύτερο είναι πως οι προϋποθέσεις που τίθενται για την απόκτηση του καθεστώτος του «επί μακρόν διαμένοντος», ειδικά σε ό,τι αφορά το αποδεικτικό επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, μοιάζει με θλιβερή επανάληψη της εθνικιστικής και ακροδεξιάς αντίληψης των προηγούμενων νόμων. Το ποιοι θα στελεχώνουν τις επιτροπές που θα κρίνουν την επάρκεια και το πως θα αιτιολογούν την θετική ή αρνητική γνωμοδότηση, παραμένουν ζητήματα ανοιχτά που τουλάχιστον γεννούν αμφιβολίες για την λειτουργικότητά τους. Το τρίτο είναι πως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα τα παραπάνω αφορούν ένα σχέδιο νόμου. Το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα παραμείνει ίδιο σε ό,τι αφορά τη λογική του αφού ψηφιστεί. Όπως έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν, αρκετοί νόμοι βγαίνουν εμφανώς κουτσουρουμένοι μετά τη διαδικασία της ψήφισης. Και με τη σύνθεση του παρόντος πολιτικού προσωπικού κάτι τέτοιο μοιάζει εξίσου πιθανό και για αυτόν τον νόμο. Το τελευταίο είναι η απόσταση ανάμεσα στο τυπικό και το πραγματικό σύνταγμα. Εννοούμε πως ακόμη κι αν ψηφιστεί ο νόμος, δεν είναι καθόλου βέβαιο το αν και σε ποια έκταση θα εφαρμοστεί. Η μέχρι σήμερα εφαρμογή της (αντι)μεταναστευτικής πολιτικής από τους δημόσιους λειτουργούς, έχει δείξει πως δεν είναι λίγες οι φορές που οι δημόσιοι λειτουργοί ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τον νόμο κατά το δοκούν. Πράγμα που έχουν νιώσει στο πετσί τους χιλιάδες μετανάστες. Πέμπτο και τελευταίο. Αυτός ο νόμος μαζί με τον αναμενόμενο νέο Κώδικα Ιθαγένειας θα σχηματίσουν το νέο νομοθετικό δίπολο της ελληνικής (αντι) μεταναστευτικής πολιτικής, σ’ εκείνο το τμήμα της που εκφεύγει της δημόσιας τάξης και των παρακρατικών μηχανισμών. Η «σκληρή πόρτα» του ελληνικού κράτους, η νόμιμη διαμονή και εργασία, φαίνεται να αποκτά πλέον και μια συγκεκριμένη θεσμική/νομοθετική διάσταση. που όμως προχωράει πιασμένη χέρι χέρι, τόσο με την ανελαστική πολιτική παροχής ασύλου όσο και με φαινόμενα τύπου Μανωλάδας, που δεν πρόκειται να εκλείψουν.

 
 
       

Αυτονομία 2017