Αυτονομία

Barricada

 

Καλωσήλθατε στην εποχή του “εθνικού αντιναζισμού”

Πριν πολλά χρόνια ο Γκυ Ντεμπόρ έγραψε πως στις κοινωνίες του θεάματος, στον πραγματικά αντεστραμμένο κόσμο τους, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου. Προφανώς δεν είχε υπόψη του το ελληνικό “αντιναζιστικό” κράτος και τα media του, όπως ξεδιπλώνονται μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αλλιώς -ξεπερασμένος από τα γεγονότα- ίσως και να έγραφε μερικούς τόμους επιπλέον. Όμως ο Ντεμπόρ δε ζει κι εμείς πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε την τρέχουσα συγκυρία, προσπαθώντας να πούμε μερικές πρώτες κουβέντες.

Να ξεκινήσουμε απ’ τα εύκολα: το ελληνικό κράτος διάγει την “αντιναζιστική” του περίοδο με μια πρωτοφανή ένταση. Από το πρωί της 18ης Σεπτέμβρη και μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η συμμορία χ.α. βρίσκεται στο στόχαστρο μιας -σαν έτοιμης από καιρό- μεγάλης αστυνομοδικαστικής επιχείρησης που συνοδεύεται από την ομόθυμη καταδίκη της εκ μέρους όλων των καθεστωτικών κομμάτων. Πέρα από τις ανακρίσεις σχετικά με τους άμεσα εμπλεκόμενους στο φόνο, η αστυνομία έχει ερευνήσει σχεδόν όλα τα γραφεία των φασιστών ανά την επικράτεια, επιδεικνύοντας τα ευρήματα με την κατάλληλη σκηνοθεσία και την “τεχνογνωσία” που απέκτησε απ’ τις εκκενώσεις των καταλήψεων. Παράλληλα ο υπουργός προ.πο. Δένδιας διαβίβασε στον Άρειο Πάγο εκκρεμείς υποθέσεις, στις οποίες εμπλέκονται μέλη της συμμορίας και απευθύνει στο ανώτατο δικαστήριο το ερώτημα, αν η δράση της χ.α. προσιδιάζει σε “εγκληματική οργάνωση” που έχει στρατιωτική δομή και ιεραρχία. Επίσης εξετάζονται νομότυπες μέθοδοι να διακοπεί η κρατική χρηματοδότηση της συμμορίας, πέρα από τα σχετικά ερωτήματα για τις υπόγειες πηγές που φέρονται να την τροφοδοτούν εδώ και καιρό και αφορούν εφοπλιστές, μαφιόζους και παπάδες.

Παράλληλα διάφορα τσακάλια των media «ανακάλυψαν» αμέσως (στη ντουλάπα του σπιτιού τους κρύβονταν;) μερικά «πρώην» ή «μετανιωμένα» μέλη της χ.α. και από τότε οι γλαφυρότατες «αποκαλύψεις» πέφτουν βροχή: οι ξυλοδαρμοί πακιστανών μεταναστών, οι προστασίες και τα μεροκάματα, η εκπαίδευση στα όπλα από πρώην και νυν στελέχη των ειδικών δυνάμεων του στρατού, οι σχέσεις με μπάτσους εδώ κι εκεί και βέβαια η περιγραφή της ιεραρχίας διαβίβασης εντολών από την κορυφή μέχρι τη βάση της συμμορίας. Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν άγνωστο ή πραγματικά καινούργιο φυσικά, κι αυτό το γεγονός κάνει τη μηντιακή “αντιναζιστική” εκστρατεία ακόμα πιο εξοργιστική. Εννοείται βεβαίως πως αυτές οι κατά παραγγελία “εξομολογήσεις” θα χρησιμοποιηθούν στα δικαστήρια, αφού διάφοροι “πρώην” καταθέτουν ήδη εναντίον των παλιών “συναγωνιστών”, με το καθεστώς προστασίας μαρτύρων. Μια σειρά μαρτυρίες θα αξιοποιηθούν στις δικογραφίες που σχηματίζονται και ειδικά η ακριβής περιγραφή της συμμορίτικης ιεραρχίας θα είναι ιδιαίτερης σημασίας, εάν πρόκειται να υποστηριχτεί η κατηγορία περί “εγκληματικής οργάνωσης”. Επειδή όμως βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, το έργο των “πρώην” θα συμπληρωθεί και θα εμπλουτιστεί από τις υποκλοπές της ευπ και της αντιτρομοκρατικής: αποκαλύφθηκε σχετικά γρήγορα λοιπόν ότι, για λόγους “εθνικής ασφάλειας”, διάφορα στελέχη της συμμορίας παρακολουθούνταν ηλεκτρονικά για απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα και πάντως πριν η χ.α. γίνει το απόλυτο “κακό”· πριν και μετά την επίθεση των φασιστών στους αφισοκολλητές του κκε στο Πέραμα. Προφανώς το κράτος δεν είχε και απόλυτη εμπιστοσύνη στο παρακράτος του, λογικό δεν είναι;

Μέχρι το σημείο αυτό, η όλη αστυνομοδικαστική και μηντιακή διαχείριση στόχευε αποκλειστικά στους ίδους τους φασίστες. Έχοντας αφομοιώσει δια της επανάληψης όλο το θεαματικό τελετουργικό της εξάρθρωσης “τρομοκρατικών οργανώσεων” στο παρελθόν (με βασικό στοιχείο τις καθημερινές ελεγχόμενες -με συγκεκριμένη δοσολογία- “αποκαλύψεις”, προσαγωγές, έρευνες και συλλήψεις), ο κρατικός “αντιναζισμός” κινούνταν σε γνώριμα εδάφη. Με το δεδομένο φυσικά πως η επιχείρηση αφορά ένα κοινοβουλευτικό κόμμα κι αυτό την κάνει ιδιαίτερα πρωτότυπη. Όμως πολύ γρήγορα φάνηκε πως το πράγμα δε θα σταματούσε εκεί: εν μέρει λόγω των “αποκαλύψεων” και βασικά επειδή είναι ένα πασίγνωστο γεγονός, οι έρευνες κατευθύνθηκαν σχεδόν άμεσα ακόμα και στο σκληρό κρατικό πυρήνα, δηλαδή σε περιπτώσεις μπάτσων, λιμενικών και στρατιωτικών που φέρονται να έχουν οργανική σχέση με τους φασίστες. Φυσικά διόλου περίεργο δεν είναι αυτό το τελευταίο - αν δεν έχουν αυτοί σχέσεις, που ψήφισαν τους φασίστες μονοκούκι, τότε ποιοι θα έχουν; Ακολουθώντας αυτό το μοτίβο, η ηγεσία της αστυνομίας ουσιαστικά ξήλωσε τους επικεφαλής μερικών κρίσιμων υπηρεσιών (π.χ. της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και του trafficking, των εκαμ, γενικούς επιθεωρητές κ.α.) και ξεκίνησε να ερευνά μερικά “καρφωμένα” αστυνομικά τμήματα, όπως εκείνο της Νίκαιας, το οποίο έχει συμβάλει ποικιλοτρόπως στην ανάπτυξη του τοπικού πυρήνα της συμμορίας. Παρόμοιες έρευνες γίνονται στις ένοπλες δυνάμεις και στο λιμενικό, χωρίς όμως να έχει ανακοινωθεί κάτι συγκεκριμένο.

Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως η υπόθεση θα έπαιρνε μια τέτοια τροπή· όπως γράφουμε κι αλλού όμως, αυτή η “ναζιστοκτόνα” στροφή του ελληνικού κράτους δεν εξηγείται από την αφορμή της, δηλαδή τη δολοφονία του Π. Φύσσα. Καθώς φαίνεται η αστυνομοδικαστική επιχείρηση στοχεύει και σε θύλακες κρατικών υπηρεσιών που είχαν συγκεκριμένες σχέσεις με τη συμμορία, πέρα από την απλή πολιτική υποστήριξη. Δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε πόσο μακριά θα φτάσει αυτό το σκέλος της ιστορίας, καταλαβαίνουμε όμως ότι αν θέλει κανείς να (ψιλο)αποκαθηλώσει ένα παρακρατικό μόρφωμα, δεν φτάνει μόνο να χτυπήσει τα μέλη και τα στελέχη του αλλά και τις “άκρες” που αξιοποιεί. Γιατί η χ.α. δεν είναι μόνο η εκλογική και δημοσκοπική της δυναμική· είναι και το πλήθος των επίσημων και των ανεπίσημων μηχανισμών εξουσίας που τη στηρίζουν και σταυλίζονται εκεί. Είναι ένα καλό μέρος των προσοδικών μηχανισμών αυτού του κράτους που μέχρι πριν 1-1,5 χρόνο έβρισκε στέγη στα κόμματα του πάλαι ποτέ δικομματισμού. Είναι μηχανισμοί που διάλεξαν τη συμμορία -και όχι το ανάποδο!- σαν μέσο διαπραγμάτευσης με την κεντρική εξουσία. Το βαθύ κράτος, ένα μέρος του, που διάλεξε για την πολιτική του εκπροσώπηση τους φασίστες. Όπως φαίνεται η χ.α. ήταν η “γλυκειά ελπίδα” πολλών και θα έπρεπε ίσως να υπάρξει ιδιαίτερη κρατική μέριμνα πάνω σ’ αυτό το θέμα. Φυσικά η συμμορία χ.α. δεν είναι σε καμία περίπτωση η ελληνική “Εργκένεγκον” (η εκτεταμένη εκκαθάριση των ενόπλεων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας στην γειτονική Τουρκία) παρόλ’ αυτά όμως ένα κάποιο ξήλωμα παρακρατικών μηχανισμών, φαίνεται να βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Φυσικά δεν είμαστε αφελείς: κανένα κράτος δεν σκοτώνει τα παιδιά του· διαπραγματεύεται μαζί τους, ακόμα κι αν η διαδικασία αυτή έχει δημοσιότητα και διώξεις. Σε κάθε περίπτωση θα φανεί στο άμεσο μέλλον αν “το κυνήγι των ναζί” θα είναι το όχημα για μερικούς βίαιους μετασχηματισμούς στο ελληνικό παρακράτος που (θα) διεξάγονται κυρίως στην πίσω όψη της μηντιακής φωταγώγησης.

Δεν είναι φυσικά ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που συμβαίνει κάποιο παρακρατικό ξήλωμα· το σίγουρο όμως είναι πως τίποτα απ’ αυτά δεν οφείλεται στις δημοκρατικές ευαισθησίες κανενός! Σε κάθε περίπτωση η αστυνομική και δικαστική “τεχνογνωσία” που αποκτιέται στην περίπτωση της συμμορίας, η πιθανή διασταλτική επαναδιατύπωση του ορισμού της “εγκληματικής οργάνωσης” καθώς και το μηντιακό “αντιναζιστικό” παραλήρημα, θα έχει συνέχεια στο μέλλον -κι όχι απαραίτητα με τέτοιο πρόσημο. Μπορεί να έρθει και πιο κοντά μας, ας πούμε.

Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι κανείς μα κανείς δεν στοχοποιεί τα φασιστικά, ρατσιστικά, εθνικιστικά, μισανθρωπικά περιεχόμενα της χ.α.· αυτά θα συνεχίσουν να έχουν τον βαρύνοντα ρόλο που είχαν μέχρι σήμερα. Επίσης οι ψηφοφόροι της συμμορίας δε θα γίνουν συνειδητοποιημένοι επαναστάτες μετά το φόνο. Όποιο κόμμα κι αν ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές, θα παραμείνουν σαν ένα συντηρητικό /φασιστικό κοινωνικό δυναμικό που θα είναι ιδαίτερα χρήσιμο και στο άμεσο μέλλον. Το γεγονός λοιπόν πως χτυπιέται ο πιο κραγμένος φορέας τους, ο συμβολισμός του “απόλυτου κακού”, καθόλου δεν θα διαταράξει όλη την υπόλοιπη αλυσίδα. Κάπως έτσι οι υπόλοιποι φασίστες θα παραμείνουν στην κυβέρνηση και τα πόστα μέχρι νεωτέρας, έχοντας πλέον και αντιναζί παράσημα. Κάπως έτσι ο “αντιναζισμός από τα πάνω” θα είναι, για όσο κρατήσει, μια γενική δοκιμή αντίδρασης του περιβόητου συνταγματικού τόξου απέναντι στα “άκρα”. Και φυσικά θα γίνει, έχει γίνει ήδη, πρόσκαιρα οργανικό τμήμα της εθνικής, διακομματικής ενότητας, δίπλα στον αντιγερμανισμό και τη ρητορική του δημόσιου χρέους. Αν λοιπόν νομίζει κανείς ότι όλα τα παραπάνω οφείλονται στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τότε...

Από κει και πέρα μεγάλο ενδιαφέρον έχει η στάση της αριστεράς του συστήματος (συριζα και κκε). Έχοντας δώσει επί δεκαετίες τις εξετάσεις της στην πολιτική “υπευθυνότητα” και την αστική νομιμότητα, έχει κερδίσει με το σπαθί της τη θέση του αριστερού ψάλτη της διακομματικής καταδίκης της συμμορίας. Κάνει συνεντεύξεις τύπου, πάει στον πρόεδρο της δημοκρατίας με “προτάσεις”, δίνει καταθέσεις στον Άρειο Πάγο, προτείνει συνάντηση των πολιτικών αρχηγών και γενικά κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει πως είναι περήφανο σκέλος του “δημοκρατικού /συνταγματικού τόξου”. Το μόνο βέβαιο είναι πως δε δείχνει να πολυενοχλείται από την ουσιαστική του συνύπαρξη με τα “μνημονιακά” κόμματα, αντίθετα από τις δοξασίες του μέχρι τώρα. Άλλωστε δεν είναι και η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό: οι δεξιόστροφες απόψεις της αριστεράς έχουν παρελθόν δεκαετιών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την αριστερή παραδοχή πως “οι μετανάστες είναι πρόβλημα”. Γι’ αυτούς τους τύπους μιλάμε.

Η κυβερνώσα αριστερά του σύριζα ειδικότερα, δίνει εξετάσεις και τις περνάει καθημερινά, από το φόνο του Π. Φύσσα και μετά. Το “σχέδιο αποσταθεροποίησης” που υποτίθεται πως υλοποιεί η συμμορία και “αποκάλυψε” πρώτος ο Αλέξης Τσίπρας την επαύριο της δολοφονίας, ήταν ένας ελάχιστα συγκαλυμμένος τρόπος να πει στους οργισμένους διαδηλωτές που θα κατέβαιναν στους δρόμους “καθίστε ήσυχα, ειρηνικά, χωρίς επεισόδια”. Γιατί το έκανε αυτό; Επειδή (και) έτσι αποδεικνύει πως είναι έτοιμος να κυβερνήσει, καθότι μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη δε θέλει αναταραχή στους δρόμους. Με λίγα λόγια ο σύριζα αντέστρεψε το γνωστό σύνθημα “εσείς μιλάτε για ζημιές, εμείς μιλάμε για ζωές”, σε κάτι του στυλ “ποιες ζωές και ποια οργή, εδώ ετοιμαζόμαστε για κυβέρνηση”. Κοιτώντας το θέμα από μια άλλη οπτική γωνία, αυτή είναι τελικά η θετική επίδραση της θεωρίας των άκρων στην περίπτωση του σύριζα: για ν’ αποδείξει πως είναι ικανός να κυβερνήσει, πρέπει καθημερινά να αποστρέφεται τα άκρα και κυρίως να μην “χαϊδεύει τ’ αυτιά των κουκουλοφόρων”, όπως τον κατηγορούσαν στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Κι αυτή η στάση δεν μένει μονο στα χαρτιά και τις δημόσιες δηλώσεις· η αριστερή προβοκατορολογία έχει επανακάμψει δειλά-δειλά, δίνοντας μια πρόγευση της “αριστερής διακυβέρνησης”, όπως τη φαντασιώνει ο σύριζα.

Γιατί η “αντιναζιστική ενότητα” είναι πρώτα και κύρια εθνική και διακομματική, ενώ κατόπιν αξιοποιείται κατά το δοκούν: από τη μεριά της νδ, το κύριο μέλημα είναι φυσικά ο επαναπατρισμός ψηφοφόρων πίσω στη “μαμά δεξιά” και στην άλλη μεριά για τον σύριζα, οι “εμφυλιακές” φαντασιώσεις της συμμορίας λειτουργούν συσπειρωτικά, γιατί “ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά”. Τα δύο άκρα της “αντιναζιστικής συμμαχίας” έχουν αναλάβει, το μεν πρώτο, την κυβερνητική αποφασιστικότητα της αποκαθήλωσης της συμμορίας και το μεν δεύτερο, (και) τις “κινηματικές”, κοινωνικές πλευρές αυτού του χειρισμού. Κι είναι πραγματικά τρομακτικό να βλέπει κανείς πως οι ελιγμοί διαφοροποίησης του σύριζα από τη συγκυβέρνηση νδ-πασόκ στο φόντο αυτής της υπόθεσης, είναι βασικά μερικές λεπτές αποχρώσεις φρασεολογίας και ότι “εμείς τα λέγαμε”. Κατά τ’ άλλα η γραμμή είναι ουσιαστικά κοινή και μοιάζει σαν η κεφαλαιοποίηση του “αντιναζισμού” από το κράτος και την αριστερά του συστήματος να έχει εξαφανίσει κάθε άλλο πραγματικό δεδομένο αυτού του κοινωνικού σχηματισμού, από τις ταξικές αντιθέσεις και τη διαχείριση της κρίσης μέχρι την κατάσταση εξαίρεσης και το νέο ολοκληρωτισμό. Μνημονεύσαμε στην αρχή τον Ντεμπόρ: το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου.

Όσο πιο κεντρικό θέμα γίνεται λοιπόν η πολιτική, αστυνομοδικαστική και μηντιακή καταδίκη της συμμορίας, όσο πιο “αντιναζιστικό” γίνεται αυτό το κράτος και οι κοινωνικές του συμμαχίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Γιατί ξέρουμε και δε θα ξεχάσουμε ποτέ, το πώς και γιατί ανασύρθηκε από τ’ αζήτητα η συμμορία στην κεντρική πολιτική σκηνή. Το όποιο ξήλωμα θα υποστεί λοιπόν αυτή και το παρακράτος που τη στηρίζει, δε θα έπρεπε να θολώνει τη ματιά μας και να παραλύει τα έργα μας. Και φυσικά δεν πρόκειται να γίνουμε μια ακόμα “αντιναζιστική συνιστώσα” σ’ αυτόν   το βόθρο. Έχουμε πολύ περισσότερους λόγους, πολύ περισσότερες αιτίες, πολύ περισσότερη οργή -που φυσικά δεν εξαντλούνται και ποτέ δεν εξαντλούνταν σε μια συμμορία- για να είμαστε στο δρόμο...

 
 
       

Αυτονομία 2017