Αυτονομία

Barricada

 

Το διαρκές πλυντήριο των “άκρων” και οι χρήσεις του

Ενώ το αίμα του Παύλου Φύσσα ήταν ακόμα ζεστό, ενώ ήταν επίσης δεδομένο πως ο φονιάς είναι μέλος της συμμορίας χ.α., κάποια κυβερνητικά στελέχη αλλά και φιλικοί σ’ αυτά δημοσιογράφοι, συνέχιζαν το γνωστό τροπάριο περί των «άκρων». Έριχναν έτσι ακόμα μία μαχαιρία στον Killah P. όπως είχαν κάνει και με τον Σαχτζάτ Λουκμάν και τόσους άλλους, που δε θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους. Δεν μας προκαλεί καμιά έκπληξη αυτή η έμμεση συνηγορία στο φόνο. Πριν κάμποσους μήνες (τ. 23, 11-12/2012, «Σημειώσεις για τη θεωρία των άκρων») άλλωστε γράφαμε πως η «θεωρία των άκρων»:

“...β) Ξεκαρφώνει το φασιστικό «άκρο» μιας υποτιθέμενης συμμετρίας πολιτικής βίας, που στόχο έχει την «ανατροπή του πολιτεύματος». Ένα παράδειγμα: με βάση το τυπικό σύνταγμα των ταξικών συσχετισμών, οι ρατσιστικές επιθέσεις είναι παράνομες. Με βάση το πραγματικό σύνταγμα που φτιάχνουν στα μέτρα τους κράτος κι αφεντικά, είναι οριακά σύννομες. Το δείχνουν οι δηλώσεις κορυφαίων υπουργών, το «φωνάζει» ακόμα περισσότερο η πρακτική της αστυνομίας. Το φασιστικό «άκρο» λέει κι εφαρμόζει σήμερα, όλα εκείνα που θα υιοθετηθούν επίσημα αύριο. Το λέγαμε και στο προηγούμενο τεύχος: η χ.α. είναι η πιο εξώφθαλμη αιχμή μιας κατάστασης εξαίρεσης...
...δ) Επιτρέπει στο αστικό πολιτικό σύστημα και τον σκληρό κρατικό του πυρήνα να έχει εναλλάξ το ρόλο του Προκρούστη ή του «διαιτητή» των δύο άκρων. Από τη μία μεριά δηλαδή προσαρμόζει κι αναπροσαρμόζει κατά το δοκούν τις «επιτρεπτές» εκδηλώσεις των αντιθέσεων στις κυρίαρχες επιλογές, μετακινώντας τα όρια της δικής του νομιμότητας. Απ’ την άλλη μεριά εμφανίζεται σαν η «υπεύθυνη, λογική και μετριοπαθής» φωνή, μέσα σ’ ένα «ακραίο» πολιτικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, την ίδια στιγμή που αναβαθμίζει τις πολιτικές του κατευθύνσεις σε μια ανεπίσημη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, του πιστώνεται η «προστασία της δημοκρατίας». Αυτό κι αν είναι κορυφαίο επίτευγμα!”

Ο κάθε κύριος Λαζαρίδης λοιπόν, είτε είναι σύμβουλος του πρωθυπουργού είτε όχι, μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του αρκετά έξυπνο και καπάτσο πολιτικό, ώστε να μην δολοφονεί αυτοπροσώπως· αυτό όμως καθόλου δεν τον απαλλάσσει απ’ τη συνέργεια του αίματος, την ηθική αυτουργία κάθε φασιστικής δολοφονίας με στόχο μετανάστες και ντόπιους εργάτες. Γιατί η αλήθεια είναι πως το εγχείρημα της θεωρίας των άκρων εξυπηρετεί μια σειρά επιδιώξεις που δεν πρόκειται να κολλήσουν σ’ ένα «ατυχές γεγονός», όπως ο φόνος του Παύλου Φύσσα. Μπορεί λοιπόν προσωρινά και για λόγους εσωκομματικής αντιπολίτευσης, να εκφράζεται δημόσια μια κάποια διαφοροποίηση από στελέχη της κυβέρνησης σ’ αυτό το θέμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι αφορά αποκλειστικά την ένταξη (ή μη) του σύριζα στα «άκρα». Όλες οι υπόλοιπες χρήσεις των «άκρων» είναι απαραίτητες και θα μείνουν, άσχετα με το πώς θα ονοματίζονται αύριο και μεθαύριο. Γιατί έχει γίνει πολλή και μακροχρόνια δουλειά για να φτάσουμε ως εδώ. Κι αυτή η δουλειά δε θα θυσιαστεί για μια φασιστική δολοφονία αντιφασίστα ράπερ, όπως άλλωστε δε θυσιάστηκε μετά το μπάτσικο φόνο του Α. Γρηγορόπουλου το Δεκέμβριο του 2008.

Ποια είναι αυτή η μακροχρόνια δουλειά; Η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία του συμπλέγματος της ασφάλειας, η άνοδος και η εδραίωση των παρακρατικών παραφυάδων του, με το τάδε ή το δείνα όνομα «πολιτικού κόμματος» και η όσμωσή τους με το εγκληματικό κεφάλαιο, τη λεγόμενη «μαύρη» οικονομία. Δίπλα σ’ αυτούς τους χειρισμούς στέκονται οι ιδεολογίες και οι πρακτικές διακυβέρνησης που αφορούν την έκτακτη ανάγκη διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης: το στιβαρό, αποφασιστικό και αδιάφθορο κράτος, η νεοφιλελεύθερη/αντιπρολεταριακή διαχείριση του κοινωνικού/ταξικού δαρβινισμού και όλος ο εθνικιστικός/ρατσιστικός συρφετός, είτε έχει «μνημονιακό», είτε «αντιμνημονιακό» πρόσημο. Η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων είναι εκείνο που, με μια δόση αυθαιρεσίας, ονομάσαμε στο προηγούμενο τεύχος (νεο)φιλελεύθερο (μετα)φασισμό: πρόκειται για την ηγεμονική μορφή του ταξικού πολέμου από τη μεριά των αφεντικών και των κοινωνικών τους συμμαχιών, τη συγκρότηση ενός μετώπου που μιλάει για το νόμο και την τάξη, με την ίδια άνεση που το κάνει για το «δημόσιο χρέος»· πρόκειται για ένα μέτωπο που είναι αρκετά ευρύχωρο ώστε να χωράει φασίστες τηλεπλασιέ-υπουργούς ή δολοφόνους, οικονομολόγους και μαφιόζους, δημοσιογράφους και διανοούμενους «με πολιτικά».

Μ’ αυτή τnν έννοια η μερική αποκαθήλωση (φυσικά μένει να δούμε το ακριβές σημείο αποκρυστάλλωσής της) της συμμορίας χ.α. είναι μια, εν μέρει επιβεβλημένη από τα γεγονότα, «θυσία» ενός μικρού μέρους του ιερού μετώπου του (νεο)φιλελεύθερου (μετα)φασισμού. Όλο το υπόλοιπο μέτωπο φυσικά και θα μείνει στη θέση του, μαζί με τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του, μαζί με όλο το συρφετό των ιδεολογιών του -άλλωστε η κρίση δεν τελείωσε, έτσι δεν είναι; Και τα όρια αυτού του σύντομου και κρατικά πριμοδοτούμενου «αντιναζισμού» θα είναι οι ατσάλινες αναγκαιότητες της διαχείρισης αυτής της κρίσης: ένα τέτοιο ανθρώπινο κεφάλαιο δολοφόνων, μαφιόζων, τραμπούκων και σκυλιών των αφεντικών δεν πρόκειται να αφεθεί στην τύχη του, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στην υπόθεση χ.α. Γιατί άσχετα από την τρέχουσα ρητορική των κυβερνώντων, η χ.α. δεν είναι «άκρο», εκτός αν θεωρήσουμε πως και τ’ αφεντικά τους, δηλαδή όλοι εκείνοι που ανέδειξαν ποικιλοτρόπως τη χ.α. σε «πολιτική» δύναμη (για παράδειγμα η ευπ, η κρατική ασφάλεια, τμήμα των παπάδων, οι εφοπλιστές και τα media που ελέγχουν) συνιστούν «άκρο»... Κατά τη γνώμη μας φυσικά και είναι τέτοιο: είναι η πιο πρόσφατη και ακραία μορφή του ταξικού πολέμου σε μια εποχή κρίσης, όταν όλα τα προσχήματα υποχωρούν.
Είπαμε «ταξικός πόλεμος»: αυτό που κάνει όλο κι όλο η θεωρία των άκρων είναι να μετα-γράφει την πραγματικότητα του ταξικού πολέμου με όρους «προστασίας της δημοκρατίας και του συντάγματος». Σύμφωνα μ’ αυτή τηn (παλιά) λογική, τα άκρα απειλούν - με διαφορετικά πολιτικά ζητούμενα αλλά με τρόπο συμμετρικό - το πολίτευμα, βρισκόμενα σε μια υπόγεια «συννενόηση» για την ανατροπή του. Αυτό το σχήμα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σαν όχημα πολιτικής μάχης εκ μέρους των καθεστώτων και των «ακραίων» συνιστωσών τους κατά την κρίση του μεσοπολέμου ενάντια στον εσωτερικό εχθρό, με τα γνωστά αποτελέσματα. Η ανάσυρση της θεωρίας των άκρων απ’ τη ναφθαλίνη της Ιστορίας, αυτή η «νεκρανάσταση της Βαϊμάρης» στο σήμερα, είναι μεν εκτός πραγματικότητας (επειδή κατά βάση το άκρο εκείνο που αξίζει τ’ όνομά του είναι παντού αδύναμο και ανοργάνωτο), εξυπηρετεί όμως μια σειρά αναγκαιότητες. Κυρίως αυτή: η θεωρία των άκρων σήμερα «προβληματοποιεί» τις πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές και τις τοποθετεί προς εξέταση στο έδαφος της «πολιτικής ορθότητας» και της πολιτικά/κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς. Δεν είναι μόνο η πολιτική βία στο μικροσκόπιο των ανατόμων αυτού του ιδιότυπου πολιτικού «συμπεριφορισμού»· είναι π.χ. και τα «εγκλήματα μίσους», δηλαδή όλοι εκείνοι οι λόγοι που διασπείρουν κοινωνική διχόνοια, όπως οι ταξικές αναφορές. Η θεωρία των άκρων δρα στο πεδίο της πολιτικής συμπεριφοράς, όπως ανάλογα η μηδενική ανοχή τοποθετεί απέναντί της την «μικροεγκληματικότητα»: και οι δύο μέθοδοι στοχοποιούν προληπτικά (χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό όλη την σοφία της καθεστωτικής «διανόησης») τα κοινωνικά/ταξικά υποκείμενα και τα βάζουν στο στόχαστρο των νόμων και της δημόσιας τάξης. Είναι επομένως ο λόγος του νόμου και της τάξης που γίνεται η ναυαρχίδα των κυρίαρχων λόγων, παίρνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο. Μ’ αυτή την έννοια η θεωρία των άκρων είναι μια «προληπτική προσαγωγή» της πολιτικής συμπεριφοράς (των λόγων και των έργων) του εσωτερικού εχθρού, ενώπιον του νόμου και των κοινωνικών/ταξικών συμμαχιών του. Γι’ αυτό είναι ένα ακόμα εργαλείο του ταξικού πολέμου και φυσικά δεν στοχεύει το φασιστικό/ναζιστικό «άκρο»: γιατί άλλωστε τα περισσότερα περιεχόμενα των λόγων και των έργων εκείνης της μεριάς έχουν αναβαθμιστεί σε πολιτική και θεσμική πραγματικότητα του ελληνικού κράτους, που κινείται πάντα μέσα στο καθεστώς της εξαίρεσης.
Παραπέρα και με γνώμονα το αναλυτικό σχήμα της θεωρίας των άκρων, επιχειρείται αναδρομικά η επαναδιατύπωση της ελληνικής ιστορίας σύμφωνα με τα πρότυπα των σημερινών κοινωνικών /ταξικών συσχετισμών. Γιατί οι φασίστες που κατέχουν κυβερνητικά πόστα, όπως π.χ. ο Βορίδης, ποτέ δεν έκρυψαν τις επιδιώξεις τους: στόχος είναι, ανάμεσα σε άλλους, μια «εθνικά ορθή» διατύπωση της Ιστορίας και των κοινωνικοπολιτικών φαινομένων, με τέτοιο τρόπο που θα δικαιώνει τους προγόνους τους. Δηλαδή τους διάφορους Μεταξάδες, χίτες, ταγματασφαλίτες, μπουραντάδες και μαυραγορίτες· θα τους δικαιώνει, όχι για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα τους, αλλά γιατί αυτές οι φιγούρες επιστρέφουν στο ελληνικό κρατικό και καπιταλιστικό παρόν και μέλλον με ελάχιστα παραλλαγμένες μορφές. Με άλλα λόγια οι ιθύνοντες του (νεο)φιλελεύθερου (μετα)φασισμού κάνουν μια σπονδή στο παρελθόν γιατί επείγονται να καθαγιάσουν τη σημερινή και αυριανή κοινωνική /ταξική τους σύνθεση, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Είναι φύλακες της υποτίμησης της εργασίας και της ζωής μας και κάνουν ελάχιστη έως καθόλου προσπάθεια να το κρύψουν· είναι «αντικομμουνιστές», δηλαδή ορκισμένοι εχθροί της πολιτικής και οργανωτικής ανασύνθεσης του πολυεθνικού προλεταριάτου· είναι το άλλο «άκρο» του ταξικού πολέμου!

Όποιος αναγνώρισε στα παραπάνω τον σύριζα π.χ. σαν υποκείμενο του ταξικού πολέμου, να το πει και σε μας τους αδαείς για να το καταλάβουμε. Η σοσιαλδημοκρατία (του σύριζα και γενικώς) δεν θεωρούνταν «άκρο» ούτε καν τη δεκαετία του 1930, πόσο μάλλον σήμερα. Τότε αλλά και τώρα ήταν και είναι στυλοβάτης του συστήματος και τίποτα λιγότερο. Αυτό που κάνει η θεωρία των άκρων στην περίπτωσή του είναι (όπως κάνει ανάλογα και για το φασιστικό «άκρο») να του δίνει λίγες ανέξοδες δάφνες «αντισυστημικότητας» (διότι στην εποχή μας όλα είναι ένα άθροισμα εντυπώσεων) και να κάνει αρκετές χιλιάδες κόσμου ν’ αλληθωρίζουν προς τη μεριά του «περιμένοντας»... Τί ακριβώς; Μόνο αυτοί/ες ξέρουν. Δεν ανήκουμε σ’ αυτήν την κατηγορία. Αντίθετα γνωρίζουμε καλά πως η εποχή του νέου ολοκληρωτισμού, δηλαδή μια ιστορική/κοινωνική σύνθεση που στόχο έχει την καθυπόταξη του παγκόσμιου προλεταριάτου για την μακροημέρευση αυτού του συστήματος, δεν έχει αντιπάλους στα πάνω κλιμάκια των εξουσιών, όποιο πολιτικό πρόσημο κι αν έχουν αυτά. Πάντα και παντού ήταν οι από-κάτω που είχαν λόγους να οργανώνονται ενάντια σ’ αυτήν την πολεμική διάταξη.

Και να μην ξεχάσουμε αυτό: αν ο «λαγός» του φασισμού (όπως κάνουν οι δρομείς που έχουν αυτό το ρόλο στους αγώνες αντοχής) είτε είναι βουλευτής, είτε «απλός στρατιώτης», διέτρεξε πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε (όντως έτσι συνέβη;) τον προορισμό του, τ’ αφεντικά του δε θα τον κρεμάσουν κιόλας. Γιατί παρά το «έγκλημά» του, παραμένει πάντα μια χρήσιμη εφεδρεία...
 
 
       

Αυτονομία 2017