Αυτονομία

Barricada

 

(Νεο)φιλελευθερισμός και (μετα)φασισμός

Πριν οχτώ δεκαετίες ο Κ. Σμιτ έγραφε για εκείνο που θεωρούσε ως το μεγαλύτερο πρόβλημα των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Διαπίστωνε πως η συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία είχε μαζικοποιηθεί (καταρχήν μέσω των εκλογών και της καθολικής ψηφοφορίας) κι αυτό κατά τον Σμιτ είχε οδηγήσει σε μια πολυδιάσπαση κοινωνικών/πολιτικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια ισχυριζόταν πως στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η πολιτική ενότητα και συνοχή είχαν χαθεί λόγω της συμμετοχής και των κατώτερων τάξεων στην πολιτική. Μαζί με την πολιτική ενότητα είχε χαθεί και η δυνατότητα των κυβερνώντων να παίρνουν -ενίοτε δύσκολες- αποφάσεις. Πρότεινε λοιπόν ένα πολιτικό μοντέλο “αποφασιοκρατικό” με τις κατάλληλες συνταγματικές προσαρμογές, που θα έδιναν έκτακτες -αποφασιστικές- εξουσίες στις πολιτικές ηγεσίες. Ουσιαστικά ευνοούσε ένα μοντέλο “συνταγματικής δικτατορίας”, απόλυτα ταιριαστό στις ανάγκες της άρχουσας τάξης για τη διαχείριση της τότε κρίσης. Μ’ αυτό το γνώμονα ο Σμιτ θεώρησε πως οι ναζί ενσάρκωναν τ’ όραμά του και γι’ αυτό άλλωστε τους υποστήριξε ενεργά κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής τους.

Υποθέτουμε ότι αρκετοί στα (θεσμικά και εξωθεσμικά) κυβερνητικά πόστα -ειδικά αυτοί του Δικτύου 21- έχουν διαβάσει τον Σμιτ και έχουν εξάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα προς χρήση. Δεν είναι όμως η διακυβέρνηση μέσω διαταγμάτων (“αποφάσεων”) το μοναδικό χαρακτηριστικό διαχείρισης της κρίσης από το 2010 και ύστερα. Συνοδεύεται επίσης από ένα πολιτικο/ιδεολογικό υβρίδιο (νεο)φιλελεύθερου (μετα)φασισμού, το οποίο θα έκανε λάθος κανείς να το αντιστοιχίσει αποκλειστικά με τη χ.α. και την κυβέρνηση Σαμαρά· έχει πολύ περισότερους αφανείς οπαδούς και τη στιγμή που μιλάμε συγκροτεί τις κοινωνικές του συμμαχίες. Αυτό το υβρίδιο συνθέτει όλη κι όλη την τεχνική διαχείρισης της κρίσης σήμερα, την εποχή των “εθνικών θυσιών” και της “πατρίδας που κινδυνεύει”. Μ’ αυτή την έννοια ο (νεο)φιλελεύθερος (μετα)φασισμός είναι η αφηγηματική δυστοπία του ελληνικού κράτους, η πυξίδα του σ’ αυτούς τους φουρτουνιασμένους καιρούς.

Λένε πολλοί, ακόμα και σήμερα, πως ο (νεο)φιλελευθερισμός και ο φασισμός είναι ασύμβατες πολιτικές ιδεολογίες. Πράγματι έτσι είναι - αν διαβάζει κανείς τα “ευαγγέλια” τους ή την ιστορική τους καταγωγή. Έχοντας πολύ διαφορετική πρσέγγιση, εμείς λέμε πως αν θέλει κανείς ν’ αντιλαμβάνεται τις κυρίαρχες κατευθύνσεις του σήμερα, καλό θα ήταν να κοιτάει τα κοινωνικά ήθη, όπως διαμορφώνονται μέσα από τις συνθέσεις και τις αντιθέσεις τους. Για παράδειγμα, ο κοινωνικός αυτοματισμός πού ακριβώς εντάσσεται; Είναι πιο κοντά στους φασίστες και τη συλλογική ευθύνη π.χ. “των μεταναστών για την κατάντια της Ελλάδας” ή μήπως βρίσκεται κοντύτερα στους (νεο)φιλελεύθερους και το χειροκρότημα της καρατόμησης των “βολεμένων του δημοσίου της ΕΡΤ”; Γιατί εκείνο που ισχύει είναι πως ο κοινωνικός αυτοματισμός αποτελεί συνεκτικό στοιχείο και των δύο -υποτιθέμενα ασύμβατων- ιδεολογιών: είναι συνηγορία στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπου το ρυθμό σ’ αυτή την αρένα δίνουν οι κρατικές αποφάσεις. Είναι μέθοδος καταστροφής της όποιας κοινωνικής συνοχής έχει απομείνει, προς την κατεύθυνση του μνησίκακου και εγωπαθούς ατόμου. Είναι η μεταφορά των ατομικών “ισολογισμών” (“τι χάνω; τι κερδίζω;”) από το επίπεδο των καθημερινών κοινωνικών σχέσεων, σ’ εκείνο του δημόσιου προϋπολογισμού. Είναι η κοινωνική/ταξική υποτίμηση που μετριέται σε μονάδες του ΑΕΠ, όπως επίσης και με καθόλα “αξιοκρατική αξιολόγηση” φύλων και φυλών. Σε τελική ανάλυση ο κοινωνικός αυτοματισμός είναι μια πλατφόρμα κοινωνικού αντι-εξισωτισμού/δαρβινισμού είτε αφορά τους “ξένους” είτε τους “ανάξιους και διεφθαρμένους”. Και φυσικά αυτό επιβάλλεται με όρους δύναμης και κρατικής ισχύος -δεν είναι δουλειά της “φυσικής εξέλιξης” κάτι τέτοιο!

Δε σταματάνε όμως εδώ οι εκλεκτικές συγγένειες (νεο)φιλελευθερισμού και (μετα)φασισμού. Οι “ατομικές ελευθερίες” και η πίστη στο κράτος/πατέρα/αφέντη, συνδυάζονται θαυμάσια και σε μια σειρά άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στο “σεβασμό του νόμου και της τάξης”: εφεξής οι “μικρές” (πόσο “μικρές” δηλαδή;) διαδηλώσεις θα περιοριστούν στα πεζοδρόμια ή/και θ’ απαγορεύονται, με απόφαση της αστυνομίας. Τα “δικαιώματα” των εμπόρων -οι οποίοι είναι “σίγουροι” πως για τις πεσμένες πωλήσεις τους ευθύνονται οι διαδηλώσεις- συναντούν τη δημόσια τάξη και τους παρακρατικούς: ένας γάμος ιδιωτικών συμφερόντων σε σιγή νεκροταφείου και ambience (νεκροζώντανου) εμπορίου. Ο νόμος και η τάξη είναι το κατ’ εξοχήν πεδίο της “καθαρής απόφασης” και αποτελεί βέβαια προνομιακό πεδίο για τους (νεο)φιλελεύθερους φασίστες. Γιατί ο νόμος και η τάξη συνδυάζουν την κουλτούρα της “νομιμοφροσύνης” και της ιδιοκτησίας (“αρετές” των ατόμων και οι δύο), με την απαίτηση ισχυρών θεσμών και μηχανισμών που τις επιβάλλουν και τις προστατεύουν, ειδικά σ’ αυτούς τους καιρούς. Ακόμα κι αν πρέπει να λάβουν δύσκολες και “αντιδημοφιλείς” αποφάσεις.

Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν υπονοήθηκε ήδη απ’ την αρχή του κειμένου: ο (νεο)φιλελεύθερος (μετα)φασισμός  της εποχής μας αναφέρεται σ’ ένα κράτος της εξαίρεσης, της έκτακτης ανάγκης με ικανή και στιβαρή πολιτική ηγεσία. Ένα κράτος που στα ακρότατα όρια των αρμοδιοτήτων του θ’ αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο. Απέναντί του δεν μπορεί να σταθεί η επίκληση της (σοσιαλ)δημοκρατίας, δηλαδή η δυνατότητα μιας εναλλακτικής διαχείρισης του κράτους σε συνθήκες κρίσης. Το αντίπαλο δέος στο φασισμό του 21ου αιώνα πρέπει να είναι η υπεράσπιση των βασικών κοινωνικών αναγκών και επιθυμιών. Η συγκρότηση των κοινών ενάντια στην (αυτο)διάλυση των ατόμων. Η συλλογική αξιοπρέπεια ενάντια στην κοινωνική/ταξική διατίμηση. Αυτά είναι η αφετηρία...

 
 
       

Αυτονομία 2017