Αυτονομία

Barricada

 

Απεργία πείνας μεταναστών:
ο πήχυς της βαρβαρότητας.

Η πανελλαδική απεργία πείνας δύο χιλιάδων περίπου μεταναστών φυλακισμένων σε αστυνομικά τμήματα και κέντρα κράτησης στις αρχές Απριλίου, είναι το τελευταίο επεισόδιο της αλά ελληνικά ασκούμενης αντιμεταναστευτικής πολιτικής. Οι κραυγές απόγνωσης των μεταναστών ενάντια τόσο στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, όσο και στην παράταση της κράτησής τους, έφεραν στην επιφάνεια «νομοθετικά κενά» και «παραλείψεις» που δεν είναι τωρινά αλλά χρόνια. Με άλλα λόγια οι μετανάστες με τους αγώνες τους αναδεικνύουν για μια ακόμη φορά την ουσία της αντιμεταναστευτικής πολιτικής που συμπυκνώνεται σε δύο μόνο λέξεις: επιταχυνόμενη βαρβαρότητα.

 

Από τα απόνερα του «Ξένιου Δία» στις νομοθετικές ρυθμίσεις.

Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος είναι πως για τους κρατούμενους μετανάστες έφτασε πια «ο κόμπος στο χτένι». Αυτή όμως η προσέγγιση είναι απλουστευτική καθώς το πότε ο κομπος φτάνει στο χτένι είναι κάτι σχετικό. Σε ό,τι αφορά ειδικά τις συνθήκες κράτησης αυτό το σημείο καμπής έχει παρέλθει εδώ και πολύ καιρό όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στην πραγματικότητα, η απεργία πείνας των μεταναστών αποτελεί το σημείο συνάντησης τριών παραγόντων που είτε έρχονται από το παρελθόν, είτε σχετίζονται με την παρούσα συγκυρία. Κι αυτοί είναι ο «Ξένιος Δίας», οι συνθήκες κράτησης και το νομοθετικό πλαίσιο για το χρόνο κράτησης. Σε ό,τι αφορά τον πολυδιαφημισμένο «Ξένιο Δία», ήταν από την πρώτη στιγμή αναμενόμενο πως πλάι στις ακροδεξιές ψήφους θα έχει και άλλες συνέπειες. Μία εξ αυτών είναι πως τα ήδη υπεράριθμα αστυνομικά τμήματα και κέντρα κράτησης έχουν τιγκάρει. Πράγμα που σε συνδυασμό με την παράταση του χρόνου κράτησης (όπως θα δούμε παρακάτω) έχει κάνει την κατάσταση αφόρητη. Γιατί την ίδια στιγμή που οι κατασταλτικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να μαζεύουν μετανάστες, τα κέντρα κράτησης δεν έχουν αυξηθεί. Σ’ αυτό το πλαίσιο μάλλον εντάσσεται και η πρόσφατη εξαγγελία στα μέσα Απριλίου εκ μέρους των υπουργείων προ.πο και δικαιοσύνης, για κατασκευή άλλων τεσσάρων κέντρων κράτησης μεταναστών, σε Χίο, Σάμο, Μυτιλήνη σε πρώτο χρόνο και στη συνέχεια στο χώρο παλαιού ΚΤΕΟ στην Κακκαβιά Ιωαννίνων. Παρά το γεγονός πως στην ουσία πρόκειται για χώρους που στο παρελθόν είχαν κριθεί ως ακατάλληλοι και παρά τις (ακόμη και εν μέσω κρίσης) αντιδράσεις για την επαναλειτουργία τους, αυτή η λύση μοιάζει μονόδρομος για το ελληνικό κράτος. Ειδικά στο βαθμό που οι μεταναστευτικές ροές από τα παράλια της Τουρκίας παρουσιάζουν αισθητή αύξηση. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Συρία έχει σαν συνέπεια χιλιάδες μετανάστες, που όσο η εκεί κατάσταση οξύνεται θα αυξάνονται διαρκώς. Μ’ αυτήν την έννοια η ακροδεξιά κυβέρνηση Σαμαρά, στριμώχνεται ανάμεσα στα νέα δεδομένα που προκαλούν οι εξελίξεις εκτός των συνόρων από τη μία, και στις ακροδεξιές προεκλογικές δεσμεύσεις της για πάταξη της λαθρομετανάστευσης. Αποδέκτες αυτού του αδιεξόδου είναι οι μετανάστες που καθημερινά βλέπουν τις συνθήκες διαβίωσής τους να επιδεινώνονται.

Στα παραπάνω δεδομένα έρχεται να προστεθεί και η πρόσφατη εφαρμογή των προεδρικών διαταγμάτων για το χρόνο κράτησης. Βάση των τροποποιήσεων που έγιναν στον νόμο 3386 του 2005, ο χρόνος κράτησης που μέχρι σήμερα ήταν από τρεις έως και έξι μήνες πλέον παρατείνεται και μπορεί να φτάσει από δώδεκα έως και δεκαοκτώ μήνες. Αυτό σημαίνει πως υπάρχουν χιλιάδες μετανάστες που ενώ υπό κανονικές συνθήκες (και λόγω παρέλευσης του εξαμήνου) θα έπρεπε να έχουν αφεθεί ελεύθεροι, παραμένουν έγκλειστοι σε κάποιο Α.Τ. Και δε μιλάμε για μετανάστες που στερούνται παντελώς οποιουδήποτε νομιμοποιητικού εγγράφου αλλά για άντρες και γυναίκες προερχόμενους από την Παλαιστίνη, τη Συρία ή άλλες εμπόλεμες ζώνες, που σαν πρόσφυγες θα έπρεπε να παίρνουν άσυλο. Στην πραγματικότητα ένας πολύ μεγάλος αριθμός μεταναστών/τριών ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία που περιμένει να υποβάλει μια αίτηση ασύλου, που τελικά ποτέ δεν υποβάλλεται. Είναι εκείνοι κι εκείνες που μην έχοντας τα απαραίτητα για το κατάλληλο λάδωμα χρήματα, συνωστίζονται έξω από την κάθε Πέτρου Ράλλη ελπίζοντας πως θα έρθει και η δική τους σειρά. Με βάση τα παραπάνω, το γεγονός πως πολλοί μετανάστες φτάνουν στα όρια ακόμη και της αυτοκτονίας (όπως στην περίπτωση του κέντρου κράτησης στην Κόρινθο στα τέλη μαρτίου) προκειμένου να βρουν το δίκιο τους δεν είναι ανεξήγητο αλλά σχεδόν αναμενόμενο. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως σε όλα τα παραπάνω προστίθενται και οι γνωστές συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης.

 

Οι συνθήκες κράτησης.

Όσα συμβαίνουν στα κέντρα κράτησης και στα αστυνομικά τμήματα αποτελούν κοινό μυστικό. Οι συνθήκες κράτησης είναι από απαράδεκτες έως άθλιες. Στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής δεν υπάρχουν, η διατροφή των κρατουμένων εξαντλείται σε υποτυπώδεις μερίδες φαγητού ενώ οι όποιες διαμαρτυρίες για τα παραπάνω αντιμετωπίζονται με την πατροπαράδοτη ελληνική μέθοδο του βούρδουλα. Όλα αυτά όμως, που για όσους ζουν σε αυτήν τη χώρα είναι σχεδόν αυτονόητα, δεν είναι καθόλου τέτοια για όσους έρχονται από αλλού. Και δεν πρόκειται μόνο για τους μετανάστες που τα ζουν στο πετσί τους. Πρόκειται επίσης για τους ευρωπαίους επιτρόπους για παράδειγμα, που πληρώνουν αδρά το ελληνικό κράτος, στα πλαίσια της συμφωνίας Δουβλίνο 2, προκειμένου αυτό να φέρνει σε πέρας την (αντι)μεταναστευτική του πολιτική. Αυτό φαίνεται καθαρά από την πρόσφατα δημοσιευμένη δημόσια δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CTP), όπου μεταξύ άλλων υποστηρίζεται πως «...τα ευρήματα της CTP κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψής της στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2011 κατέδειξαν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν οι ελληνικές αρχές δεν ήταν αξιόπιστες. Η CTP διαπίστωσε σταθερή επιδείνωση των συνθηκών ζωής και της μεταχείρισης των κρατουμένων στις φυλακές κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας...»

Αυτή η δήλωση έχει τη σημασία της. Καταρχάς και μόνο το γεγονός της δημοσίευσής της είναι σχεδόν σπάνιο. Αυτό που κάνει η συγκεκριμένη επιτροπή είναι να συντάσσει μια έκθεση την οποία αποστέλλει μόνο στο ελληνικό κράτος από το οποίο στη συνέχεια περιμένει συγκεκριμένες και έμπρακτες απαντήσεις. Έφτασε στο σημείο να δημοσιευτεί αφού διαπιστώθηκε πως το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν έκανε τίποτα στην κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών κράτησης αλλά αντίθετα αυτές διαρκώς επιδεινώνονταν. Επιπλέον, τα μέλη της επιτροπής όταν επισκέπτονται χώρους κράτησης, πέρα από το να διαπιστώνουν ιδίοις όμμασι τις γενικές συνθήκες κράτησης, προβαίνουν σε ατομικές συνεντεύξεις με οποιονδήποτε μετανάστη κρατείται εκεί. Η παρουσία μπάτσων απαγορεύεται αυστηρά και θεωρείται παρεμπόδιση του έργου της. Μ’ αυτήν την έννοια αυτοί που συντάσσουν την έκθεση μαθαίνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα το ελληνικό κράτος δηλώνει και τα ελληνικά μήντια δημοσιεύουν. Γνωρίζουν πως ενώ η Ε.Ε χρηματοδοτεί το ελληνικό κράτος με έξι ευρώ ημερησίως για κάθε μετανάστη (τα οποία πρέπει να του δίνονται στο χέρι) εκείνο παρακρατά τα πέντε, για μισή μερίδα φαγητού την ημέρα, κωλόχαρτα και μια χούφτα απορρυπαντικού ρούχων. Την ίδια στιγμή που όπως είναι γνωστό, για τους φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων αρκούν μόλις δυόμιση ευρώ ημερησίως για πολύ περισσότερα και σαφώς καλύτερης ποιότητας γεύματα από αυτά των κέντρων κράτησης. Γνωρίζουν πως οι αριθμοί που παρουσιάζονται σαν αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι αστείοι, όταν για παράδειγμα κοστολογείται με χίλια ευρώ ο ελαιοχρωματισμός ενός κρατητηρίου. Γνωρίζουν τέλος πως στα κέντρα κράτησης και ειδικά στα αστυνομικά τμήματα, υπάρχουν μετανάστες ξεχασμένοι από θεό και ανθρώπους παρότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Αυτά γνωρίζουν οι ευρωπαίοι επίτροποι που κατά τ’ άλλα κάνουν την δουλειά τους. Αυτά γνωρίζουν και οι μετανάστες που με την ευκαιρία της επίσκεψης των πρώτων, συνειδητοποιούν πως αυτή είναι η συγκυρία που θα πρέπει να παλέψουν με όλη τους τη δύναμη για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Διαψεύδοντας όσους υποτιμητικά τους θεωρούν απολίτικους, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι σημαίνει μια επίσημη έκθεση για την κατάστασή τους και δραστηριοποιούνται ανάλογα προσπαθώντας να την εκμεταλλευτούν. Είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν για να διεκδικήσουν τα στοιχειώδη, σε μια χώρα που ειδικά τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε συνοριακό φυλάκιο των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε.

Η πτώση του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη σαν αποτέλεσμα της εκεί εξέγερσης, σήμανε την κατάρρευση των συμφωνιών που αφορούσαν τη «φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων» μεταξύ ιταλικού κράτους και καθεστώτος, και δημιούργησε ένα κενό στην «ευρωπαϊκή ασφάλεια». Αυτό το κενό τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει να «καλύψει» το ελληνικό κράτος. Και για να το πετύχει αυτό, καθώς ο χρόνος κυλάει, εφαρμόζει πρακτικές όλο και πιο κοντινές σε εκείνες του καθεστώτος Καντάφι. Είτε πρόκειται για τις βυθίσεις σκαφών με μετανάστες στο Αιγαίο ή το Ιόνιο πέλαγος από σφαίρες λιμενόμπατσων, είτε για τις συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης, οι περιγραφές συγκλίνουν όλο και περισσότερο σε εκείνες που αφορούσαν στη βαρβαρότητα του καθεστώτος Καντάφι. Κι αυτός είναι ίσως ο βασικότερος λόγος που στους διαδρόμους ευρωπαϊκών επιτροπών και υπουργείων, λέγεται όλο και περισσότερο αυτό που εντός των συνόρων όλοι παριστάνουν πως αγνοούν: πως η Ελλάδα έχει γίνει Λιβύη.

 

Οι αριστεροί ψάλτες (αντί επιλόγου).

Η αριστερά του ανθρωπισμού και των δικαιωμάτων παριστάνει πως συγκινείται. Διοργανώνει συνεντεύξεις τύπου, εκδίδει ψηφίσματα διαμαρτυρίας, και στέλνει και κάνα βουλευτή να διαπιστώσει λέει από κοντά το απροχώρητο της κατάστασης. Στην πραγματικότητα όμως, πέρα από το να πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες βρίσκεται ενώπιον ενός προβλήματος που θα ήθελε να αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. Μια όψη του προβλήματος που έχει να διαχειριστεί είναι πως την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της πληθαίνουν οι δεξιές φωνές που ζητάνε «ρεαλιστική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος», το ίδιο το “πρόβλημα”, οι μετανάστες βρίσκεται σε όλο και πιο δυσχερή θέση. Μία άλλη είναι πως οι κρατούμενοι σε Α.Τ. και στρατόπεδα συγκέντρωσης μετανάστες δεν είναι ιδιαίτερα βολικοί για πολιτικάντικα παιχνίδια. Οι ακραίες συνθήκες της καθημερινότητάς τους τους επηρεάζουν πολύ περισσότερο από τις αόριστες δεσμεύσεις και υποσχέσεις του κάθε αριστερού απατεώνα.

Μ’ αυτήν την έννοια δεν πρόκειται γενικά για ένα ζήτημα μεμονωμένων αστυνομικών αυθαιρεσιών ή εγκληματικών παραλείψεων που μια άλλη, αριστερή διακυβέρνηση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει. Πρόκειται για την όξυνση, μέσα στο περιβάλλον της κρίσης, του ταξικού πολέμου σε βάρος του πιο υποτιμημένου κομματιού του πολυεθνικού προλεταριάτου. Ε, σ’ αυτόν τον πόλεμο η αριστερά έχει πάμπολλες φορές δώσει τα διαπιστευτήριά της. Με πιο πρόσφατο αυτό του υποδειγματικού ξεπουλήματος του αγώνα των 300 μεταναστών απεργών πείνας. Μην ελπίζει κανείς σε τίποτα περισσότερο λοιπόν.

 
 
       

Αυτονομία 2017