Αυτονομία

Barricada

 

Antifa: Από τα εγχειρήματα στην κοινότητα.[*]

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που οι παρακρατικοί φασίστες απόκτησαν (και) κοινοβουλευτική υπόσταση. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα φαίνεται πως αξιοποίησαν διάφορες πλευρές της νέας τους ιδιότητας. Είτε εφαρμόζοντας μια πολιτική «έμπρακτης προπαγάνδας», όπως στην περίπτωση της Ραφήνας ή της συγκέντρωσης έξω από το Mega Channel, είτε κάνοντας διάφορα θορυβώδη καραγκιοζιλίκια εντός της βουλής, έχουν καταφέρει να ανεβάσουν (δημοσκοπικά προς το παρόν) τα ποσοστά τους και να βρίσκονται στον αφρό της μηντιακής πραγματικότητας. Αυτές οι αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις έχουν τη σημασία τους. Πρώτον, γιατί εξ αντικειμένου διαψεύδουν όσους ήλπιζαν πως αρκούσαν γενικώς τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά για να επιστρέψουν οι φασίστες στις τρύπες τους. Δεύτερον, γιατί καθώς ο χρόνος περνάει αναδεικνύουν την αναγκαιότητα μιας πιο βαθιάς και διαρκούς αντιμετώπισης του φασιστικού φαινομένου σε όλη του την έκταση.

Η είσοδος της χ.α. στη βουλή πράγματι κινητοποίησε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες σε όλη την επικράτεια. Άνθρωποι που μέχρι χτες πίστευαν πως η φασιστική απειλή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, συνειδητοποίησαν, αργοπορημένα είναι η αλήθεια, πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Και κάτω από αυτήν την έκτακτη συνθήκη πολιτικοποιήθηκαν και οργανώθηκαν όπως όπως. Δηλαδή είτε εντάχθηκαν στις ήδη υπάρχουσες δομές, είτε επιχείρησαν να δημιουργήσουν καινούργιες. Όλα αυτά συνέβησαν σχεδόν πάντα στη λογική της άμεσης συγκρότησης ενός «αντιχρυσαυγίτικου μετώπου», το οποίο θα έφραζε το δρόμο στους φασίστες. Όμως οι επικλήσεις στην «έκτακτη ανάγκη», που διαρκώς αποκτά όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά μονιμότητας, είναι μια συνταγή βραχείας διάρκειας που με μαθηματική ακρίβεια φθίνει στο χρόνο. Γιατί δυστυχώς οι φασίστες δεν τελειώνουν στους ψηφοφόρους της χ.α.. Έχουμε τονίσει ξανά στο παρελθόν την έκταση και το εύρος του ρατσιστικού φασιστικού οχετού. Και έχουμε επισημάνει πως πέρα από το δρόμο, που τα ασπόνδυλα κάνουν (μετά τους μπάτσους) τη βρώμικη δουλειά, υπάρχει ένας γαλαξίας οργανώσεων, συλλόγων και περισσότερο ή λιγότερο επίσημων θεσμών που λειτουργούν, συχνά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο. Μ’ αυτήν την έννοια, η χ.α. ως μοναδική εκδοχή του φασισμού στην ελλάδα, μπορεί να είναι και ένα είδος αντιπερισπασμού. Ώστε να περνάει ακόμη και στις μέρες που ζούμε απαρατήρητη η ανάδυση ενός νέου εθνικισμού που διατρέχει την κοινωνία αλλά και τους πολιτικούς χώρους (της αριστεράς συμπεριλαμβανομένης) οριζοντίως, πλαγίως και καθέτως. Αντίστοιχα ώστε να προσπερνιούνται σχεδόν αδιάφορα διάφορες πλευρές του νέου ολοκληρωτισμού εντός κι εκτός των συνόρων, είτε αυτές αφορούν στις νέες τεχνολογίες επιτήρησης, είτε στον τρομακτικό εκσυγχρονισμό των πολεμικών μηχανών των κρατών στον δυτικό κόσμο. Είναι κρίσιμα αυτά τα ζητήματα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πλευρές του ίδιου φαινομένου, του νέου ολοκληρωτισμού, που έστω κι αν διαφεύγει της αντίληψης μας διατηρούν μια λειτουργικότατη συμπληρωματικότητα μεταξύ τους.

Αυτά τα ζητήματα λοιπόν, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς από εφήμερα, στημένα στο πόδι κακήν κακώς, σχήματα. Τα «μέτωπα» και οι πρωτοβουλίες που στήνουν δεξιά κι αριστερά το ΚΕΕΡΦΑ και ο συριζα, στην καλύτερη περίπτωση δεν αρκούν. Ακόμη και όταν αυτά δεν είναι απλά βιτρίνες της κάθε οργάνωσης και μπορεί και να στελεχώνονται από συντρόφους με αγνά κίνητρα, είναι καταδικασμένα να σέρνονται από γεγονός σε γεγονός κι από αντισυγκέντρωση σε αντισυγκέντρωση.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που ανοίγει η συζήτηση για τις οργανωμένες συλλογικότητες. Που δεν είναι ούτε βίτσια, ούτε «καλή παρέα» και κουβέντα να γίνεται. Το πώς αυτές προκύπτουν είναι ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένο. Δεν είναι απλά γενικόλογες διακηρύξεις περί της αναγκαιότητας καλύτερης οργάνωσης κ.ο.κ. Όποιος/α αφιερώνουν κάτι περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο τους στο κίνημα γνωρίζουν καλά περί τίνος πρόκειται. Τα εγχειρήματα, οι συλλογικότητες, είναι θέσεις μάχης που δίχως τυμπανοκρουσίες, κοιτάζουν τον κόσμο και την πραγματικότητα ενάντια σε κάθε λογής μικρόκοσμους και ηγεμονισμούς. Η παλιά κακή παροιμία «καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά τελευταίος στην πόλη» δεν αφορά την πολιτική δράση. Αυτή η δηλητηριωδώς αυτάρκης αντίληψη του κόσμου έχει γεννήσει και δυστυχώς συνεχίζει να γεννάει τέρατα. Τέρατα εγωκεντρισμού, τέρατα σε μαυσωλεία, τέρατα μυωπίας που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Οι οργανωμένες συλλογικότητες θέλουν να εμπλακούν σε μια αντιπαράθεση διαρκείας, όχι από μαζοχισμό αλλά έχοντας συνείδηση πως ο αγώνας ενάντια σε κεφάλαιο, κράτος και φασίστες δεν είναι υπόθεση μιας μεγάλης νύχτας αλλά εκατοντάδων, χιλιάδων άχαρων ημερών που συστηματικά μεθοδεύουμε τις έμπρακτες αρνήσεις μας. Είναι μέρες και νύχτες που ενάντια στη διανοητική φτώχεια και τη διαρκή απάθεια, ξηλώνουμε την πόλη πλακάκι πλακάκι και αδειάζουμε τα μυαλά (μας) πρώτα και κύρια από τα σκατά που αιώνες καπιταλιστικής κυριαρχίας τα έχουν ποτίσει.

Μ’ αυτήν την έννοια τα εγχειρήματα δεν είναι μια διαδικασία στατική, που ριζώνει και δεν κουνάει ρούπι μέχρι να πεθάνει από βαθιά γεράματα. Συναντιόμαστε, ανταλλάσσουμε ιδέες και επεξεργαζόμαστε απόψεις, όχι για να τις κρεμάσουμε στον τοίχο με χρυσή κορνίζα αλλά για να εμπλακούμε όσο το δυνατόν πιο προετοιμασμένοι σε μια πραγματικότητα κινούμενη που διαρκώς μετασχηματίζεται. Ορίζουμε περιεχόμενα και εφαρμόζουμε πρακτικές, όχι για να εγκλωβιστούμε ασφυκτικά μέσα σε κάθε συλλογικότητα και εγχείρημα αλλά για να ορίσουμε σημεία συνάντησης και σύμπραξης με άλλα αντίστοιχα εγχειρήματα. Και βήμα βήμα, να επανοικειοποιηθούμε χώρους και χρόνους απαλλοτριωμένους από το κεφάλαιο, να οικοδομήσουμε τον αναγκαίο κοινωνικό χώρο που θα δώσει φωνή σ’ όσους μένουν σιωπηλοί, θα δώσει δύναμη σ’ όσους στέκονται φοβισμένοι. Μ’ αυτήν την έννοια κάθε συλλογικότητα οικοδομεί μια διαλεκτική σχέση αγώνα με την κοινότητα: την τροφοδοτεί με περιεχόμενα, μεθοδολογία και την όποια πολιτική εμπειρία έχει και την ίδια στιγμή τροφοδοτείται από τον υποκειμενικό πλούτο των εμπειριών της εργατικής τάξης και των διάχυτων νεανικών (και όχι μόνο) υποκουλτούρων.

Είναι μια δυναμική διαδικασία σύνθεσης που σε κάθε βήμα που κάνει έρχεται, και θα έρχεται αντιμέτωπη, τόσο με αντιφάσεις όσο όμως και με τις προκλήσεις που η ίδια η κοινωνική κίνηση θέτει. Δεν πρόκειται για κάτι νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο. Πρόκειται όμως στην πραγματικότητα για την μοναδική μας δυνατότητα. Εμείς βάζουμε τον πήχυ σε αυτό το σημείο, εμείς θα κριθούμε από τα μικρά καθημερινά άλματα που πραγματοποιούμε και θα πραγματοποιήσουμε.

 

*Ο τίτλος είναι δανεισμένος από την τρίτη μέρα του τριήμερου συζητήσεων στις 8,9 και 10 Μάρτη στο Βόλο, της αντιφασιστικής συλλογικότητας «Λυσσάρι, για την διάδοση της αντιφασιστικής λύσσας».
[ επιστροφή ]

 
 
       

Αυτονομία 2017