Αυτονομία

Barricada

 

Κατάδυση στο βούρκο:
Πριν και μετά την 17 ιούνιου.

Καθώς βαδίζουμε στα τυφλά μέσα στο σκοτεινό τούνελ της κρίσης, το εμπόριο παντός είδους «φωτός» για την έξοδο απ’ αυτή έχει ξεπέσει στην κατηγορία «χάντρες και καθρεφτάκια», δηλαδή θεάματα και ρητορείες κάτω του μετρίου. Δεν μπορούμε να έχουμε παράπονο όμως. Για παραπάνω από δυο μήνες χορτάσαμε εκλογικό σασπένς, μεταγραφές μεγάλου και μεσαίου βεληνεκούς προς συ.ριζα. και ν.δ. καθώς επίσης και διλήμματα, πολλά διλήμματα. Με κορυφαίο τέτοιο την επιλογή ανάμεσα στην «ελπίδα» που φέρνει ο συ.ρι.ζα και στην απέναντι μεριά τον φιλοευρώ «ρεαλισμό» των πάλαι ποτέ μεγάλων κομμάτων και των παραφυάδων τους.
Αυτός ο νέος διπολισμός της κεντρικής πολιτική σκηνής μεταξύ ενός κόμματος κατ’ ουσίαν ακροδεξιού με ολίγο δεξιό «φιλελευθερισμό» και ενός κόμματος του βαθέος πασόκ με ολίγη «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» πρόκειται να προσφέρει μεγάλες συγκινήσεις το επόμενο διάστημα. Δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε αν θα φτάσει στο επίπεδο ενός έπους, αλλά τη δουλειά θα την κάνει. Θα συσκοτίσει κι άλλο τις αιτίες της κρίσης, θα καταραστεί κι άλλο τα μνημόνια, θα κουνήσει το ελληνικό δάχτυλο στους ευρωπαίους, θα μιλήσει κι άλλο τη γλώσσα του «νόμου και της τάξης». Θα την κάνει καλά τη δουλειά ο διπολισμός, αυτό είναι σίγουρο. Τουλάχιστον μέχρι την οριστική στιγμή τήξης (αν και πότε) του διακυβεύματος «ευρώ ή δραχμή». 
Όλ’ αυτά είναι λίγο ή πολύ αναμενόμενα, χωρίς όμως να μπορεί να προβλεφθεί ο ακριβής χρόνος εκδήλωσής τους. Εκείνο που δεν περιμέναμε είν’ η αλήθεια, ήταν η «γοητεία» που άσκησαν σε πολλούς και πολλές ο κοινοβουλευτισμός και οι εκλογικές διαδικασίες του. Σε πολλούς και πολλές που κανονικά θα έπρεπε να στέκουν απέναντί του. Μαθαίνουμε όμως. Και το πιο τραγικό στοιχείο αυτής της γνώσης είναι ο ιδιόμορφος κυνισμός της: τίποτα δε μας εντυπωσιάζει πια...

 

Τα δεδομένα μπροστά μας

Αν μείνει κανείς στην επιφάνεια των εκλογικών αποτελεσμάτων, τότε θα συμπεράνει πως μετά τη διπλή εκλογική αναμέτρηση, κερδισμένοι είναι οι φασίστες της χ.α., ο συ.ρι.ζα., κι ο Σαμαράς βεβαίως που επιτέλους έγινε πρωθυπουργός. Σωστή ανάγνωση μεν, ελλειμματική όμως δε. Καθώς το πολιτικό σύστημα αναδιαμορφώνεται με διάφορους τρόπους, που ενίοτε δεν τους δίνεται και ιδιαίτερη σημασία, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτή η αναδιαμόρφωση αποτελεί την πιο ορατή ένδειξη ευρύτερων ιδεολογικών, κοινωνικών και πολιτικών μετατοπίσεων ή αλλαγών. Αντανάκλαση, έστω και ατελής, αυτών των μετατοπίσεων ή αλλαγών, είναι η διαμόρφωση της κεντρικής πολιτικής σκηνής στην τωρινή της μορφή και για όσο διάστημα (θα) παραμείνει έτσι. Ας δούμε λοιπόν επιγραμματικά κάποια απ’ τα ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα του καιρού μας.

Δεδομένο πρώτο: Ποιό είναι εκείνο το μεγάλο δίλημμα του καιρού μας, αυτό που φτιάχνει και «φουσκώνει» κόμματα την ίδια στιγμή που διαλύει άλλα, το κυρίαρχο δίλημμα των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων; Μα φυσικά η αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Τί είναι το μνημόνιο; Μια δανειακή σύμβαση μεταξύ ελληνικού κράτους και τρόικας, που προβλέπει αφενός μέτρα άμεσης και έμμεσης υποτίμησης της εργασίας (για να γίνει το ελληνικό κράτος «ανταγωνιστικό») και αφετέρου μέτρα δημοσιονομικής «προσαρμογής» και «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» του ελληνικού κράτους. Τί είναι το αντιμνημόνιο; Είναι μια ιδεολογική υπερκατασκευή ταξικού αποπροσανατολισμού, οικονομικού (κι όχι μόνο) εθνικισμού, παραδοξοτήτων κάθε είδους (και τί δεν έχουν ακούσει τ’ αυτιά μας δυο χρόνια τώρα) χτυπημένα στα μικροαστικά μπλέντερ της παράκρουσης όλων εκείνων που θίγονται από τα «μέτρα». Είναι μια μεγάλη συζήτηση (που ξεφεύγει απ’ το σκοπό αυτού του κειμένου) να πει κανείς ποιό σκέλος των «μνημονιακών» μέτρων εφαρμόζεται με ευλάβεια (η υποτίμηση της εργασίας φυσικά) και ποιό είναι ένα διαρκές αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο εσωτερικό του «κράτους της προσόδου». Δηλαδή όλων εκείνων των μικρών και μεγάλων συμφερόντων που συγκροτούν τον κοινωνικό κορμό του ελληνικού κράτους. Αλλά αυτή η «δυσαρμονία» εφαρμογής του μνημονίου υπάρχει, όπως υπάρχουν και χτυπητά περιστατικά που αποδεικνύουν κάτι τέτοιο, θα το δούμε παρακάτω.

Όπως είναι γνωστό η ιδεολογική υπερκατασκευή του αντιμνημονίου δεν έγινε ένα μήνα πριν τις εκλογές. Ήταν το πνευματικό τέκνο των «αγανακτισμένων», δεξιών κι αριστερών, το απαραίτητο soundtrack όταν μούτζωναν τη βουλή κι απειλούσαν το πολιτικό προσωπικό του ελληνικού κράτους με ένα νέο «Γουδί», το απαραίτητο συμπλήρωμα των ελληνικών σημαιών πάνω στην πλ. Συντάγματος. Κάπως έτσι στον πολιτικό και κοινωνικό χρόνο που ορίζεται «πριν» και «μετά» τους «αγανακτισμένους», το μνημόνιο (κι η αντίθεση σ’ αυτό) έχει εξυψωθεί στο επίπεδο της κύριας αντίθεσης μεταξύ των «πατριωτών ελλήνων» και των «προδοτών του έθνους». Το αντιμνημόνιο για τους δεξιούς πατριώτες είναι ένα σύγχρονο οχυρωματικό έργο, ανάλογο ίσως της «γραμμής Μεταξά», το οποίο φιλοδοξεί, όπως τότε, ν’ ανακόψει την επέλαση των Γερμανών. Για τους αριστερούς πατριώτες το θέμα είναι να φτιαχτεί το «νέο ΕΑΜ», όπως είχε πει ένας πρωτοπόρος (κανείς προφήτης στον τόπο του) που τώρα αγνοείται. Το όλο πράγμα θα ήταν για γέλια, αν δεν συνέβαινε ξανά και ξανά στην ιστορία οι ιδεολογικές μονομανίες των ελλήνων πατριωτών να παράγουν τέρατα. Κι ας σημειωθεί πως απ’ αυτά τα πλάσματα, δεν έχουμε δει ακόμα παρά ελάχιστα.

Το γεγονός πάντως είναι πως, αφού ο πολιτικός πρωτογονισμός των «αγανακτισμένων» χαϊδεύτηκε και μεσολαβήθηκε από τα media, κατέληξε ν’ αυγατίζει τα ποσοστά των αντιμνημονιακών κομμάτων. Τοποθετημένα «αριστερότερα» και «δεξιότερα» του πάλαι ποτέ δικομματισμού, κατέκτησαν την συντριπτική πλειοψηφία της αντιμνημονιακής ψήφου. Κάπως έτσι γνήσιοι τραμπούκοι κατέλαβαν κοινοβουλευτικές έδρες και ο Αλέξης Τσίπρας πρόβαρε το πρωθυπουργικό του κοστούμι. Μπορεί μεταξύ της μιας περίπτωσης και της άλλης να υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες που συντέλεσαν στην εκλογική τους άνοδο, αλλά υπάρχει κι η καθόλου αμελητέα, κοινή αντιμνημονιακή προίκα. Το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο και για τους ανεκδιήγητους («ανεξάρτητους») έλληνες του (πιο εγκεφαλικά κατεστραμμένου κι απ’ το επίθετό του) Πάνου Καμμένου.

Δεδομένο δεύτερο, συναφές με το πρώτο:
Η κατάσταση του κράτους της προσόδου, του κοινωνικού κορμού του ελληνικού κράτους. Οι μικρές και μεγάλες νομές συμφερόντων, κερδών και δύναμης, δονούνται συθέμελα από τις αναταράξεις που προκαλεί η κρίση. Οι τριγμοί τους ακούγονται από την περίμετρο μέχρι και τα κέντρα της κρατικής εξουσίας, αποτελώντας και το πιο «φασαριόζικο» (με την έννοια τόσο του κοινωνικού όγκου, όσο και των προσβάσεων) τμήμα του αντιμνημονιακού μετώπου. Κυρίως αυτούς τους τριγμούς (αλλά όχι μόνο αυτούς) περιγράφουν διάφοροι ειδικοί των αφεντικών, όταν μιλάνε για την τωρινή κατάσταση σαν «ρήξη του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου». Ήταν και αυτοί οι τριγμοί που συντέλεσαν στην (εντυπωσιακή για τα δεδομένα των τριαντα-πέντε τελευταίων χρόνων) αναδιαμόρφωση της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή εδώ, γιατί ο αποπροσανατολισμός καραδοκεί. Κράτος της προσόδου δεν είναι μόνο οι μεγαλοσυνδικαλιστές του πασόκ, που στοχοποιούνται εδώ και καιρό. Αυτοί ανήκουν σε μια πρόσφατη «επέκταση» των προσοδικών δομών. Κράτος της προσόδου είναι κι η εκκλησία αλλά κι οι (παλιές και νέες) μαφίες. Το κράτος της προσόδου έχει και εφοπλιστικά συμφέροντα, όσο και μεγαλοεργολάβους έργων του δημόσιου τομέα. Αυτό το είδος συνάρθρωσης ειδικών κοινωνικών συμφερόντων με την κρατική εξουσία έχει ηλικία, όση και το ελληνικό κράτος. Τα πρόσωπα αλλάζουν μεν, αλλά οι δομές παραμένουν, προσαρμοσμένες βέβαια στις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ε, λοιπόν αυτή η πραγματικότητα δεν φαίνεται ν’ αλλάζει ριζικά στο κοντινό μέλλον. Αυτό που συμβαίνει είναι μια αναπόφευκτη «υποτίμηση» τμημάτων των προσοδικών δομών, άμεση συνέπεια της διαχείρισης της κρίσης και των «μνημονιακών» μέτρων.

Κάπως έτσι, στον αφρό του αντιμνημονιακού κύματος, δεν φούσκωσε κι ο συ.ρι.ζα; Επειδή «περιέθαλψε» στο εσωτερικό του όχι μόνο τους αντιμνημονιακούς βουλευτές του πασόκ, αλλά κυρίως τους μηχανισμούς που εκπροσωπούν αυτοί. Μάλιστα, χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε πως, λόγω μεγέθους και μόνο, ήταν ο σύ.ρι.ζα. που απορροφήθηκε μέσα στο βαθύ πράσινο του (πάλαι ποτέ;) βαθέος πασοκ. Κι αν βλέπει κανείς τα πράγματα από τη σκοπιά αυτού του προσοδικού τμήματος, η «ελπίδα» που εκπροσωπεί ο συ.ρι.ζα. δεν είναι άλλη από μια αυξημένη «διαπραγματευτική» ικανότητα αυτών των μηχανισμών στο εσωτερικό του κράτους. Γιατί δηλαδή μόνο οι (ιδιοκτήτες) ταξιτζήδες θα τα καταφέρνουν καλά σ’ αυτό το τόπο;

Δεδομένο τρίτο: η γλώσσα της ασφάλειας, της πάταξης της εγκληματικότητας και της μετανάστευσης. Έχοντας αναφερθεί τόσες φορές σ’ αυτό το (πάντα επίκαιρο) θέμα, που το μόνο που μπορούμε να σημειώσουμε επιπλέον είναι πως η συζήτηση για ασφάλεια δεν τελειώνει ποτέ. Ξεκινάει από το ιστορικό κέντρο, συνεχίζει με στρατόπεδα συγκέντρωσης και πηγαίνει οπουδήποτε στην επικράτεια, κάνοντας διαδοχικά «γκελ» στα μυαλά των υπηκόων. Κι είναι δεδομένο πλέον ακόμα και για τον τελευταίο πολιτευτή, πως πρέπει να καταθέσει τα πολιτικά του διαπιστευτήρια, αμολώντας τις σχετικές ρατσιστικές χοντράδες. Τόσο που αν μπορούσε να υπάρξει ένα «μέτρο» του νέου ολοκληρωτισμού, αυτό θα έπρεπε να περιλαμβάνει σίγουρα το δημόσιο λόγο περί ασφάλειας, όπου με την αίσθηση της κοινοτυπίας ξετυλίγεται ό,τι πιο αρρωστημένο μπορεί να ειπωθεί εναντίον των κάθε φορά Άλλων.
Η ασφάλεια φέρνει ψήφους λοιπόν, αυτό το έχουν καταλάβει όλοι. Όλοι. Ακόμα και ο αρχηγός του συ.ρι.ζα. δεν παρέλειψε να επισκεφτεί τη γ.α.δ.α. για να υπογραμμίσει το ενδιαφέρον του για την ασφάλεια των πολιτών και την εκτίμησή του για το «δύσκολο έργο που φέρνει σε πέρας η αστυνομία».

Εκείνο που είναι λιγότερο αναγνωρισμένο είναι πως η ασφάλεια εξελίσσεται σε τεράστια μπίζνα. Δεν είναι μόνο οι προσλήψεις μπάτσων που αφορούν τον επίσημα αναγνωρισμένο τομέα της δημόσιας τάξης. Είναι μια γκρίζα ζώνη «παροχής υπηρεσιών ασφάλειας» που κατακτά όλο και περισσότερο χώρο. Ξεκίνησε από τον ιδιωτικό χώρο με τα διάφορα σεκιούριτι σε καταστήματα και συγκροτήματα γραφείων και μετακινείται προοδευτικά προς το δημόσιο χώρο: θα έχετε ίσως προσέξει διάφορα περίπολα σεκιούριτι σε κεντρικά σημεία της Αθήνας και όχι μόνο. Τί κάνουν; Κυρίως διώχνουν πρεζάκηδες και μικροπωλητές μακριά από τις βιτρίνες. Είναι πολλοί αυτοί που «απασχολούνται» σ’ αυτά τα πόστα και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν προσλήφθηκαν από τις λίστες του οαεδ. Αλλού τους έχουν βρει. Αυτή η γκρίζα ζώνη λοιπόν που λέγαμε παραπάνω, απλώνει κι απλώνει. Μάλιστα, καθώς οι «αρμοδιότητές» της πολλαπλασιάζονται, οι σχετικές εργολαβίες μυρίζουν όλο και περισσότερο κάποιας μορφής οργανωμένο έγκλημα, που παριστάνει τον «προστάτη της τάξης». Γιατί είναι παλιό μάθημα αυτό: ο καλύτερος «πωλητής» ασφάλειας είναι εκείνος που μπορεί να οργανώσει και την «ελεγχόμενη παραγωγή ανασφάλειας». Στην «λευκή» οικονομία θα το έλεγαν καθετοποίηση της παραγωγής. Εδώ το λένε αλλιώς.

Επομένως είναι εύκολα κατανοητό πως η ασφάλεια δεν φέρνει μόνο ψήφους. Εποχή που είναι σημαίνει και δουλειές. Πολλές δουλειές. Που ανοίγουν μεν προς διαφορετικές κατευθύνσεις και κλάδους, αλλά αφορούν το ίδιο «ειδικευμένο εργατικό δυναμικό» μαφιόζων, μπράβων, χουλιγκάνων κ.τ.λ. Αυτό το ανεπίσημο σκέλος του συμπλέγματος της ασφάλειας δεν χρειάζεται, το καημένο, τη στοργή της πολιτικής εκπροσώπησης; Τί δηλαδή; Μόνο οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και οι έμποροι έχουν δικαίωμα να μιλάνε σ’ αυτό τον τόπο; Καθόλου δίκαιο κι αντιπροσωπευτικό δεν είναι κάτι τέτοιο. Αν λοιπόν αναζητεί κανείς ποιοί ψήφισαν τη χ.α., ας κοιτάξει και σ’ αυτήν τη μεριά. Γιατί η χ.α. δεν είναι μόνο η συμμορία της κτηνώδους επιβολής «της τάξης και της ασφάλειας», των ρατσιστικών επιθέσεων κ.α. Εκπροσωπεί και τους σχετικούς «επιχειρηματίες», που θέλουν πλέον να έχουν λόγο στα δημόσια πράγματα. Είπαμε: πήραν (και πολιτική) προαγωγή.

 

Σχολιάζοντας το βούρκο

Μεταγραφές: Οι ναζί της χ.α. δεν ήταν όμως οι μόνοι του φασιστοσυναφιού που πήραν προαγωγή, ενώ και γενικότερα οι μεταγραφές στελεχών από κόμματα που δεν μπήκαν στη βουλή προς τα υπόλοιπα, έδωσαν και πήραν ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Δίνοντας έτσι και νέο νόημα στην έννοια του πολιτικού οπορτουνισμού. Έτσι, στη ν.δ. για παράδειγμα, αθροίζοντας τα πρωτοκλασάτα στελέχη του λαοσ που ήρθαν στη μεγάλη αγκαλιά της δεξιάς παράταξης και τους συμβούλους του Σαμαρά, φαίνεται πως οι «ανανήψαντες» φασίστες θα μπορούσαν κάποια στιγμή στο μέλλον να συγκροτήσουν μέχρι και μια καθαρόαιμη φασιστική συνιστώσα μέσα στη νδ, κατά τα πρότυπα του συριζα. Ως τότε όμως οι πρώην-λαοσ και οι συν αυτώ δε θα κάτσουν με τα χέρια σταυρωμένα. Θα προσπαθήσουν να εκπροσωπήσουν επάξια τους προσοδικούς μηχανισμούς που τους στηρίζουν, κατά το γνωστό παράδειγμα του Μάκη Βορίδη με τους ιδιοκτήτες ταξί και βυτιοφόρων.

Ο σύριζα από την άλλη, αποδείχτηκε μια όαση στην έρημο για διψασμένους (φυσικά για εξουσία) πολιτικούς νομάδες. Είπαμε και παραπάνω πως είναι πιο λογικό να θεωρήσει κανείς πως ο συριζα έγινε μια συνιστώσα του βαθέος πασοκ, παρά το ανάποδο. Όσο κι αν ψάξαμε, δεν βρήκαμε την «ελπίδα» π.χ. στην «αριστερή πρωτοβουλία», μέχρι πρόσφατα αναγνωρισμένη εσωκομματική τάση του πασοκ. Άλλα πράγματα βρήκαμε, που δεν είναι όμως της παρούσης. Κατά τ’ άλλα ο συριζα ετοιμάζεται για «δυναμική αντιπολίτευση». Και (γιατί όχι;) μπορεί να χαϊδέψει και στο άμεσο μέλλον κανένα μόρφωμα σαν τους «αγανακτισμένους», επιβεβαιώνοντας ξανά ότι ο λαϊκισμός, ο αποπροσανατολισμός και η νέτα-σκέτα βλακεία, μπορούν να έχουν και «αριστερό» πρόσημο. Έτσι κι αλλιώς η «κυβερνώσα αριστερά» έχει το μέλλον στα χέρια  της, αν δεν τα καταφέρει πάλι να το διαλύσει μόνη της το μαγαζάκι, όπως τότε επί Αλαβάνου.

Ιδεολογικές Σφήνες: Όπως είπαμε και παραπάνω η ασφάλεια είχε την τιμητική της στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Στις πρώτες εκλογές μάλιστα ήταν οι υπουργοί του πασόκ Λοβέρδος και Χρυσοχοϊδης (με τη διαπόμπευση των οροθετικών και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίστοιχα) που πλειοδότησαν στη σχετική συζήτηση, εντάσσοντας εμφανώς το θέμα στην προσωπική τους προεκλογική ατζέντα. Δεν πήγαν πίσω και οι υπόλοιποι όμως: ήταν άλλωστε ο σημερινός πρωθυπουργός που κήρυξε τον αγώνα για την «ανακατάληψη» των ελληνικών πόλεων από τους έλληνες. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μόνο η χ.α. περιορίστηκε σε μια σχεδόν «παθητική» πολιτική ατζέντα, φοβούμενη ίσως μην κατηγορηθεί από τους υπόλοιπους φασίστες του πολιτικού συστήματος για «ακραία» ρητορική.

Αυτά όμως άλλαξαν μετά τις εκλογές του Μάη. Οι ορίτζιναλ φασίστες άλλαξαν τακτική και «απελευθερώθηκαν» από τους politicaly correct περιορισμούς της καθεστωτικής ευπρέπειας, δείχνοντας το πραγματικό τους, τραμπούκικο πρόσωπο. Και συνέβη εκεί, ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ένα τρομερό φαινόμενο που μόνο σ’ αυτή τη χώρα θα μπορούσε να συμβεί: επιστρατεύτηκε από το λαοσ ο γεροΠλεύρης, αρχιναζί και αρχιπράκτορας ταυτόχρονα, μπας και καταφέρει να κόψει ψήφους από τη χ.α. Κι εφάρμοσε μια πολιτική τακτική που είναι δοκιμασμένη και γνωστή, τόσο εδώ, όσο και σ’ άλλες χώρες: υιοθετούμε τις απόψεις των φασιστών καταγγέλοντας ταυτόχρονα τον «ακραίο» χαρακτήρα τους. Ο Πλεύρης και το λαοσ όμως δεν έκαναν ακριβώς αυτό. Ο γερο-χουντικός έκανε γνήσια εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, τέτοια που ούτε η χ.α. δε θα τολμούσε να διανοηθεί, κάνοντας ουσιαστικά δεξιά αντιπολίτευση στους τραμπούκους! Ναι λοιπόν! Αυτή η χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, εξελλίσει τώρα και μια πανέξυπνη πολιτική τακτική που θα μπορούσε να συνοψιστεί στο εξής: ο ακραίος φασίστας προσπαθεί ν’ ακυρώσει πολιτικά τον τραμπουκοφασίστα, φορώντας τη στολή των SS! Μετά απ’ αυτό δεν είναι ν’ αναρωτιέται κανείς που το εκλογικό ποσοστό της ακροδεξιάς (και πέρα) στις πρώτες εκλογές ήταν περίπου 20%, αν αθροίσουμε χ.α., λαοσ και καμμένους έλληνες...

Διλήμματα: Μιλώντας ειδικά για το εκλογικό αποτέλεσμα στην κορυφή της κεντρικής πολιτικής σκηνής, είναι άξιο θαυμασμού πως στήθηκε μέσα σ’ ένα μήνα το σκηνικό του διπολισμού (νδ-συριζα) αντικαθιστώντας τον βαρετό πλέον δικομματισμό, που υπήρχε εδώ και τριάντα χρόνια. Κι ενώ δεν είναι καθόλου δεδομένο πως αυτός ο διπολισμός θα φτάσει έστω και τα μισά χρόνια του δικομματισμού (για να μην πούμε πολύ λιγότερα), το σίγουρο είναι πως οι δύο πόλοι είναι ιδιαίτερα λειτουργικοί, όταν είναι να πουληθούν πολιτικά/εκλογικά διλήμματα στους ψηφοφόρους. Το κυρίαρχο δίλημμα, το μεγάλο διακύβευμα, παραμορφώνει θαυμάσια την πραγματικότητα και κατευθύνει τις όποιες λύσεις προς συγκεκριμμένους πολιτικούς φορείς που βρίσκονται, λόγω ποσοστών, στον προθάλαμο της εξουσίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δίλημμα ευρώ-δραχμή, που παίχτηκε επιτυχημένα μετά τις πρώτες εκλογές, για να δικαιωθεί επιτέλους και ο Γ.Παπανδρέου που επέμενε στο δημοψήφισμα και τελικά έφαγε το κεφάλι του. Με βάση αυτό το δίλημμα προβλήθηκαν εφιαλτικές εικόνες για το κοντινό μέλλον (λες και δεν τις ζούμε ήδη), στην περίπτωση που ο σύριζα επέμενε να τρίψει το μνημόνιο στα μούτρα των ευρωπαίων κι αυτό βέβαια ήταν ένα μεγάλο προπαγανδιστικό ατού για τις «δυνάμεις του ευρώ». Υποτίθεται λοιπόν, πως το ποσοστό 48-49% που συγκέντρωσαν μαζί τα τρία κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση «εθνικής ευθύνης», είναι ένα ασφαλές δείγμα υποστήριξης του κοινού νομίσματος και της ε.ε. Δεν είναι καθόλου έτσι όμως! Οι υποστηρικτές του ευρώ είναι σε όλα τα πολιτικά κόμματα κι είναι όλοι από την ίδια ταξική μεριά. Ευρώ θέλει ο τραπεζίτης, ευρώ θέλει κι ο μαφιόζος, τί να τις κάνουν τις υποτιμημένες δραχμές; Το δίλημμα ευρώ-δραχμή είναι απόλυτα χειραγωγικό και αποπροσανατολιστικό, το έχουν πει έγκαιρα οι σύντροφοι του Sarajevo. Αυτό το δίλημμα θέλει να εκβιάσει την επιλογή ανάμεσα σε μια άγρια καπιταλιστική επίθεση στις ζωές μας, όπου το γενικό πρόσταγμα το έχουν τα διδακτορικά των τεχνοκρατών (αλλά και οι μαφίες, τα είπαμε παραπάνω) και σε μια εξίσου άγρια επίθεση, όπου το πρόσταγμα θα το έχουν μαφίες με διδακτορικά. Τί να διαλέξουμε λοιπόν; Ένα φρικτό τέλος ή μια φρίκη δίχως τέλος;

Αναφορά στο χάος: Με τα δεδομένα που περιγράψαμε παραπάνω (αλλά και μερικά ακόμα) ξεκινάει την σταδιοδρομία της η τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, που το σωστό της όνομα δεν είναι «εθνικής ευθύνης», αλλά «έκτακτης ανάγκης», όπως και οι προηγούμενες. Τρίτη κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια. Αυτή δεν είναι μια καλή «επίδοση» για το πολιτικό προσωπικό του ελληνικού κράτους, έτσι; Κι αφήνουμε στην άκρη πως αυτό το σκηνικό θυμίζει περίοδο πολιτικής αστάθειας, βγαλμένη από τον ελληνικό μεσοπόλεμο.

Τρίτη κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης που πρέπει να διαχειριστεί την υποτίμηση και την καθυπόταξη του ντόπιου και του πολυεθνικού προλεταριάτου σ’ αυτή τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα η γεωπολιτική αξία του οικοπέδου της βρίσκεται (προσωρινά;) σε ελεύθερη πτώση. Σ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι που επιβάλλεται η χρήση κάθε δυνατού όπλου, από τη μεριά μιας εξουσίας σε έκτακτη ανάγκη; Σ’ αυτές είναι. Σ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι που η επιβολή χάνει το ένα μετά το άλλο κάθε «διακοσμητικό» της στοιχείο κι εμφανίζεται γυμνή και ωμή; Σ’ αυτές είναι. Σ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι που γίνονται οι πόλεις πεδίο βολής εναντίον των Άλλων; Σ’ αυτές είναι.

Καλώς δεχτήκαμε την τρίτη κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης. Ας προετοιμαστούμε για τη δύσκολη συνέχεια...

 
 
       

Αυτονομία 2017