Αυτονομία

Barricada

 

Πού κρύβονται οι φωστήρες;

Οι εκλογές της 17ης Ιούνη είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Σαράντα μόλις μέρες μετά από αυτές της 6ης Μάη, έμοιαζαν σαν τις σχολικές εξετάσεις του Σεπτεμβρίου, όπου διάφοροι μαθητές έχουν την ευκαιρία να βελτιώσουν τους βαθμούς τους και να περάσουν την τάξη. Αυτό από μία άποψη πράγματι συνέβη, καθώς τα δύο πρώτα κόμματα ανέβασαν τα ποσοστά τους. Από μία άλλη όμως άποψη αυτές οι σαράντα μέρες που μεσολάβησαν δεν άλλαξαν τίποτα. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα ποσοστά των ασπόνδυλων.

Πρέπει να νιώθουν πολύ απογοητευμένοι όσοι φωστήρες της πολιτικής είχαν σπεύσει να δηλώσουν πως τα ποσοστά των φασιστών είναι είτε μια ψήφος άγνοιας, είτε μια ψήφος διαμαρτυρίας. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εκλογικών διαδικασιών οι φασίστες φρόντισαν και με το παραπάνω να δείξουν ποιοι είναι. Και δεν αναφερόμαστε στα μηντιακά σόου του κάθε λογής Κασιδιάρη. Δίπλα σ’ αυτά οι φασίστες φρόντισαν να κάνουν πράξη, έστω και ενδεικτικά, την πολιτική του πεζοδρομίου, το «μέσα κι έξω από τη βουλή» που οι ίδιοι διακηρύττουν. Μ’ αυτήν την έννοια, το βράδυ της 16ης Ιουνίου δεν πρέπει να υπήρχε ούτε ένας ψηφοφόρος που να μην γνωρίζει ποιες είναι οι προθέσεις τους. Κι όμως ενάντια στις εκκλήσεις της Αλέκας περί «διόρθωσης της ψήφου», ενάντια στις αφελείς εκτιμήσεις κάθε λογής αριστερών, (ξανα) βρέθηκαν τετρακόσιες και βάλε χιλιάδες που ψήφισαν τους φασίστες. Μια πρώτη εύκολη ερμηνεία πατάει στον εξής απλό συλλογισμό: μα οι κατά συνθήκη ρατσιστές στην ελλάδα είναι πολύ περισσότεροι από τετρακόσιες χιλιάδες. Πράγματι, αυτό είναι αλήθεια αλλά δεν εξηγεί το γιατί αυτοί δεν πήγαν στους επίσης φασίστες της νδ ή στον κραγμένο φασίστα Καμμένο, που έχασε περίπου το 50% των ψηφοφόρων του. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Τα ασπόνδυλα έχουν αυτή την εποχή τον αέρα στα πανιά τους. Κι αυτό δεν είναι απλά αποτέλεσμα των αντικειμενικών συνθηκών της κρίσης. Αυτό είναι την ίδια στιγμή προϊόν μιας προσεκτικά σχεδιασμένης -άγνωστο από ποιους- πολιτικής τακτικής, που ώρες ώρες μοιάζει να δουλεύει στον αυτόματο πιλότο. Σε πρώτο χρόνο οι φασίστες παράγουν ένα γεγονός μικρής ή μεσαίας κλίμακας. Κατόπιν αυτό το γεγονός μεσολαβείται από τα μήντια και πιθανά γίνεται γεγονός ευρείας κλίμακας. Και στη συνέχεια, μέσα από το σχετικό ντόρο βρίσκει ευήκοα ώτα, σε διάφορες λουμπενοποιημένες κοινωνικές κατηγορίες. Έτσι το λυντσάρισμα για παράδειγμα ενός μετανάστη από δεκαπέντε φασίστες, δε γίνεται αντιληπτό σαν μια πράξη θρασύδειλων αλλά ως τη σκληρή εφαρμογή του «νόμος και τάξη» στην πράξη. Πράκτική που όπως είναι γνωστό είναι σε θέση να εφαρμόσουν -και εφαρμόζουν- ακόμη και δεκαεξάχρονα τσογλάνια. Όμως αυτή η τακτική δε στέκεται από μόνη της. Και προκειμένουν να είναι αρκούντως πειστική πρέπει να (μην) συμβαίνουν παράλληλα διάφορα άλλα πράγματα. Πρέπει ας πούμε να μη φαίνεται ότι οι φασίστες δρουν σε ένα περιβάλλον όχι απλά πλήρους ατιμωρησίας αλλά τις περισσότερες φορές συνεργασίας και υποστήριξης από τους μπάτσους. Αυτό τόσο στο παράδειγμα της Πάτρας (αναφερόμαστε σχετικά σε άλλο κείμενο), όσο και σε αυτό των Άνω Λιοσίων όπου έφυγαν σα δαρμένα σκυλιά είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Όταν δεν τους βάζει πλάτη η δημόσια τάξη δεν μπορούν να κάνουν ούτε μισό βήμα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως λίγες μέρες πριν τις εκλογές, προκειμένου να διαδηλώσουν για είκοσι λεπτά σε επαρχιακή πόλη, όχι μόνο κινητοποιήθηκαν αστυνομικές δυνάμεις εκτός του νομού αλλά επιπλέον οι ίδιοι μίσθωσαν (300 ευρώ το κεφάλι) μερικές δεκάδες μπράβων από την τοπική μαφία προκειμένου να κινούνται περιμετρικά της πορείας τους. Αυτό είναι ένα πρώτο σημείο. Το δεύτερο είναι πως αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, οτιδήποτε μπορεί να τσαλακώσει το «σκληρό» προφίλ τους.  Έτσι παρά τις φάπες που έχουν πέσει σε διάφορους -επιφανείς και μη- φασίστες τον τελευταίο μήνα, είναι πολύ προσεκτικοί στο τι επιλέγουν να δημοσιοποιήσουν κόντρα στην παραδοσιακή ρητορική της κλάψας, περί «μαρξιστικού παρακράτους που διώκει τους εθνικιστές».  Έτσι, στα δέκα σε βάρος τους περιστατικά μπορεί να καταγγέλλουν μόλις ένα, ειδικά όταν είναι βέβαιοι πως μπορούν να ασκηθούν οι σχετικές διώξεις, όπως πρόσφατα συνέβη στο Ηράκλειο Κρήτης.

Αυτό τους το τελευταίο άγχος είναι με μια έννοια και το πιο «δικαιολογημένο». Γιατί είναι απόλυτα βέβαιο πως το hype που έχουν δημιουργήσει (και η αλαζονεία που πάντα το συνοδεύει) θα παράξουν (ή μάλλον ήδη παράγουν) ανάμεσα στα άλλα και τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Ήδη το κάθε τρεις και λίγο δημόσιο μοστράρισμά τους έχει ενοχλήσει μάλλον περισσότερους από όσους προβλέπει το δικό τους εγχειρίδιο χρήσης.

Κι ο πρώην δικός τους Δημητράκης Ζαφειρόπουλος τους προειοδοποίησε πως «ενεργοποιούν αντιφασιστικά αντανακλαστικά που δε θα έπρεπε». Αυτά είναι σχεδόν αυτονόητα. Σχεδόν, γιατί η ιστορία ούτε αυτονόητα, ούτε νομοτέλειες γνωρίζει. Εμείς πρέπει να τσαλακώσουμε το προφίλ τους (και τα μούτρα τους), εμείς πρέπει να κάνουμε σαφές και ξεκάθαρο πως δεν πρόκειται παρά για λακέδες των αφεντικών, για μια συμμορία που βγάζει μεροκάματο ενάντια στην εργατική τάξη. Γιατί όπως λένε και οι άγγλοι «η παλίρροια και ο χρόνος δεν περιμένουν κανέναν».

 
 
       

Αυτονομία 2017