Αυτονομία

Barricada

 

Kέντρα   κράτησης, εκλογές
και (πολλοί) ρατσιστές

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου. Μια πρώτη υπόθεση είναι ότι αυτά πηγαίνουν πακέτο με τις προεκλογικές περιόδους. Κάθε φορά που υπάρχει μια εκλογική μάχη στον ορίζοντα, βγαίνουν στον αφρόι και παραμένουν εκεί μέχρι να κοπάσει η εκλογική φουρτούνα. Υπουργοί "εναντίον" τοπικών κοινωνιών, εξαγγελίες εναντίον διαμαρτυριών συνθέτουν κάθε φορά το σκηνικό της αντιπαράθεσης γύρω από το ζήτημα.

Μια δεύτερη κάπως πιο σύνθετη σκέψη είναι ότι υπάρχουν λόγοι και αιτίες που ειδικά αυτό το ζήτημα, των μεταναστών, επιλέγεται για να αναδειχθεί στην όποια προεκλογική εκστρατεία. Δηλαδή πως οι «λύσεις» για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης δεν ανακαλύπτονται ένα μήνα πριν τις εκλογές, αλλά δουλεύονται σε σταθερή βάση και παρουσιάζονται σαν σχέδιο που τυγχάνει της όποιας κοινωνικής αποδοχής όποτε κριθεί αναγκαίο. Αυτές τις δύο υποθέσεις θα πρσπαθήσουμε να αποδείξουμε παρακάτω. Και όπως θα διαπιστώσετε δε βρίσκονται η μία δίπλα ή μετά την άλλη. Αντίθετα σφιχταγκαλιάζονται μέσα σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλοτροφοδοτούνται. Ειπωμένο αλλλιώς αν και πράγματι πρόκειται και για προεκλογικά λόγια, αυτά εξαρτώνται από πολύ περισσότερα. Τόσο από τις κοινωνίες στις οποίες απευθύνονται, όσο και από τα χαρακτηριστικά του «προβλήματος» που λένε πως θέλουν να λύσουν.

 

Προεκλογικά λόγια...

Πίσω από το θόρυβο των δηλώσεων Χρυσοχοϊδη, πίσω από τα πρωτοσέλιδα και τους πηχαίους τίτλους για «Στρατόπεδα συγκέντρωσης με διαδικασίες εξπρές» και «πιστοποιητικά υγείας», περνάνε ντούκου κάποιες οφθαλμοφανείς αντιφάσεις. Μία από αυτές είναι ότι ο Χρυσοχοϊδης είναι ένας υπηρεσιακός υπουργός καθώς θα παραμείνει σε αυτό το πόστο μέχρι την ημέρα των εκλογών. Το γεγονός ότι και αυτός εγγράφεται στην κατηγορία των all star υπουργών, με «μεγάλες επιτυχίες» στο βιογραφικό του, έχει προφανώς παίξει το ρόλο του στο να θεωρείται σαν κάτι «νυν και αεί» της δημόσιας τάξης. Αλλά όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν οι εκάστοτε κρατικές πολιτικές δεν είναι αποκλειστικότητα ενός και μόνου υπουργού. Ειδικά όταν αυτός αναλαμβάνει ένα πόστο για τόσο βραχύ διάστημα. Έτσι, χωρίς να επιχειρούμε καμία πρόβλεψη για το αν και πόσα στρατόπεδα θα κατασκευαστούν, νομίζουμε πως ο Χρυσοχοϊδης, αλλού κοιτάζει. Κοιτάζει στις εκλογές. Και στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενίσχυση της αξιοπιστίας της κυβέρνησης και της παράταξης για τις οποίες δουλεύει. Οι παραστάσεις αποφασιστικότητας που δίνει, σχεδόν σε καθημερινή βάση, έχουν το εξής πολιτικό μήνυμα: εμείς εφαρμόσαμε το νόμο, εμείς θα τον εφαρμόσουμε και στο μέλλον· γι’ αυτό ψηφίστε μας. Φυσικά δεν είναι ο μόνος που το κάνει. Τόσο ο Βενιζέλος με τον Λοβέρδο, όσο και οι βουλευτές της νδ από την άλλη, σε αντίστοιχο μήκος κύματος κινούνται. Όλοι προσπαθούν να πείσουν πως η περίοδος πολιτικής αστάθειας -δεν μπορεί παρά να- ανήκει στο παρελθόν, καθώς έχει φτάσει η ώρα για στοιβαρές, αμείλικτες, αποφασιστικές πολιτικές διακυβέρνησης. Έτσι πρέπει να ερμηνεύσει κανείς και τις δεσμεύσεις του, πως μέχρι τα τέλη Απρίλη θα έχει λειτουργήσει το πρώτο κέντρο κράτησης στην Αμυγδαλέζα. Έτσι πρέπει να αντιληφθεί κανείς και το ότι πάνω στη φούρια του να περάσει την τροπολογία στις 3 του Απρίλη, την κατέθεσε εκπρόθεσμα. Με αποτέλεσμα αυτή να μετατεθεί μία βδομάδα αργότερα, στις 10 Απρίλη. Μ’ αυτή την έννοια και αυτές οι εξαγγελίες μοιάζουν ντουφεκιές στον αέρα. Αλλά δεν είναι. Γιατί πέφτουν, για μια ακόμη φορά, προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, τους μετανάστες. Κι εκεί είναι που αν και θα περίμενε κανείς οι κρατικές πολιτικές να γίνουν δεκτές μετά βαϊων και κλάδων, συναντάνε εμπόδια. Τα οποία δεν είναι για καλό.

 

Tοπικές κοινωνίες

Η δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν είναι η πρώτη φορά που εξαγγέλεται. Όπως θα θυμάστε αυτό έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις περσινές εξαγγελίες Παπουτσή, τον Μάιο του 2011, για τη δημιουργία 18 τέτοιων. Θα θυμάστε πως όχι 18 αλλά ούτε ένα δε φτιάχτηκε στον ένα χρόνο που μεσολάβησε από τότε. Και αιτία δεν ήταν μόνο η πολιτική αστάθεια ή η αναποφασιστικότητα του υπουργού και της κυβέρνησης. Ήταν επίσης το γεγονός πως με το που αυτά εξαγγέλθηκαν βρήκαν απέναντί τους τις τοπικές κοινωνίες. Που δεν είχαν μείνει στα λόγια, καθώς είχαν φτάσει μέχρι και στον εμπρησμό του στρατοπέδου της Καρωτής, προκειμένου να μην κατασκευαστεί κέντρο κράτησης. Γράφαμε τότε λοιπόν (Barricada No 15) πως «οι μαφιόζοι φεουδάρχες της κάθε περιοχής παζαρεύουν κάθε φορά τους όρους της εκμετάλλευσης των μεταναστών με την κεντρική εξουσία, έχοντας στο πλευρό τους ρατσιστικές κοινωνίες έτοιμες να εμποδίσουν την «υποβάθμιση του τόπου τους». Σήμερα, ένα χρόνο μετά, βλέπουμε αυτή την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Στο Βόιο, στην Αμυγδαλέζα, στη Σκύδρα, σε κάθε περιοχή αυτού του κωλότοπου που ακούγεται ότι θα φτιαχτεί ένα κέντρο κράτησης, το τοπίο είναι απελπιστικά ίδιο. Από τη μία δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι και τοπικοί φορείς που με τη ζυγαριά στο χέρι υπολογίζουν: Πόσες θέσεις εργασίας -για σεκιουριτάδες και μπάτσους- θα φτιαχτούν; Πόσα φράγκα θα πάρει ο δήμος; Πόσοι δικοί μας θα πάρουν δουλειές; Κι από την άλλη «ευαισθητοποιημένοι πολίτες», ντόπιοι νοικοκυραίοι που σκίζουν τα ρούχα τους για την υποβάθμιση της γειτονιάς τους και ουρλιάζουν «μακριά από εμάς νά ‘ναι κι όπου θέλουν νά ‘ναι». Έτσι ή αλλιώς είτε πρόκειται «για τους ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές», είτε «για τους ξένους χάρη στους οποίους μπορεί ν’ ανοίξουν κι άλλες δουλειές», το πρόβλημα είναι το ίδιο. Και δεν αφορά ούτε τον εγκλεισμό τους, ούτε τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους αλλά την ίδια τους την ύπαρξη «δυο μέτρα από την πόρτα μας». Ακόμη και σ’ εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις που η συνθηματολογία ξεφεύγει από παραδοσιακά ρατσιστικά επιχειρήματα και επιχειρεί να εμφανίζεται ως «ανθρωπιστική», στην πραγματικότητα μπλοφάρει. Αφενός γιατί η δήθεν «λύπηση και συμπόνοια» για τους μετανάστες κουβαλάει -όπως πάντα- την παραδοχή πως αυτοί βρίσκονται εξ αντικειμένου σε μια κατώτερη δυσχερή θέση και άρα είναι άξιοι μόνο της ελεημοσύνης μας. Αφετέρου γιατί ακόμη κι αυτός ο ξεφτιλισμένος ανθρωπισμός ενενήντα εννιά στις εκατό δεν είναι παρά έυκολα λόγια, που όταν έρθει η ώρα να γίνουν πράξη μεταμορφώνονται σε απλές πρακτικές -ρατσιστικές- λύσεις. Έτσι ή αλλιώς σε ό,τι αφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επαναλαμβάνεται ένα γνώριμο και παλιό φαινόμενο. Η αντίθεση σε αυτά να έρχεται κατά κύριο λόγο από τα δεξιά και οι τοπικές κοινωνίες να εμφανίζονται ακόμη πιο ρατσιστικές κι από την επίσημη ρατσιστική κρατική πολιτική.

 

Tα βασικά του προβλήματος:

Αυτούς τους συσχετισμούς έχει υπόψη του όχι μόνο ο Χρυσοχοϊδης, αλλά σχεδόν κάθε πολιτικός που σέβεται τους ψηφοφόρους του όταν βάζει την αντιμεταναστευτική πολιτική, πρώτη πρώτη στην πολιτική τους ατζέντα. Γνωρίζουν καλά αυτοί οι κύριοι και οι σύμβουλοί τους πως αυτό το θέμα έχει ψωμί. Γνωρίζουν ότι η αντιμεταναστευτική πολιτική έχει την αποδοχή του απλού πολίτη. Γνωρίζουν την ψυχολογία του μέσου έλληνα μαλάκα που όσο μεγαλύτερες περικοπές του κάνουν, τόσο πιο απεγνωσμένα αναζητά βολικές και εύκολες αιτίες για την κατάπτωσή του. Κι αυτό δεν είναι ούτε αφορισμός για την κοινωνία, ούτε απλή υπόθεση. Είναι μια -συχνά αιματοβαμμένη- ιστορία με παρελθόν, παρόν και ακόμη πιο ζοφερό μέλλον. Για το παρελθόν τα έχουμε πει χίλιες φορές. Για το παρόν τα (ξανα) ζούμε.
Νούμερο ένα, η εγκληματικότητα. Κάθε μέρα που περνάει νέες έρευνες, καινούρια ρεπορτάζ. Για τα γκέτο στο κέντρο της πόλης, για τα κάθε λογής άβατα μόλις πέσει το σκοτάδι, για το φόβο που σκεπάζει την Αθήνα. Φυσικά ελάχιστοι λένε πως ακόμη και μέσα στο περιβάλλον της κρίσης η Αθήνα εξακολουθεί να έχει από τους πλέον χαμηλούς δείκτες σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη σοβαρή εγκληματικότητα. Για την ακρίβεια το λέμε εμείς καθώς και μερικές δεκάδες ταξιδιωτικοί οδηγοί που κυκλοφορούν στον κόσμο. Κανείς επίσης δεν υποθέτει πως ακόμη και αυτή η «έκρηξη» της χαμηλής παραβατικόττηας που αφορά κατά κύριο λόγο μικροκλοπές, σχετίζεται με τη κρίση, με το γεγονός ότι στην αγορά δεν υπάρχει ούτε σάλιο και χιλιάδες εργάτες σ’ αυτή την πόλη ζουν εδώ και χρόνια μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Αντίθετα αυτό σε διάφορους φωστήρες -της αριστεράς και όχι μόνο- φαίνεται παράξενο και απορούν που το τέλος του ιλλουστρασιόν κόσμου της κατανάλωσης δε σήμανε αντίστοιχα και το τέλος όποιου φόβου, όποιας ανασφάλειας για την ιδοκτησία. Όμως αυτό είναι το τοπίο. Καθώς η κρίση οξύνεται, η ανασφάλεια αυξάνεται και ο φόβος δίνει τη θέση του στην έχθρα, το μίσος για τους κάθε λογής φτωχοδιάβολους που τη βγάζουν από δω κι από κει.
Νούμερο δύο, το παραεμπόριο. Νούμερα και ισολογισμοί, στατιστικές και μετρήσεις επιδεικνύονται από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς σαν την αδιάσειστη απόδειξη, το απόλυτο τεκμήριο της γάγγραινας, της πληγής για την επιχειρηματικότητα. Κι εδώ ψέμματα, αισχρά ψέμματα. Πρώτον, γιατί επιμελώς αποκρύπτεται το ότι οι προμηθευτές των μικροπωλητών, είναι τις περισσότερες φορές ακριβώς οι ίδιοι που προμηθεύουν και τα κάθε λογής καταστήματα. Είτε βρίσκονται σε βιτρίνες, είτε σε πάγκους μικροπωλητών τα προϊόντα ίδια καρτελάκια έχουν: Κίνα, Ινδονησία κ.ο.κ. Κι αν πράγματι κοπτόταν το ελληνικό κράτος για την απώλεια του ΦΠΑ σε αυτές τις χώρες γνωρίζει πως θα έπρεπε να απευθυνθεί. Αλλά είναι γνωστοί οι λόγοι που δεν το κάνει. Σε ό,τι αφορά δε την περίφημη «ερήμωση» του κέντρου αυτή οφείλεται σε παράγοντες που μόνο με τους μικροπωλητές δεν έχουν να κάνουν. Είναι πάνω από μία δεκαετία που οι προτεραιότητες της κυκλοφορίας του κεφαλαίου έχουν αλλάξει. Η επέκταση των συνόρων του μητροπολιτικού πεδίου είχαν σα συνέπεια και τις όποιες πολεοδομικές αλλαγές. Η κατασκευή της Αττικής Οδού ας πούμε, αναδιοργάνωσε αποφασιστικά τόσο τις καπιταλιστικές ροές, όσο και τα σημεία σταθμούς σε σχέση με αυτές. Τα ΙΚΕΑ, τα MALL, ακόμη και το Ελευθέριος Βενιζέλος πρέπει να τα αντιλαμβάνεται κανείς πάντα σε σχέση με αυτό το νέο πολεοδομικό σχεδιασμό. Ο προσανατολισμός προς την περιφέρεια με τα επιχειρήματα της γρηγορότερης μετάβασης, του εύκολου parking, και φυσικά της συγκέντρωσης τόσων καταστημάτων σε μερικές χιλιάδες τετραγωνικά, ήταν και παραμένει ο βασικότερος λόγος της μείωσης της εμπορικής κίνησης στο κέντρο. Γι’ αυτό και σε τομείς που δεν αφορούν το εμπόριο αλλά τα θεάματα, ας πούμε όπως το σινεμά, αυτό ομολογείται ανοιχτά χωρίς κανένα πρόβλημα. Δεν μπαίνει όμως κανείς στον κόπο να κάνει αυτό τον απλό παραλληλισμό. Για ευνόητους λόγους.
Νούμερο τρία, η υγειονομική βόμβα.
Η επίκληση της δημόσιας υγείας στο όνoμα της αντιμεταναστευτικής πολιτικής, βρίσκεται κάπως πιο αριστερά από τον «παραδοσιακό ρατσισμό». Για την ακρίβεια ανήκει στο οπλοστάσιο του διαφορικού ρατσισμού, εκεί που τα επιχειρήματα αντλούνται από μια προφανή ασυμβατότητα, με ανθρωπιστική πάντα αφετηρία. Έτσι το νήμα πιάνεται από την υγεία των ίδιων των μεταναστών, από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και τους κινδύνους που αυτές εγκυμονούν. Ετοιμόρροπα κτίρια, συνωστισμός, παντελής έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών υγειϊνής, συνθέτουν το εφιαλτικό σκηνικό που στην Κουμουδούρου, στο Μεταξουργείο, στην Ακαδημία Πλάτωνος απειλεί εκείνους και ακόλουθα τη δημόσια υγεία. Μόνο που και σ’ αυτό το σημείο στο όνομα της παραχάραξης της πραγματικότητας ξεχνιούνται σκόπιμα δύο τρία βασικά σημεία. Ένα είναι πως οι μετανάστες οδηγούνται σε αυτές τις επιλογές εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι απαγορευμένοι εργάτες. Είναι τα χαμηλά μεροκάματα -και η «ευαισθησία» των ντόπιων- που τους αναγκάζουν να μένουν εκεί που μένουν. Είναι το καθεστώς της γενικευμένης μαύρης εργασίας που δεν τους δίνει τα απαραίτητα ένσημα ώστε να δικαιούνται στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Είναι τέλος ρατσιστικοί νόμοι, σαν τον περσινό του Λοβέρδου, που κάνουν σαφές στους μετανάστες -αλλά και στους ντόπιους πλέον- πως αν δεν πληρώσουν δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από το δημόσιο σύστημα υγείας. Αυτά και άλλα πολλά παραλείπονται, ξεχνιούνται κι έτσι μακριά από τα σύνορα, στα κέντρα των μητροπόλεων δημιουργείται το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα δίχως σάρκα και οστά, φύλα και ηλικίες. Ένα πρόβλημα μακρινών εθνικοτήτων, σκούρων χρωμάτων, ψυχρών αριθμών που πλεονάζουν και «τεκμηριωμένων» στατιστικών που χτυπάνε καμπανάκια κινδύνου. Ένα πρόβλημα που αναζητά πιεστικά «άμεσες λύσεις.

 

Και η λύση του.

Μιλώντας για λύσεις πρέπει να ξεκινήσουμε από την εξής παραδοχή: το γεγονός ότι δεν ήταν λίγα εκείνα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που εύκολα υιοθέτησαν την ορολογία «στρατόπεδα συγκέντωσης» λέει ήδη από μόνο του πολλά. Ο τρόπος που οι ιδεολογικοί μηχανισμοί χειρίζονται τη γλώσσα δεν είναι ουδέτερος. Αντίθετα αποκαλύπτει το πως αντιλαμβάνονται τόσο το παρόν όσο και το μέλλον. Η γλώσσα της κυριαρχίας είναι μέσο και την ίδια στιγμή όπλο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικές πλευρές του. Μ’ αυτή την έννοια αυτή η επιλογή δε σημαίνει μόνο πως τα «στρατόπεδα συγκέντρωσης», αποκομμένα απ’ το ιστορικό τους παρελθόν, μοιάζουν πλέον εντελώς απενοχοποιημένα. Σημαίνει επιπλέον πως μοιάζουν σαν τα μόνα ικανά να αναπαραστήσουν τις «ρεαλιστικές και αναγκαίες λύσεις». Κατά μία έννοια αποτελούν το όριο, την ελάχιστη βάση αντιμετώπισης του «προβλήματος». Από εκεί και πέρα διάφορες «πιο προωθημένες» -προς το παρόν- λύσεις μπορούν να πέσουν στο τραπέζι. Τα ασπόνδυλα ας πούμε, υπερθεματίζοντας μπορούν να μιλάνε για πλήρη ναρκοθέτηση όλων των συνοριακών περιοχών. Λες και είναι λίγοι αυτοί που ακόμη και σήμερα διαμελίζονται στα ναρκοπέδια του Έβρου. Από την άλλη, πάλαι ποτέ σοσιαλιστές σαν τον δημοσιογράφο Γιομπαζολιά προτείνουν την «αριστερή ρεαλιστική λύση» δημιουργίας στρατοπέδων στα ξερονήσια: στη Μακρόνησο, στη Γυάρο σε κάθε καταραμένο τόπο που εξήντα χρόνια πριν εξοντώνονταν οι κομμουνιστές και οι «εχθροί του έθνους». Κι είναι βέβαιο πως πλησιάζοντας προς τις εκλογές πολλά τέτοια θα ακουστούν ακόμη.
Αυτά συμβαίνουν, αυτά βρίσκονται σε εξέλιξη με ή χωρίς εκλογές. Γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι προβλέψεις και προγνωστικά για το αν και πόσα στρατόπεδα τελικά θα κατασκευαστούν. Το ζητούμενο είναι πως μπάτσοι κι αφεντικά, φασίστες και μαφιόζοι δε διστάζουν πλέον να λένε αυτά που σκέφτονται με το όνομά τους. Κάποιες φορές τα κάνουν κιόλας πράξη. Κι οι δικές μας πράξεις, οι δικές μας λύσεις απουσιάζουν. Μέχρι να εφευρεθούν.

 
 
       

Αυτονομία 2017