Αυτονομία

Barricada

 

Οι καραβοκύρηδες της Μεσογείου

Μετά το θάνατο του Καντάφι στις 20/10 και την επίσημη λήξη των νατοϊκών επιχειρήσεων, διαδίδεται από διάφορες μεριές των αφεντικών πως ο πόλεμος στη Λιβύη τελείωσε και ήρθε η ώρα των business. Εκείνο που ισχύει σίγουρα, είναι πως τελείωσε εκείνη η πλευρά του πολέμου που αφορούσε την αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη. Γιατί κατά τ’ άλλα είναι υπερβολικά πολλά τα ανοιχτά ζητήματα στη μετά Καντάφι εποχή: διακρατικές συμμαχίες κι αντιπαλότητες, πρώτες ύλες και βέβαια η νομή των εξουσιών στο εσωτερικό της χώρας. Πολλά τα ζητήματα, πολλοί και οι διαγκωνιζόμενοι ανταγωνιστές, οπότε κανένας πόλεμος δεν φαίνεται να τελείωσε. Το αντίθετο.
Αυτό ισχύει απόλυτα και για εκείνη την πλευρά του πολέμου, που δεν διακηρύχθηκε καν σαν τέτοιος, παρά το γεγονός πως ήταν οργανικό (αν και «παράπλευρο») μέρος των ευρωπαϊκών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη βόρεια Αφρική: την «απώθηση», την εξόντωση για να ακριβολογούμε, των αφρικάνων μεταναστών/προσφύγων. Μπορεί κάτι τετοιο ν’ ακούγεται υπερβολικό, για τα πρωτοκοσμικά αυτιά. Πώς θα μπορούσε όμως να χαρακτηριστεί διαφορετικά το γεγονός πως 2.000 μετανάστες (για τόσους υπάρχουν μαρτυρίες, αλλά πιθανότατα είναι περισσότεροι) πέθαναν στη θάλασσα μέσα σε λίγους μήνες, το ίδιο εκείνο διάστημα που το πολεμικό ναυτικό των δυτικών βομβάρδιζαν τη Λιβύη; Τα σαπιοκάραβα περνούσαν δίπλα τους κι αυτοί έκαναν πως δεν τα έβλεπαν, αν δεν έβαζαν και κάνα χεράκι για να πάνε στο πάτο μια ώρα αρχύτερα. Ενώ είναι «παράνομο» και τιμωρείται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το να μην προσφέρεται βοήθεια σε ανθρώπους που κινδυνεύουν στη θάλασσα, αυτό συμβαίνει κατά κόρον ειδικά σε περιόδους πολέμου. Έτσι αντιμετωπίζονται πλέον τα σαπιοκάραβα με τους μετανάστες. Κι αυτό «κρύβεται» όλο και λιγότερο.

 

ανοιξιάτικες ανησυχίες

Πιάνοντας το νήμα από τις αρχές του 2011, ήταν δεδομένο πως οι επαναστάσεις στη βόρεια Αφρική προκάλεσαν ένα τεράστιο σοκ στα δυτικά κράτη, που είχαν συνηθίσει να κάνουν δουλειές με τις «ακλόνητες» δικτατορίες της Τυνησίας, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Ανάμεσα στις άλλες τους δουλειές, οι βορειοαφρικανικές δικτατορίες, κυρίως η Τυνησία και η Λιβύη που βρίσκονται πιο κοντά στις απέναντι ευρωπαϊκές ακτές, είχαν αναλάβει το ρόλο του αντιμεταναστευτικού μπάτσου στη νότια Μεσόγειο, για λογαριασμό της ε.ε. Όμως οι συμφωνίες που είχαν υπογραφεί με τα καθεστώτα έγιναν κουρελόχαρτα, λόγω του μαζικού αραβικού ξεσηκωμού και οι ευρωπαίοι «ειδικοί» ανησύχησαν. Αν θυμάστε, ήταν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2011, που εμφανίστηκαν (και) στα ελληνικά media οι δυσοίωνες εκτιμήσεις πως επίκειται κύμα ενός εκατομμυρίου μεταναστών (!!) λόγω του ελλείμματος ασφάλειας στις βορειοαφρικανικές χώρες. Δεν έχουμε καμία ιδέα για το πως προέκυψε αυτό το νούμερο στους υπολογισμούς των ειδικών, αλλά ξέρουμε κάτι άλλο: σε καιρούς αβεβαιότητας η ιδεολογία, ή τερατολογία στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι μια σίγουρη λύση κι αυτό το χαρτί έπαιξαν τότε οι ευρωπαίοι προπαγανδιστές. Εκτρέποντας το θέμα και τη δημόσια προσοχή, από την καταστολή και τους χιλιάδες νεκρούς που προκαλούσαν οι βορειοαφρικάνοι χασάπηδες (έχοντας το πρωτοκοσμικό «ελεύθερο») στην επικείμενη μεταναστευτική «εισβολή». Φυσικά μια τέτοια ιδεολογική προετοιμασία, όπως φάνηκε, δεν θα μπορούσε παρά να προεικονίζει την «τύχη» που περίμενε όσους/όσες επιχειρούσαν τελικά να περάσουν τη Μεσόγειο απέναντι. Παρ’ όλη την ευρωπαϊκή ανησυχία, μεταξύ Μαϊου και Αυγούστου, ήταν περίπου 26.000 εκείνοι που έφτασαν στο ιταλικό νησί Λαμπεντούζα μέσα σε όλο αυτό το διάστημα. Προσθέτοντας τους δύο χιλιάδες νεκρούς και τους, άγνωστο πόσους, αγνοούμενους, συμπεραίνουμε ότι οι ειδικοί έπεσαν εντελώς έξω. Αλλά ποιος θυμάται πλέον τις προβλέψεις τους ε; Η δουλειά είχε γίνει.
Εκείνο που όντως συνέβη στην περίπτωση της Λιβύης, ήταν πως σχεδόν 700.000 άνθρωποι κατέφυγαν στις διπλανές χώρες (Τυνησία, Αίγυπτος, Αλγερία, Σουδάν, Νίγηρας και Τσαντ) για να γλυτώσουν από τον πόλεμο. Αλλά οι ευρωπαίοι είχαν «προνοήσει»: χρηματοδότησαν την κατασκευή πρόχειρων στρατοπέδων στις γειτονικές χώρες, για να είναι σίγουροι πως αυτοί δεν πρόκειται να το κουνήσουν από κει. Πολλές χιλάδες άνθρωποι από τις συνολικά επτακόσιες, δεν θα ανήκαν στον τυπικό ορισμό του μετανάστη, λίγους μήνες πριν. Γιατί ανάμεσά τους υπήρχαν και πάρα πολλοί λίβυοι που έφυγαν από τα σπίτια τους λόγω του πολέμου, στον οποίον είχαν χωθεί εν τω μεταξύ οι ευρωπαίοι. Έτσι αποδείχτηκε, για άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια, πως αυτοί που ονομάζονται μετανάστες/πρόσφυγες, αυτοί που ετοιμάζονται να «εισβάλλουν» στην Ευρώπη, είναι τα άμεσα, απτά αποτελέσματα της πρωτοκοσμικής στρατιωτικής εμπλοκής εδώ κι εκεί στον πλανήτη. Με μια βασική διαφορά στην περίπτωση της Λιβύης, όπως σημείωσαν και οι σύντροφοι/σες του antifa community, σε εκδήλωσή τους: πρακτικά δεν υπήρχε καμία διάκριση, καμία απόσταση στο χάρτη, μεταξύ του πολέμου, των βομβαρδισμένων πόλεων και της «απώθησης» των μεταναστών. Ίσως επειδή και τα δύο είναι μέρος του ίδιου πολέμου...

 

η ιταλική περίπτωση

Παραπάνω αναφερόμαστε στη δυτική στρατιωτική εμπλοκή στη Λιβύη και κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει πως αυτή είχε την ομόθυμη στήριξη και συμμετοχή όλων των ευρωπαϊκών κρατών. Καθόλου έτσι δεν συνέβη και δεν είναι μόνο τα πετρελαϊκά συμβόλαια στη μέση. Ενώ θα υπέθετε κανείς πως τουλάχιστον στην αντιμετώπιση των μεταναστών θα υπήρχε κοινή γραμμή, μέχρι κι εκεί φάνηκαν οι ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις. Διαφωνίες ανέκυψαν στα συμβούλια της ε.ε. και το «έλλειμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» έκανε κι εδώ την εμφάνισή του. Κάπως έτσι το ιταλικό κράτος (ναι, αυτό που συγκυβερνούν οι φασίστες) έδωσε προσωρινές άδειες παραμονής με ισχύ λίγων μηνών, στο πρώτο κύμα τυνήσιων μεταναστών που έφτασε στο έδαφός του, για να πάνε σε συγγενείς τους στη Γαλλία. Ήταν μια απόπειρα διεθνοποίησης, σε επίπεδο ε.ε., του ζητήματος. Το νόημα της ήταν σαφές: ω, Γάλλοι δε θα μαζεύουμε εμείς μετανάστες, την ώρα που εσείς βομβαρδίζετε την πρώην αποικία μας. Αμέσως μετά το γαλλικό κράτος, με μια υποδειγματική παραβίαση της Συνθήκης Σένγκεν, έκλεισε το συνοριακό πέρασμα στους τυνήσιους. Τόσο «αγαπημένα» τα ευρωαφεντικά μεταξύ τους, που φτάνουν να χρησιμοποιούν τους μετανάστες σαν μέσο πίεσης του ενός στο άλλο. Για να μη μιλήσουμε για τον Καντάφι, που απειλούσε πως θα γεμίσει την Ευρώπη με «ξυπόλυτους», αφού οι Ευρωπαίοι τον «πρόδωσαν».
Το ιταλικό κράτος λοιπόν, μαζί με τη Μάλτα, δέχτηκε το κύριο όγκο μεταναστών. Λογικό αυτό γιατί τόσο η Λαμπεντούζα, όσο και η Μάλτα, είναι πιο κοντά στα αφρικανικά παράλια παρά στην Ευρώπη. Αφότου το γαλλικό κράτος έκλεισε τα σύνορά του, βρέθηκε στη θέση να πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνο του με τους μετανάστες. Αλλά δεν μιλάμε για κανένα τυχαίο κράτος. Διαθέτει επαρκές know how, ήδη από την εποχή της μετανάστευσης των Αλβανών στις αρχές του ‘90 και μια κυβέρνηση που ο δεξιός συναγωνίζεται το δεξιότερο. Ας δούμε πιο αναλυτικά τις πρόσφατες ιταλικές αντιμεταναστευτικές πρακτικές.
Βασική προτεραιότητα των Ιταλών ήταν ν’ ανανεώσουν τις διακρατικές αντιμεταναστευτικές συμφωνίες και πράγματι υπογράφησαν τέτοιες με την νέα προσωρινή κυβέρνηση της Τυνησίας και το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο της Λιβύης. Στην περίπτωση της Τυνησίας, η συμφωνία που υπεγράφη στις 5 Απριλίου του 2011, προέβλεπε πως όσοι τυνήσιοι μετανάστες είχαν ήδη φτάσει στην Ιταλία πριν απ’ αυτή την ημερομηνία θα έπαιρναν προσωρινές άδειες παραμονής, ενώ όσοι έφταναν μετά, θα επαναπατρίζονταν σε δύο εβδομαδιαίες πτήσεις των 30 ατόμων. Έχοντας εξασφαλίσει τις απελάσεις, το ιταλικό κράτος άρχισε να σκληραίνει κι άλλο τη στάση του. Επιμήκυνε το όριο φυλάκισης των «παράνομων» μεταναστών στους 18 μήνες, κλείνοντάς τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη την Ιταλία. Επειδή όμως είναι πάντα καλύτερο για τα ευρωπαϊκά κράτη να απελαύνουν κατευθείαν τους μετανάστες, το προξενείο της Τυνησίας στη Σικελία ανέλαβε να επιβεβαιώνει επιτόπου την υπηκοότητα των πολιτών του, ώστε αυτοί ν’ απελαύνονται αμέσως.
Η συμφωνία με το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο της Λιβύης ήταν λιγάκι πιο περίπλοκη υπόθεση. Υπεγράφη μυστικά στις 17 του περασμένου Ιουνίου, χωρίς να επικυρωθεί από την ιταλική βουλή κι ενώ η άλλη μεριά είχε, δεν είχε στον έλεγχό της τη μισή λιβυκή επικράτεια! Βασικά επρόκειτο για μια διπλή συμφωνία, όπου η Ιταλία εξασφάλιζε πετρελαϊκά συμβόλαια και «έλεγχο των μεταναστευτικών ροών», σε αντάλλαγμα της ιταλικής στήριξης στο Μεταβατικό Συμβούλιο. Μένει ν’ αποδειχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, τι ακριβώς σημαίνει «έλεγχος των ροών». Υπάρχουν πάντως βάσιμες υποψίες πως η συμφωνία σ’ αυτό της το σκέλος, δε θα διαφέρει σε τίποτα απ’ αυτή που ίσχυε επί Καντάφι. Αυτό σημαίνει πως κάθε μετανάστης που εισέρχεται παράνομα στην Ιταλία προερχόμενος από Λιβύη, θα επιστρέφεται πίσω, πριν καν πατήσει ιταλικό έδαφος πολλές φορές.

 

νήσοι και πλεούμενα

Ενώ αυτά συνέβησαν σε διακρατικό επίπεδο, στο εσωτερικό της Ιταλίας εφαρμόστηκαν «προχωρημένα» πράγματα. Όπως είπαμε και παραπάνω από τη Λαμπεντούζα πέρασαν περίπου 26.000 μετανάστες, μεταξύ του περασμένου Μαϊου και Αυγούστου. Αυτοί ήταν κυρίως Τυνήσιοι, αλλά και από πολλές άλλες αφρικανικές εθνικότητες. Με την αύξηση του ορίου φυλάκισης στο δεκαοχτάμηνο, αυτοί διεσπάρησαν σε στρατόπεδα ανά την Ιταλία, μέχρι ν’ απελαθούν. Φυλακισμένοι με τις γνωστές συνθήκες και αγνοώντας πολλοί απ’ αυτούς μέχρι πότε θα κρατούνταν εκεί μέσα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, στις 20 Σεπτέμβρη, ξέσπασε μια εξέγερση στο στρατόπεδο της Λαμπεντούζα, όταν κάποιοι από τους περίπου 1.300 κρατούμενους έβαλαν φωτιά στο κέντρο. Πολλοί απ’ αυτούς κατάφεραν ν’ αποδράσουν για λίγες μέρες, ζώντας γύρω από τον οικισμό του νησιού, πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στους ντόπιους. Ακολούθησε ένα πογκρόμ ντόπιων και αστυνομίας εναντίον των μεταναστών, όπου τραυματίστηκαν αρκετοί απ’ αυτούς σοβαρά. Ο ίδιος ο δήμαρχος της Λαμπεντούζα, Bernandino De Rubeis, εμφανίστηκε στην τηλεόραση να κάνει δηλώσεις, κρατώντας ένα ρόπαλο του μπέϊζμπολ (!) και απαιτώντας από την κυβέρνηση να εκκενωθεί το νησί από τους μετανάστες. Αυτό συνέβη με θαυμαστή ταχύτητα. Μέσα σε τρεις μέρες, περίπου 900 μετανάστες μεταφέρθηκαν με στρατιωτικά αεροπλάνα C-130 σε άλλα στρατόπεδα στην ιταλική ενδοχώρα. Έντεκα από τους μετανάστες (Τυνήσιοι, Σουδανοί και Νιγηριανοί) θεωρήθηκαν «πρωτεργάτες» του εμπρησμού της Λαμπεντούζα και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Agrigento στη Σικελία. Τους βαραίνουν κατηγορίες του τύπου «διακεκριμμένες υλικές φθορές, εμπρησμός και αντίσταση κατά της αρχής». Για κάποιους απ’ αυτούς ο τοπικός εισαγγελέας ενδέχεται να προτείνει μέχρι και «απόπειρα μαζικής ανθρωποκτονίας» (!), λόγω του εμπρησμού.
Μετά απ’ αυτό το γεγονός «χαλάρωσαν» κάπως οι συνθήκες κράτησης στη Λαμπεντούζα και οι κρατούμενοι μπορούσαν να βγαίνουν για λίγες ώρες στην πόλη. «Βοήθησε» το γεγονός πως συνέβησαν κι άλλες εξεγέρσεις και μαζικές αποδράσεις κρατούμενων, τις ίδιες μέρες: στο Τορίνο, στις 21 Σεπτέμβρη και στη Ρώμη, στις 25 του ίδιου μήνα. Αλλού όμως δεν είχαν την ίδια τύχη, με τη Λαμπεντούζα. Εξααιτίας του υπερπληθυσμού στα στρατόπεδα, 700 μετανάστες κρατούνταν σε τρία πλοία έξω από το λιμάνι του Παλέρμο, περιμένοντας την ταυτοποίηση και τον επαναπατρισμό τους. Τα πλοία αυτά, που είναι μια παλιά αλλά πάντα χρήσιμη ιδέα, είχαν το χαριτωμένο όνομα «πλεούμενα κέντρα περισυλλογής» (σαν να επρόκειτο για θαλάσσια ρύπανση) και οι μετανάστες ήταν δεμένοι με χειροπέδες, χωρίς πρόσβαση σε γιατρούς και δικηγόρους, με τα κινητά τους απενεργοποιημένα, όπου τους απαγορευόταν μέχρι και το να βγούνε στα καταστρώματα των πλοίων.
Όπως ήταν λογικό, το ιταλικό κράτος εκμεταλλεύθηκε την δημοσιότητα που πήρε η Λαμπεντούζα, για να προωθήσει ταχύτερα τους επαναπατρισμούς στην Τυνησία. Για την ακρίβεια, ήδη από τις 12 Σεπτέμβρη ο υπ. εσωτερικών Μαρόνι (της ακροδεξιάς Λίγκας του Βορρά) είχε επισκεφθεί την πρωτεύουσα Τύνιδα για να επαναδιαπραγματευθεί τη συμφωνία. Από εκείνη τη μέρα μέχρι και τις 28 του μηνός επαναπατρίστηκαν άλλοι 841 μετανάστες.

Είδατε λοιπόν; Κάπως έτσι «τελείωσε ο πόλεμος στη Λιβύη», αλλά δεν θα γραφτεί στα επίσημα βιβλία ιστορίας. «Τελείωσε» με κάποιες χιλιάδες στο πάτο της Μεσογείου και πολλούς ακόμα, εκτεθειμένους στη βία και τους εξευτελισμούς των «ανεπτυγμένων». Κι όσοι νομίζουν πως αυτές είναι «παράπλευρες» απώλειες ενός πολέμου, καλά θα κάνουν να θυμηθούν τους σομαλούς, τους ιρακινούς, τους σουδανούς, τους αφγανούς και τόσους άλλους μετανάστες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να μαθαίνουμε πολιτική γεωγραφία.

 
 
       

Αυτονομία 2017