Αυτονομία

Barricada

 

Τα στοιχειά της μητρόπολης

Οι ρατσιστικές επιθέσεις έχουν γίνει πλέον μια κοινωνική σταθερά. Ειδικά μετά τη δολοφονία του Μ. Καντάρη τον Μάϊο, είναι ευδιάκριτη μια αύξησή τους και μια μεγάλη γεωγραφική διασπορά στην Αθήνα και στην υπόλοιπη επικράτεια. Το γεγονός της δολοφονίας και η διαχείρισή του από την πλευρά της ιδεολογίας και της δημόσιας τάξης, έδωσαν ελεύθερα τη δυνατότητα σε κάθε τσογλανοπαρέα να κάνει το κομμάτι της, δέρνοντας και μαχαιρώνοντας. Αλλά όχι μόνο: τρεις (τουλάχιστον) δολοφονίες μεταναστών σχετίζονται άμεσα με αυτές τις επιθέσεις και είναι άγνωστο πόσες είναι ακόμα. Άλλη μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία της μετανάστευσης εν ελλάδι. Θα έλεγε λοιπόν κανείς πως έχουμε να κάνουμε με ένα πογκρόμ κυμαινόμενης έντασης που εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον ελάχιστης δημοσιότητας και δημόσιας προσοχής. Ένα πογκρόμ που οι φυσικοί του αυτουργοί δεν είναι συνήθως οι οργανωμένοι φασίστες, αλλά διαφορετικά υποκείμενα. Κι αυτό το φαινόμενο θα προσεγγίσουμε κυρίως: πώς και γιατί στρέφονται εναντίον των μεταναστών εργατών, παρέες νεαρών, κυρίως αρσενικών, μικροαστικής ή/και εργατικής καταγωγής.

 

ο στόχος

Κύριος στόχος των ρατσιστικών επιθέσεων τα τελευταία χρόνια είναι οι «πακιστανοί», δηλαδή οι σκουρόχρωμοι: όλοι εκείνοι που κατάγονται από την Κεντρική Ασία ή τη Μέση Ανατολή και είναι άραβες ή μετανάστες ιρανικής, αφγανικής, μπαγκλαντεσιανής, ινδικής και πακιστανικής καταγωγής. Κοινότητες αντρών βασικά, που οι περισσότεροι δεν έχουν έρθει στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, αλλά για να μαζέψουν αρκετά χρήματα μέχρι να γυρίσουν πίσω. Είναι εκείνοι που δεν κατάγονται από διπλανές χώρες, για να μπορούν να πηγαινοέρχονται, όταν δεν έχει δουλειά. Είναι εκείνοι που κατά βάση κάνουν τα χειρότερα μεροκάματα, που ποτέ δεν είναι «εγγυημένα»: στα φανάρια, στα τζάμια των καταστημάτων, ρακοσυλλέκτες, μικροπωλητές και λαχειοπώλες. Είναι εκείνοι που μαζεύονται στο αυτοσχέδιο τζαμί της γειτονιάς τους και είναι ύποπτοι για φονταμενταλισμό. Τέλος, είναι εκείνοι που παίζουν κρίκετ στις μεγάλες, και γενικώς έρημες, πλατείες των προαστίων. Με λίγα λόγια αυτοί οι μετανάστες «φαίνονται». Είναι συνεχώς εκτεθειμένοι στο δημόσιο χώρο, είτε δουλεύοντας, είτε αράζοντας. Φαίνονται, γιατί σε αντίθεση με τους βαλκάνιους μετανάστες, τους προδίδει τόσο το ντύσιμό τους, όσο και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Μ’ αυτήν την έννοια είναι η απολύτως στερεοτυπική παράσταση του «ξένου» σήμερα, αυτού που έχει έρθει απ’ αλλού. Αυτού που φαίνεται παράταιρος με το περιβάλλον του, αυτού που δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί, όπως λένε τα κάθε είδους φασισταριά.
Το να είναι κάποιος εκτεθειμένος στο δημόσιο χώρο είτε δουλεύοντας, είτε όχι, δε συνεπάγεται αυτόματα πως στοχοποιείται. Άλλωστε υπάρχουν και άλλοι πλανόδιοι: κάποιοι πουλάνε κουλούρια, ενώ άλλοι γυρνάνε τα μαγαζιά παίζοντας μουσική. Αυτοί δεν γίνονται στόχος τέτοιων επιθέσεων και δεν είναι καν ντόπιοι, πολλοί απ’ αυτούς. Αντίθετα παραπέμπουν σε ένα στοιχείο παράδοσης και πολιτισμού. Επομένως κάτι άλλο είναι που συμβαίνει. Κι αυτό είναι το γνωστό: η κοινωνική/ταξική θέση του «πακιστανού», δηλαδή όλων εκείνων που, μην έχοντας σταθερή δουλειά, παίρνουν τους δρόμους ψάχνοντας το μεροκάματο. Αυτή η κοινωνική/ταξική θέση διολισθαίνει σταθερά προς τον πάτο εδώ και δύο χρόνια, ακολουθώντας τη γενική κοινωνική κίνηση προς τα κάτω. Τη στιγμή όμως που πολλοί μικροαστοί (εκεί που πριν μπορεί και να ήταν άτυποι εργοδότες πολλών μεταναστών) προλεταριοποιούνται από υλική άποψη, όσοι είναι πολύ πιο χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία, πέφτουν ακόμα χαμηλότερα. Κάπως έτσι έχει ενταθεί και το φαινόμενο των ρακοσυλλεκτών με τα καροτσάκια του σούπερμάρκετ, που ψάχνουν στα σκουπίδια για κάτι (χαρτί, μέταλλο) που θα μπορούσε να πουληθεί στις μεγάλες μάντρες ανακυκλώσιμων υλικών. Ταυτόχρονα έχουν αυξηθεί και οι ντόπιοι (άνθρωποι μεγάλης ηλικίας και όχι μόνο) που ψάχνουν στα σκουπίδια, μέχρι και για κάτι φαγώσιμο. Και να τώρα η δουλειά του ρατσισμού: οι ντόπιοι είναι «θύματα του μνημονίου και των περικοπών», ενώ οι άλλοι...; Οι Άλλοι είναι πλέον σχεδόν εξορισμένοι, ακόμα κι απ’ αυτήν την πυραμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας και του διαχωρισμένου λόγου που τη συνοδεύει. Καθώς η βάση της μεγαλώνει, η κοινωνική/ταξική αξιολόγηση ακολουθεί δρόμους πέραν της υλικότητας, που στενεύει και στενεύει. Μιλάνε οι κυρίαρχες ιδεολογίες, μιλάει η δημόσια τάξη, αυτοπροσώπως ή όχι. Μιλάνε οι χθόνιες δυνάμεις της φυλής και του έθνους. Ακριβώς γιατί είναι η εποχή των μεγάλων ψευδών διαχωρισμών.
Έχουμε λοιπόν δύο βασικά στοιχεία: την έκθεση στο δημόσιο χώρο και την κοινωνική/ταξική θέση. Οι μετανάστες εργάτες, ειδικά όσοι κατάγονται από τη Μ. Ανατολή και την Κεντρική Ασία, συνοψίζουν σε κάθε τους βήμα μια δημόσια και διαρκώς διαθέσιμη προλεταριακή ζωή. Μια ζωή όμως απαξιωμένη ιδεολογικά στα σύνορα, τις Μανωλάδες και τους Αγ. Παντελεήμονες, μια ζωή ολοκληρωτικά «γυμνή», που γίνεται το (προσωρινό) αλεξικέραυνο της εντόπιας βαρβαρότητας, η οποία έχει πολύ μέλλον. Και δε θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: μια ζωή που έρχεται από το κοινωνικό/ταξικό μας μέλλον.

 

ρατσιστικές επιθέσεις σε μητροπολιτικές συνθήκες

Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα και τα υποκείμενά της, συμβαίνουν οι ρατσιστικές επιθέσεις. Λέγαμε και παραπάνω πως σ’ αυτές δεν εμπλέκονται μόνο οργανωμένοι φασίστες, αλλά και διάφορα άλλα υποκείμενα. Για την ακρίβεια, μπορεί κανείς να εκτιμήσει με μια σχετική ασφάλεια το πού εμπλέκονται οι οργανωμένοι, συνυπολογίζοντας και άλλα στοιχεία, όπως για παράδειγμα τις παράπλευρες «δουλειές» κάποιων μαφιών. Κατά τ’ άλλα, από τη σχετική, άμεση και έμμεση, εμπειρία που έχουμε, φαίνεται πως οι δράστες πολλών (πολλών, όχι όλων) τέτοιων επιθέσεων είναι εφηβικής και (βαριά) μετεφηβικής ηλικίας, ντόπιοι και (βαλκάνιοι) μετανάστες δεύτερης γενιάς και η κοινωνική τους καταγωγή είναι μικροαστική ή εργατική. Επίσης αρκετοί απ’ αυτούς φαίνεται ν’ αγνοούν τις πολιτικές προεκτάσεις των ενεργειών τους, δηλαδή το ότι «έτσι ξηγιούνται μόνο οι φασίστες». Πέρα λοιπόν από την γενικότερη ισχύ και επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας, δεν προκύπτει πως επιτίθενται από κάποιο «πολιτικό καθήκον». Τί συμβαίνει λοιπόν;
Προσπαθώντας να αποσαφηνίσουμε τα πράγματα, ίσως θα ήταν σκόπιμο να θυμηθούμε κάποια βασικά από τον καταστατικό χάρτη των κοινωνικών σχέσεων στον ώριμο καπιταλισμό:

- Στις μητροπολιτικές συνθήκες που ζούμε, είναι ολοφάνερη μια εντατική διαδικασία που επιβάλλεται από την ίδια την καπιταλιστική «πρόοδο». Αυτή που έχει κάνει εφικτή με τις νέες τεχνολογίες, τόσο την εκθετική αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας, όσο και την κατανάλωση πλήθους νέων εμπορευμάτων και gadget. Σ’ αυτή τη συνθήκη, εκτός από εμπορεύματα και υπηρεσίες που παράγονται και καταναλώνονται (σχετικά και τα δύο τη σήμερον ημέρα), παράγεται και καταναλώνεται ένας ειδικός τύπος συνειδήσεων. Δηλαδή παράγεται, καταναλώνεται και αναπλάθεται διαρκώς ένας όγκος συνειδήσεων που συναποτελείται από αισθήματα, σκέψεις, αξίες, σύμβολα και σημεία που βρίσκονται σε διαρκή «διάλογο» και αναπροσαρμογή με «πράγματα», δηλαδή εμπορεύματα και υπηρεσίες. Έτσι ώστε τα εμπορεύματα να παράγονται με τη σκέψη στις απαιτήσεις του πελάτη-καταναλωτή τους και να καταναλώνονται με τη «φυσικότητα» και την αναγκαιότητα της μισθωτής εργασίας, σαν απολύτως απαραίτητα.
- Ένα παράδειγμα: το τζιν παντελόνι έχει μια συγκεκριμένη αξία χρήσης. Πώς όμως θα γίνει εφικτό ν’ αγοράζονται πολλά τέτοια (αφού κατασκευάζονται χιλιάδες καθημερινά) από το ίδιο άτομο, όταν είναι προφανές πως τα προηγούμενα δεν έχουν εξαντλήσει τη χρησιμότητά τους, δεν έχουν σκιστεί δηλαδή; Χρειάζεται το «νέο» τζιν να επενδυθεί με τέτοιες ιδιότητες και αξίες ζωής, έτσι ώστε και ν’ απαξιώσει το παλιό και έτσι να προωθηθεί το καινούργιο.
- Αν φανταστεί κανείς αυτή τη διαδικασία στη νιοστή συνειδήσεων και για τη νιοστή «πραγμάτων», έχει το περίγραμμα μιας εντατικής διαδικασίας όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο συμπλέκονται και δια-πραγμα-τεύονται συνεχώς μεταξύ τους. Έχουμε δηλαδή, βίαιους, ατελείς μετασχηματισμούς του υποκειμένου σε αντικείμενο και το ανάποδο. Τελικά: μια διαδικασία πραγμοποίησης των συνειδήσεων, με τις αντιφάσεις και τις οδύνες που έχει αυτός ο ατελής μετασχηματισμός. Γιατί το «είμαι ό,τι αγοράζω» (και το «ξανα-είμαι ό,τι ξανα-αγοράζω» συνεχώς) είναι μεν μια «λυτρωτική» τελετουργία, οδηγεί όμως σε επώδυνες καταστάσεις για την εσωτερική ισορροπία των υποκειμένων. Πολύ εύστοχα σύντροφοι έχουν σημειώσει πως είναι μανιοκατάθλιψη σε συσκευασία δώρου. 
- Κάποτε αυτή η ασταθής ισορροπία εκρήγνυται. Είναι μια έκρηξη αυτών των αντιφατικών συνειδήσεων, που απελευθερώνει χώρους και χρόνους αληθινής, μη μεσολαβημένης από «πράγματα», κοινωνικότητας, κι ένα δυναμικό έμπρακτων αμφιβολιών (δεν μιλάμε ακόμα για συνείδηση) για τη σκοπιμότητα αυτής της διαδικασίας πραγμοποίησης. Στα δικά μας: είναι ένας Δεκέμβρης (του 2008) σε συσκευσία δώρου, για τους κυρίους.
- Οι ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες, μαζί και η ελληνική, βρίσκονται ενώπιον του τελευταίου ξεσπάσματος της κρίσης, εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια. Τι συνέπειες έχει αυτό στη διαδικασία πραγμοποίησης; Αυτό που φαίνεται να συμβαίνει είναι πως ενώ η υλική συνιστώσα (τα «πράγματα») της διαδικασίας ασθμαίνει λόγω της κρίσης, αυτό δεν φαίνεται να έχει αμετάκλητες συνέπειες. Οι φετιχισμοί και οι κόσμοι τους συνεχίζουν να δουλεύουν (προς το παρόν) ακόμα κι όταν οι υλικοί όροι τους γίνονται σχεδόν αδύνατοι. Το είπαμε και παραπάνω: η μεσολάβηση του εμπορεύματος δεν είναι απλά, «πράγματα». Είναι, μέσω αυτού, αισθήματα, σκέψεις, αξίες, σύμβολα και σημεία: δηλαδή μετα-υλικές στιγμές των κοινωνικών σχέσεων. Σε εποχές κρίσης, το ραφιναρισμένο «είμαι ό,τι αγοράζω» επιστρέφει στον πυρήνα της σημασίας του και γίνεται «μετράω, έχω τη δύναμη, αισθάνομαι ανώτερος», σε σχέση μ’ εκείνους που είναι δίπλα μου. Με ερωτηματικό στο τέλος ή χωρίς. Ωμό και ταυτόχρονα απελπισμένο, σε μια εποχή (αναγκαστικά) μετα-υλικής αναζήτησης της υπεροχής.
Αυτό που συμβαίνει την περίοδο που διανύουμε και στο ορατό μέλλον, είναι μια μετα-υλική επένδυση, η οποία δεν μπορεί παρά να εκπορεύεται από τους ίδιους που προωθούσαν όλο τον προηγούμενο καιρό και τις υλικές. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα αναδύονται, ακόμα πιο εντατικά απ’ ότι στο παρελθόν, νοήματα και αξίες όπως το έθνος και η θρησκεία. «Αιώνια και άφθαρτα», πατρικά και ευρύχωρα, που φαινομενικά (και μόνο!) τοποθετούνται ενάντια στους εμπορευματικούς φετιχισμούς που υποφέρουν από ένα μεγάλο «μειονέκτημα»: τη «φθαρτότητα». Η αλήθεια είναι όμως ότι το έθνος, η θρησκεία και το εμπόρευμα αποτελούν διαφορετικής τάξης φετιχισμούς. Και σε καιρούς σαν κι αυτούς, ο ένας δεν μπορεί παρά ν’ αποτελεί το δεκανίκι του άλλου.

Ξαναγυρνάμε στο θέμα μας, μετά απ’ αυτήν την μεγάλη παρένθεση. Τι σχέση έχουν τα παραπάνω με τις ρατσιστικές επιθέσεις; Καταρχήν είναι δεδομένο πως οι δράστες τους (οργανωμένοι φασίστες ή όχι, είναι αδιάφορο) ζώντας σ’ αυτή την κοινωνία, δεν εκφεύγουν από την πραγμοποίηση της συνείδησης. Δεν ξεφεύγουν επίσης, αυτοί και το άμεσο περιβάλλον τους, από τις συνέπειες της κρίσης. Αναλόγως με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, επενδύουν εντατικά την καθημερινότητά τους με ισχυρές δόσεις μοριακών «εμφυλίων»/αναμετρήσεων, προς αναζήτηση της υπεροχής. Δόσεις από τα «μετράω, έχω τη δύναμη, αισθάνομαι ανώτερος», που αναφέραμε παραπάνω. Με αυτό σαν βασικό μοτίβο, εκείνο που διαφοροποιείται ανά παρέα ή άτομο, είναι τα ειδικά ενδιαφέροντα και το ιδιαίτερο κοινωνικό πλαίσιο που εκφράζονται. Για παράδειγμα, εκεί εντάσσονται και οι ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά όχι μόνο αυτές. Εκεί εντάσσονται επίσης και τα χουλιγκάνικα ραντεβού. Εκεί είναι η θέση πολλών καθημερινών συμπεριφορών, είτε έχουν τη σωματική και ψυχολογική βία στο πρώτο πλάνο, είτε όχι. Κάποιος παρατηρητικός θα προσέξει εδώ, πως αν τέτοια είναι τα κίνητρα για μια σειρά καθημερινές συμπεριφορές, τότε ανοίγεται βασιλική η οδός, για κάποια απ’ αυτά τα υποκείμενα, προς το οργανωμένο έγκλημα και τις μαφίες. Πράγμα που συμβαίνει κατά κόρον στις μέρες μας.
Μιλώντας τώρα ειδικά για τις ρατσιστικές επιθέσεις, έχουμε τη γνώμη πως η αναλυτική προσέγγιση που ακολουθήσαμε παραπάνω, μπορεί να περιγράψει ένα καλό μέρος της «ψυχο/κοινωνικής» συγκρότησης όσων τις διαπράτουν: ψάχνουν λίγα ψίχουλα υπεροχής/ανωτερότητας επί αυτών που ο κυρίαρχος λόγος απαξιώνει καθημερινά. Μ’ αυτήν την έννοια, οι ρατσιστικές επιθέσεις έχουν μια «αξία χρήσης», πολύ ευρύτερης σημασίας απ’ αυτή που νομίζουν οι αυτουργοί τους. Υποδεικνύουν στόχους ευκαιρίας κι αυτό θ’ αποδειχθεί πολύ χρήσιμο, για τ’ αφεντικά, στο άμεσο μέλλον. Οι ρατσιστικές επιθέσεις είναι μια από τις τρέχουσες πρακτικές, όπου κάποιος ή κάποιοι μπορούν να καυχιούνται και να εξιστορούν σε κλειστό κύκλο. Κατορθώματα νεαρών, κατά βάση, αρσενικών· δίπλα σε φέρμες και καινούργια τεχνολογικά γκατζετάκια. . Ανάποδα, οι «σκουρόχρωμοι» μετανάστες εργάτες, οι εκτεθειμένοι μονίμως στο δημόσιο χώρο, έχουν γίνει ένα από τα γενικά ισοδύναμα, ένα από τα «σκληρά νομίσματα» της εποχής στο ανοιχτό ζήτημα της υπεροχής-επί-των-άλλων. Με περίσσεια βίας και απαξίωσης.
Κάποιος θα μπορούσε να δει εδώ μια περίπτωση έκρηξης των αντιφάσεων των υποκειμένων, όπως τη μνημονεύσαμε παραπάνω. Με την έννοια της μη μεσολαβημένης και βίαιης κοινωνικότητας, που εκφράζεται στις επιθέσεις. Τίποτα δεν είναι πιο λανθασμένο. Όχι μόνο γιατί η υπεροχή-επί-των-άλλων είναι καταστατικό άρθρο του καπιταλιστικού κόσμου. Αλλά και γιατί οι ρατσιστικές επιθέσεις και οι στόχοι τους είναι μια από τις περιπτώσεις, που προβάλλονται και επιδεικνύονται (αφού υπάρχει πλήρης ατιμωρησία για τους δράστες), κατά την οποία ο κόσμος στήνεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω. Πώς να σταθεί σαν ικανοποιητική παράσταση του εχθρικού, η «γυμνή ζωή» που διάγουν οι μετανάστες εργάτες; Μόνο αν θεωρηθούν πρόσφορος στόχος υπεροχής. Μ’ αυτήν την έννοια, οι ρατσιστικές επιθέσεις είναι μια ολική επαναφορά μιας φετιχιστικής κατανόησης του κόσμου και των αντιθέσεών του. Δεν είναι ένα σημάδι έκρηξης των αντιφάσεων του κόσμου των φετιχισμών!
Σ’ αυτήν την φετιχιστική κατανόηση του κόσμου είναι τεράστια η συμβολή των media, των παλιών, αλλά κυρίως των νέων. Η στρατηγικότερη λειτουργία τους, ειδικά σήμερα, είναι η σύγχυση και ο «θόρυβος». Ενώ πολλοί διαβάζουν ή ακούν π.χ. για το ελληνικό δημόσιο χρέος, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μετά τον μηντιακό καταιγισμό πληροφοριών, φημών και γεγονότων που αραδιάζονται σχετικά, μπορούν να συγκροτήσουν ένα περιεχόμενο που να έχει λογικό ειρμό και να μην είναι συρραφή κουτσομπολιών με κέντρο το χρέος. Δεν εννοούμε ένα ανταγωνιστικό περιεχόμενο, αλλά οποιοδήποτε τέτοιο που να στέκεται! Κι αν αυτό ισχύει μία φορά για τις εφημερίδες ή τα κανάλια, ισχύει δέκα για τα διάφορα ιντερνετικά blog, που βασικά είναι πρακτορεία (πολλές φορές κυριολεκτικά) διασποράς φημών. Κι αυτή η οργανωμένη σύγχυση έχει εκτεταμένο πεδίο εφαρμογής. Αλλά είναι το ένα μέρος. Το άλλο είναι το χοντρό δάκτυλο της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως παράγεται και αναπαράγεται μέσα στην κοινωνική/ταξική δομή, που ορίζει το πεδίο πρόσληψης και δείχνει τους στόχους.
Έτσι η φιλολογία περί ανασφάλειας και εγκληματικότητας, από καιρό σε καιρό προσωποποιείται στους μετανάστες εργάτες. Με τις κατάλληλες αφορμές. Την ίδια δουλειά κάνουν και επιλεγμένες κρατικές δράσεις: δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός πως η στοχοποίηση των πακιστανών εργατών έχει σαν αφετηρία τις δεκάδες απαγωγές και τις χιλιάδες εξακριβώσεις τους από την ευπ, το καλοκαίρι του 2005. Έχουμε προσέξει επίσης πως ξεκινάνε μερικά «μίνι-πογκρόμ» σε γειτονιές της Αθήνας: κάποιος, κάπου, άκουσε ή διάβασε, ότι ένας πακιστανός βίασε... Η σύγχυση και οι φήμες είναι πρώτα ξαδέρφια του νέου ολοκληρωτισμού και απευθύνονται σε όσους πρόθυμους να ακούσουν αυτό που θέλουν.

Τελειώνοντας: είναι αυταπόδεικτο πως η κρίση μας κάνει φτωχότερους. Μας κάνει όμως και «φτηνότερους». Όχι μόνο σαν εργάτες, αλλά και σαν κοινωνικά/ταξικά υποκείμενα. Σε σκέψεις, αξίες και συναισθήματα. Πριν κάποιο καιρό, στη γειτονική Ιταλία, συνελήφθησαν κάποιοι πιτσιρικάδες επειδή προσπάθησαν (και σχεδόν κατάφεραν) να κάψουν ζωντανό έναν άστεγο. Το κάνανε για πλάκα, είπαν. Η αλήθεια είναι πως καταστρέφοντας τις ζωές των Άλλων δε «διασκεδάζει», απλά, κανείς. Βάζει το χεράκι του σε μια τελετουργία με λαμπρό μέλλον. Που θα καταστρέψει και κάμποσους από τους πιστούς της, ακόμα κι αν αυτοί τελούν σε σύγχυση...

 
 
       

Αυτονομία 2017