Αυτονομία

Barricada

 

Ηπέιρου και Γ’ Σεπτεμβρίου

Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τότε που με αφορμή την δολοφονία του Μανώλη Καντάρη, στη συμβολή των οδών 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου, ξέσπασε ένα ακόμη πογκρόμ σε βάρος μεταναστών εργατών. Εκείνες οι μέρες και νύχτες, μέρες κυνισμού και νύχτες βαρβαρότητας, μοιάζει , πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να έχουν ήδη ξεχαστεί. Λες και οι εισβολές σε σπίτια στην Αλίτσης, η δολοφονία του 21χρονου Μπαγκλαντεσιανού στα Κάτω Πατήσια και τα λυντσαρίσματα στην 3ης Σεπτεμβρίου, στην Αριστοτέλους, στην Πατησίων, δεν ήταν παρά μια θλιβερή παρένθεση, ένας κακός εφιάλτης που πρέπει το συντομότερο δυνατό να ξεχαστεί.
Αυτό όμως είναι αδύνατο. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για τις πραγματικές ζωές αντρών και γυναικών που ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουν, τους συγγενείς τους, τις φίλες τους, τ' αδέρφια τους και τις αδερφές τους που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο μάτι αυτού του ρατσιστικού κυκλώνα. Αλλά γιατί επιπλέον εκείνων των ημερών προηγήθηκαν και ακολούθησαν επίσης άλλες, περισσότερο ή λιγότερο δολοφονικές μέρες. Με άλλα λόγια πριν από την αφορμή της 3ης Σεπτεμβρίου, υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν δεκάδες αιτίες, που έκαναν το πογκρόμ εφικτό. Σ' αυτές αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας. Και σίγουρα θα ανακαλύψουμε πολύ περισσότερους αυτουργούς.

 

30 μέτρα δρόμος από την Υπατία

Μοιάζει με ειρωνεία της τύχης. Τριάντα μέτρα από την Υπατία, δυο βήματα από εκεί που θεωρητικά έπρεπε να παιχτεί μία από τις μεγαλύτερες κόντρες σε σχέση με τους μετανάστες, εκεί λοιπόν η ιστορία επαναλήφθηκε σαν τραγωδία.  Ήταν ήδη ανοιχτός ο δρόμος γι' αυτή την τραγική κατάληξη και το είχαμε επισημάνει μάλλον έγκαιρα. Γράφαμε τρεις μήνες πριν (Barricada Ννο13, «Από τη Νομική στην Υπατία»)- τότε που διάφοροι «αντιρατσιστές» πανηγύριζαν μπας και κρύψουν τη γύμνια των επιλογών τους ότι «ο διαφορικός ρατσισμός των πολιτικών προτεραιοτήτων της αριστεράς ανακάλυψε επιχειρήματα (ενάντια στους μετανάστες εργάτες) που μόνο ακροδεξιοί θα μπορούσαν να ξεστομίσουν». Ε, λοιπόν τον Μάιο αυτό ακριβώς συνέβη. Για μια ακόμη φορά, την ίδια στιγμή που η βία σε βάρος μεταναστών πολλαπλασιαζόταν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου, υπήρχαν διάφορα κάθε απόχρωσης κυνικά καθάρματα που (ξανα) ανακάλυπταν τις υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου, τα ναρκωτικά, την πορνεία και την εγκληματικότητα, τις εφτά πληγές του Φαραώ κι άλλες τόσες, για να πουν τελικά αυτό που τους έπνιγε, αυτό που είχαν στην άκρη της γλώσσας τους και δίσταζαν να φτύσουν μην τυχόν και καρφωθούν για φασίστες: να πουν τελικά ότι έχουν κι οι μετανάστες τις ευθύνες τους γι' αυτή την κατάσταση. Με την ίδια ευκολία που λίγους μήνες πριν έχριζαν τους μετανάστες ανίκανους για οποιοδήποτε αγώνα, τον Μάιο τους ανακήρυξαν σχεδόν σε μοναδικούς υπεύθυνους για την κατάσταση του κέντρου. Χάθηκαν οι μαφίες, χάθηκαν τα (ελληνικά) κυκλώματα, χάθηκαν οι εργολάβοι, τα πάντα διαλύθηκαν σα σύννεφο καπνού και μεμιάς εμφανίστηκαν σε πρώτο πλάνο οι μετανάστες. Ακόμη κι αυτή η ατάκα, πλήρης αποθέωση της νεοελληνικής υποκρισίας και του μικροαστικού κυνισμού ότι «μ' αυτά που κάνουν οι μετανάστες θα γίνουμε όλοι χρυσαυγίτες» αυτό ακριβώς λέει ρητά και κατηγορηματικά: ότι αιτία όλων των κακών - και ειδικά του ρατσισμού των ντόπιων- δεν μπορούν παρά να είναι οι μετανάστες. Λογικό, ακόμη κι ένας Μιχαλολιάκος θα το καταλάβαινε. Γιατί αν δεν υπάρχουν οι μετανάστες, ε, θέλει αρκετή προσπάθεια να είσαι ρατσιστής. Με άλλα λόγια το ιδεολογικό υπόβαθρο του πογκρόμ δεν προέκυψε σαν μια ιδέα της τελευταίας στιγμής που πάτησε πάνω "σε ακραία γεγονότα". Κι αυτό φάνηκε  - για όποιον έχει αμφιβολία - και μόνο από την διάρκειά του, η οποία ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερη από αυτή του μέσου έλληνα οργισμένου φασίστα. Όχι, το πογκρόμ ήταν το άμεσο, απτό και δολοφονικό αποτέλεσμα του για τουλάχιστον είκοσι ολόκληρα χρόνια σφυρηλατημένου ρατσισμού στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, από κάθε πλευρά της πολιτικής σκηνής· από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά. Κι αυτό όπως θα δούμε και στη συνέχεια δίνει διάφορες χρήσιμες εξηγήσεις.

 

Τυχαίες απουσίες;

Πού ήταν οι νικητές της Υπατίας; Που βρίσκονταν οι υπερασπιστές των μεταναστών; Που βολόδερναν οι θιασώτες της πολυπολιτισμικής κοινωνίας; Εκείνες τις μέρες βρίσκονταν κάπου μακριά. Πολύ μακριά από τη γωνία Ηπείρου και 3ης Σεπτεμβρίου.
Μια συγκέντρωση για τα μάτια του κόσμου έξω από το δημαρχείο, στην πλατεία Κοτζιά, όπου όλως τυχαίως οι φασίστες δεν εμφανίστηκαν, και μηντιακές καταγγελίες του ρατσισμού εξ αποστάσεως. Αυτό ήταν όλο. Γνωρίζουμε βέβαια πως κι αυτά που έγιναν για να μην πέσει η Βικτώρια στα χέρια των φασιστών, τα στησίματα στους σταθμούς - με την ελπίδα πως κάποιος μετανάστης θα την γλιτώσει και κάποιος φασίστας θα την πατήσει - δεν είναι παρά σταγόνες στον ωκεανό της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. είναι λίγα, απελπιστικά λίγα σε σχέση με όσα είναι αναγκαία.
Από την άλλη όμως, η απουσία τόσο της αριστεράς όσο και διαφόρων ειδικών του αντιφασισμού ήταν εκκωφαντική. Και όσο κι αν - εκ των υστέρων πάντα - αποθεώνουν (για να πουν μετά από λίγο καιρό «ήμουν κι εγώ εκεί») όσους και όσες εκείνες τις μέρες κουνήσανε έστω και λίγο τον κώλο τους, δεν ξεπλένονται. Γιατί ούτε οι μετανάστες, ούτε εμείς, ούτε οποιοσδήποτε αντιπαλεύει στα σοβαρά το φασισμό και το ρατσισμό σε κάθε τους έκφανση, δεν πρόκειται να ξεχάσουμε, καθώς γνωρίζουμε πως τελικά αυτές οι απουσίες μόνο τυχαίες δεν είναι. Έχουν λόγους και αιτίες που αν στη μία τους άκρη βρίσκονται ο καιροσκοπισμός και ο κυνισμός που προηγούμενα αναφέρουμε, στην άλλη τους άκρη βρίσκεται η ήττα. Η ήττα όχι η αντικειμενική (όπως λέει κι ένας τούρκος σύντροφος σε κάποια άλλη σελίδα), την οποία έτσι κι αλλιώς θεωρούμε δεδομένη αλλά η ήττα η υποκειμενική, εκείνη που γίνεται οχυρό δικαιολογιών και καταφύγιο ματαιότητας, η ήττα που καρφώνει τα χέρια σε πληκτρολόγια και διαδικτυακές καταγγελίες, η ήττα που αντί να παραδεχτεί το φόβο και να τον αντικρύσει κατα πρόσωπο, ξεγελιέται και νομίζει πως μπορεί να τον προσπεράσει κάνοντας την αδυναμία άποψη. Εκεί πρέπει ν' αναζητήσει κανείς τις περισσότερες από τις εξηγήσεις γι' αυτές τις τόσο ηχηρές απουσίες. Τουλάχιστον για να γνωρίζει από εδώ και στο εξής ποιους έχει δίπλα του. Είναι πολύτιμη και αναγκαία αυτή η γνώση. Γιατί ο δρόμος, το έδαφος, είναι μακρύ και δύσκολο.

 

Το έδαφος…

Αν καλούσαμε κάποιον ιστορικό του μέλλοντος να περιγράψει τι ακριβώς είδε πέριξ της περιβόητης γωνίας εκείνες τις μέρες, ένα πράγμα σίγουρα θα έλεγε: ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για έναν περιορισμένης έκτασης μεν, πολύ εκτεταμένο όμως σε ό,τι αφορά τα μηνύματα που εξέπεμπε, αγώνα για τον έλεγχο του εδάφους. Πράγματι, αν δει κανείς τα γεγονότα με ψυχρή ματιά, αυτό που σε ό,τι αφορά το χώρο έκαναν οι μπάτσοι είναι πως τον απόκλεισαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να ελέγχουν πλήρως και πέρα από κάθε αμφισβήτηση μερικά οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο της Αθήνας. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζουμε το αναντίρρητο γεγονός του ελέγχου σα συνολικότερο ζήτημα στο οποίο οι μπάτσοι έχουν το πάνω χέρι, αυτό που δημιούργησαν γύρω από την 3ης Σεπτεμβρίου ήταν μια κάψουλα ασφαλείας για τους κάθε λογής φασίστες. Μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως ο βαθμός στρατιωτικοποίησης των μπάτσων από τη μία μεριά και οι σαφείς οργανωτικές αδυναμίες του κινήματος από την άλλη, μπορούν να καταστήσουν μια τέτοια κατάσταση εφικτή οπουδήποτε, σε οποιαδήποτε στιγμή το επιλέξουν οι κρατικοί μηχανισμοί. Όμως μια τέτοια γνώμη είναι ελλιπής. Όχι μόνο γιατί παίζουν ρόλο και ιδεολογικοί παράγοντες, στους οποίους παραπάνω αναφερόμαστε, αλλά γιατί επιπλέον προσπερνάει το γεγονός ότι οποιαδήποτε πλήρως στρατιωτικοποιημένη διαχείριση του δημόσιου χώρου, εξαρτάται επίσης από τα υποκείμενα που ζουν και κινούνται σε αυτό το χώρο, απ' το αν και κατά πόσο είναι σύμφωνα ή αντιτίθενται σε μια τέτοια επιλογή. Με άλλα λόγια τέτοιες κάψουλες ασφαλείας μπορούν να δημιουργούνται, με σχετικά μικρό κόστος για τους μηχανισμούς δημόσιας τάξης, εκεί που τα ενεργά υποκείμενα έχουν αποσυρθεί από το πεδίο και το μόνο που υπάρχει είναι το εμπόρευμα (είτε λέγεται κατανάλωση, είτε λέγεται πρέζα και εξαθλίωση) και οι ένστολοι ή μη φρουροί του.

 

Και η νοηματοδότησή του…

Εδώ η συζήτηση πηγαίνει λίγο πιο μακριά. Γιατί αυτή η κάψουλα ασφαλείας ήταν τελικά κάτι πολύ περισσότερο από μια χωροταξική παρέμβαση. Ήταν ένα σημείο αναφοράς, τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον, όχι μόνο για μια χούφτα παρακρατικούς που κινήθηκαν εντός της, αλλά επίσης, όσο ακραίο κι αν ακούγεται, για τους ίδιους τους θεσμούς. Ας τα πιάσουμε ένα ένα.
Πρέπει να είναι ηλίθιος κανείς για να πιστεύει ότι αυτοί που με την αγαστή υποστήριξη των μπάτσων κυνήγαγαν μετανάστες, ήταν «τα παιδιά της γειτονιάς» που αγανάκτησαν με την εγκληματικότητα. Αντίθετα, είναι γνωστό ότι οργανωμένοι φασίστες αλλά και χύμα φασιστοχουλιγκάνοι από διάφορες γειτονιές της Αθήνας συναντιόντουσαν Ηπείρου και 3ης Σεπτεμβρίου για «να κάνουν το καθήκον τους». Κι αυτό είναι ένα φαινόμενο που δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς στατικά, με την έννοια πως «ό,τι έγινε έγινε, πάει και τελείωσε». Είναι επικίνδυνα αφελής μια τέτοια προσέγγιση. Όχι μόνο επειδή αυτή η κάψουλα έχει ήδη αποτελέσει ένα δεδικασμένο το οποίο μπορεί, υπό συνθήκες να επαναληφθεί. Αλλά επειδή επιπλέον είναι βέβαιο ότι μέσα σε αυτό το δυσώδες ρατσιστικό περιβάλλον καλλιεργήθηκαν και αναπτύχθηκαν σχέσεις που ήδη βρίσκουμε μπροστά μας όσοι δρούμε σε γειτονιές. Δε χρειάζεται να πάει κανείς μακριά. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως έχουν λειτουργήσει αντίστοιχες καταστάσεις, όχι βέβαια με τη βοήθεια της αστυνομίας, για εμάς τους αντικαθεστωτικούς. Με άλλα λόγια, αυτή η κάψουλα πέρα από χώρος «πρακτικής εκπαίδευσης  και εξάσκησης» για τα κάθε λογής ρατσιστικά σκουπίδια, αποτελεί κι ένα πεδίο αναπαραγωγής τους με την ευρύτερη έννοια του όρου. Όμως αυτή η κάψουλα περιλαμβάνει κι άλλους: εκείνους κι εκείνες που είτε επικροτούν είτε ανέχονται τις πρακτικές που εκδηλώνονται εντός της. Και σ' αυτό το σημείο οι βιαστικές κι επιπόλαιες εκτιμήσεις είναι καταστροφικές. Οι χειροκροτητές, οι θεατές, ακόμη κι οι αδιάφοροι είναι ενεργά υποκείμενα, αποτελούν το εξωτερικό περίβλημα της κάψουλας. Και η όποια ταύτισή τους με τους φασίστες δεν σημαίνει μόνο ιδεολογία, νέτο σκέτο ρατσισμό. Σημαίνει επίσης υλικά συμφέροντα, δουλειές και ευρώπουλα. Σημαίνει τέλος πάντων ότι μέσα στο περιβάλλον της κρίσης όποιος τα έχει καλά με τη μαφία θα τρώει ψωμάκι. Και στο βαθμό που η κρίση οξύνεται, η μαφία θα βρίσκει όλο και περισσότερους συμμάχους.
Από την άλλη, αν και αυτό το καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας για τους κάθε λογής παρακρατικούς μπορεί εύκολα να καταγγέλλεται, είτε σαν απλή συνεργασία κράτους και παρακράτους, είτε σαν εκτροπή από τους δημοκρατικούς θεσμούς, είναι κάτι περισσότερο. Είναι το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης, αυτό που με έναν αντίστοιχο τρόπο λειτούργησε και στην Νομική. Είναι εκείνη η κοινωνική συνθήκη όπου η αστική νομιμότητα υπάρχει μόνο για να θυμίζει ότι αυτή πλέον δεν τηρείται, αφού άλλοι μηχανισμοί, άλλες θεσμίσεις πιο βίαιες, πιο στρατιωτικοποιημένες δίνουν το παράγγελμα. Οι ΔΙΑΣ και οι Δελτάδες που ούρλιαζαν στους μετανάστες «μπείτε στα σπίτια σας για να μη σας σφάξουν», ποια γαμημένη αστική νομιμότητα υπηρετούν; Καθώς εκείνη τη στιγμή δύο μόνο πράγματα μπορούν να υπονοούν: είτε ότι πλέον εμείς, οι μπάτσοι, το κράτος, δεν είμαστε μοναδικοί υπεύθυνοι για την τήρηση της νομιμότητας γιατί άλλοι έχουν τα κουμάντα, είτε ότι εμείς οι μπάτσοι λειτουργούμε συμπληρωματικά, για την ακρίβεια σαν τελάληδες, με αυτούς, τους μπράβους, τους μαφιόζους, τους δολοφόνους που φροντίζουν για τη νομιμότητα. Είναι ζήτημα τελικά πολιτικής επιλογής το αν αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό το διαρκώς επαναλαμβανόμενο καθεστώς εξαίρεσης (που στον άγιο Παντελεήμονα και την πλατεία Αττικής έχει γίνει κανόνας) είναι πράγματι τέτοιο ή μήπως σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η ίδια η αστική νομιμότητα είναι που αποτελεί πλέον την εξαίρεση. Γιατί, αν και καμία νομοθετική πράξη δεν έχει επικυρώσει το πογκρόμ σε βάρος μεταναστών, είναι βέβαιο πως μετά από κάθε τέτοιο, μετά από κάθε Ηπείρου, μετά από κάθε 3ης Σεπτεμβρίου είναι όλο και περισσότεροι/ες εκείνοι κι εκείνες που έχουν πλέον πειστεί πως μόνο έτσι λύνονται «τέτοια προβλήματα». Ειπωμένο με τυπικούς όρους αν και δεν έχει επέλθει ακόμη καμία σαφής θεσμοθέτηση, έχει ήδη πραγματοποιηθεί ξεκάθαρη θεσμοποίηση. Και όπως λένε και οι γραφές, όταν υπάρξει θεσμοποίηση, είναι ζήτημα χρόνου η εναρμόνιση του νόμου με αυτό που ήδη συμβαίνει. Έτσι ή αλλιώς το ρολόι μετράει ανάποδα. Εδώ και καιρό.

 

 

 

 

 

 

...Η επιτυχία του πολιτικού χώρου της ακροδεξιάς οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους: α) Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα. β) Πρότεινανκαθαρή λύση: να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν ταβράδια, να έρθειη αστυνομία να επιβάλλει την τάξη.Έτσι πολιτικοποίησαν την παρέμβασή τους.
Αντίθετα, η Αριστερά δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να έχει οποιαδήποτεσοβαρή παρέμβαση στο ζήτημα, ούτε να ανασχέσει την ακροδεξιά διείσδυση και επιρροή. Κυρίως για δύο λόγους: α) Δεν αντιμετώπισε ποτέτο πρόβλημα ως πραγματικό, υπήρχε συστηματική άρνηση να ειδωθείστις πραγματικές του διαστάσεις. β) Η θετική πολιτικοποίηση της Αριστεράς είναι σαφώς πιο δύσκολη από αυτήν που προσφέρουν τα ακροδεξιά-ρατσιστικά ανακλαστικά…. Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα,να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με τηνάφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών.Η εικόνα πλήρους διάλυσης της κρατικής μηχανής και η εγκατάλειψη ήη σκόπιμη προώθηση σε ορισμένες συνοικίες και περιοχές των μεταναστών δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα και τρομερά προβλήματα.Η ορισμένη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς δράσης και της αυτοδικίαςέχει τη ρίζα της σε αυτήν την κατάσταση...

Τις παραπάνω σοφίες δεν τις ξεστομίζει ούτε ο Πρετεντέρης, ούτε ο Λαζαρίδης. Τις καταθέτει ο κολοσσός του εθνοπατριωτισμού Ρ.Ρινάλντι στο «Δρόμο της αριστεράς» στις 14 Μάη, τότε που το πογκρόμ σε βάρος των μεταναστών βρισκόταν σε εξέλιξη.
Έβαλε κι αυτός το λιθαράκι του. Κάνοντας μας σαφές, γιατί από εδώ και πέρα μόνο σαν πατενταρισμένος φασίστας πρέπει να αντιμετωπίζεται. Αυτός κι οι όμοιοί του..

       

Αυτονομία 2017