Αυτονομία

Barricada

 

Από τη Νομική στην Υπατία:
αν έχεις τέτοιους φίλους,
τι να τους κάνεις τους εχθρούς

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η απεργία πείνας των τριακοσίων μεταναστών εργατών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε εξέλιξη. Θέλουμε πραγματικά αυτή η ιστορία να έχει την καλύτερη δυνατή εξέλιξη σε ό,τι αφορά πρώτα και κύρια τους μετανάστες. Αλλά τα δικά μας «θέλω», οι δικές μας πολιτικές επιλογές σαν εργάτες κι εργάτριες, έχουν τα όριά τους. Ειδικά όταν απέναντί τους, εκτός από το κράτος και τ’ αφεντικά, βρίσκουν τις περικοκλάδες και τις παραφυάδες του συστήματος, έτοιμες να πνίξουν οτιδήποτε πάει να φυτρώσει στην κατά τ’ άλλα καμένη γη των μεσολαβήσεων: την ελληνική Αριστερά που έκανε τα αδύνατα δυνατά προκειμένου αυτή η ιστορία (τελικά) να κοπεί και να ραφτεί στα μέτρα της. Οι γραμμές που ακολουθούν σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνουν αντιληπτές. Σαν κριτική υποστήριξη του αγώνα των 300 μεταναστών εργατών. Είναι το λιγότερο που οφείλουμε να πράξουμε μέσα στο περιβάλλον της γενικευμένης σύγχυσης.

 

Έξι (συν ένα) σημεία τριβής

1.Πλήρης ανυπαρξία πολιτικού σχεδίου

Από την πρώτη στιγμή ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε κανένα πολιτικό σχέδιο. Η κατάληψη της Νομικής ήταν μία ιδέα «καλής πλεύσης», στηριγμένη σε «άκρες», κονέ και κάθε λογής μεσολαβήσεις, καταδικασμένη να τσακιστεί στα βράχια στην πρώτη κακοκαιρία. Αυτό δηλαδή που τελικά συνέβη. Αξίζει να θυμηθούμε δυο τρία πράγματα που ακουλούθησαν και προηγήθηκαν της Πέμπτης 27 Ιανουαρίου. Την Τετάρτη, μόλις μία μέρα πριν την εκκένωση, συνέβησαν τα εξής παράδοξα: το πρωί εκείνης της ημέρας, σύσσωμα τα πολιτικά κόμματα, από τον Γιωργάκη μέχρι τον Καρατζαφύρερ κι από την Αλέκα μέχρι τον Alexis, έβγαλαν στη σέντρα τους μετανάστες απεργούς πείνας, πλήρως ευθυγραμμισμένοι με τη φασιστική ρητορεία των προηγούμενων ημερών. Πράγμα λίγο ως πολύ αναμενόμενο. Αυτό που δεν ήταν καθόλου αναμενόμενο ήταν η μακαριότητα τηςΠρωτοβουλίας Αλληλεγγύης. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στη συνέλευση που έγινε στη Νομική, όλα αυτά θεωρήθηκαν «δευτερεύοντα», μηντιακός θόρυβος και τίποτε παραπάνω. Το κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν ποιοι γιατροί θα επισκέπτονται τους απεργούς πείνας και πότε, που θα δοθεί η επόμενη συνέντευξη τύπου και άλλα τέτοιες χαριτωμενιές. Μ’ άλλα λόγια, τα λαγωνικά της άκρας αριστεράς, επαναπαυόμενα στις «εγγυήσεις» που είχαν δοθεί από διάφορους θεσμικούς φίλους τους, «αγρόν ηγόραζαν». Η επόμενη μέρα επιβεβαίωσε αυτή την πραγματικότητα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Όταν οι θεσμοί αποφάσισαν να παίξουν το show του «νόμος και τάξη», σύσσωμη η αριστερά πιάστηκε με τα βρακιά κατεβασμένα. Και έγινε σαφές, όχι μόνο ότι δεν είχε την πολιτική επιλογή και δυναμική να τραβήξει αυτή την κατάληψη, αλλά επιπλέον δεν είχε καν μπει στον κόπο να σκεφτεί κάποια εναλλακτική λύση για την «κακιά την ώρα».
Όταν η ιστορία έφτασε στο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων, ήταν λίγο έως πολύ δεδομένο το τι θα ακολουθήσει. Γιατί το βράδυ της Πέμπτης δεν ήταν ο Παπουτσής και η Νταλάρα που διαπραγματευόντουσαν με τους καταληψίες. Είναι επικίνδυνα αφελής όποιος πιστεύει κάτι τέτοιο. Εκείνο το βράδυ, ήταν οι ψυχολόγοι κι οι κοινωνιολόγοι – ειδικοί στην διαχείριση τέτοιων κρίσεων – που έκαναν την διαπραγμάτευση. Aυτός είναι ο λόγος που το παζάρι της αποχώρησης κράτησε οκτώ σχεδόν ολόκληρες ώρες, αυτή είναι η αιτία που αφού με τα πολλά οι μετανάστες «πείστηκαν» να μαζέψουν τα πράγματά τους προκειμένου να μεταφερθούν στην «Υπατία», σε ένα σεμινάριο άσκησης ψυχολογικού πολέμου, τους είχαν στο «περίμενε» μία ώρα και βάλε στην πόρτα της οδού Σίνα. Και ποιό ήταν τελικά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης; Η από κάθε άποψη ακατάλληλη «Υπατία», χωρίς τη στοιχειώδη υποδομή για τη φιλοξενία τόσων ανθρώπων. Δυστυχώς - για τους μετανάστες – αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως πρόνοια στην περίπτωση που «στράβωνε» η κατάληψη της Νομικής. Πράγμα που είχε τα γνωστά –σε όποιον πέρασε από την «Υπατία» - άσχημα αποτελέσματα.

 

2. Ο ζόφος των μεσολαβήσεων

Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βίβλίο γι’ αυτό το ζοφερό θέμα. Ευτυχώς ήδη σύντροφοι της Αυτονομίας (Sarajevo Νο 49) έχουν κάνει κάποιες αναφορές επί του θέματος. Οπότε θα περιοριστούμε στα στοιχειώδη. Πρώτον. Η απεργία πείνας των μεταναστών εργατών, από την ώρα που πάτησαν το πόδι τους στην Αθήνα μέχρι και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν είχε σχεδόν καθόλου δρόμο. Δρόμο, δηλαδή προπαγάνδα και αδιαμεσολάβητη δράση. Το όλο concept στηρίχτηκε πάνω σε συνετεύξεις Τύπου, δηλώσεις «προσωπικοτήτων», ανακοινώσεις στο Διαδίκτυο, ψηφίσματα του κώλου κοκ. Επαφές με την Νταλάρα, «κριτική» εξ απαλών ονύχων στον Ραγκούση, δηλώσεις του τάδε ειδικού επί του μεταναστευτικού, δηλαδή σε γενικές γραμμές θέαμα και πάλι θέαμα. Δύο πραγματάκια είναι ενδεικτικά αυτής της διεστραμμένης πολιτικής αντίληψης. Το πρώτο αφορά τις πρώτες μέρες μετά την εκκένωση της Νομικής. Τη στιγμή που περισσότερο από ποτέ ήταν πολιτικά επείγον να αρθρωθεί ένας πολιτικός λόγος ενάντια στη φασιστική φιλολογία των ημερών που είχαν προηγηθεί, έπεσε άκρα του τάφου σιωπή. Ούτε κιχ, ούτε μια αφίσα βρε αδερφέ (με μοναδικές εξαιρέσεις αυτές της Συνέλευσης Αναρχικών, αντιεξουσιαστών αλληλέγγυων και antifa συλλογικοτήτων) να νοιώσουν κάπως καλύτερα, όχι μόνο οι καταληψίες της Υπατίας αλλά κι εκείνοι κι εκείνες που έτσι ή αλλιώς έβλεπαν θετικά αυτό το εγχείρημα. Δεύτερον. Στο ίδιο μήκος κύματος συνέβησαν τα εξής πρωτοφανή: για την διαδήλωση της Παρασκευής 11 Φεβρουαρίου, στην οποία καλούσε η Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης δε βγήκε καν αφίσα. Το ίδιο ίσχυσε και για τη διαδήλωση της Παρασκευής 4 Μαρτίου. Για την δε διαδήλωση της 25ης Φεβρουαρίου, χρειάζεται ειδική αναφορά. Για αυτήν δε βγήκε μεν αφίσα από την Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης αλλά μία φασέτα, μια λουρίδα χαρτί (με υπογραφή απεργοί πείνας), η οποία κολλιόταν πάνω σε αφίσες αλληλεγγύης (του Antifa Community, του Antifa Lab, των Στεκιών από σχολές, τηε Συνέλευσης αναρχικών/ αντιεξουσιαστών/ αλληλέγγυων) που είχαν ήδη κολληθεί τις προηγούμενες μέρες. Από τη μία δηλαδή δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να βγάλουμε αφίσα, από την άλλη χρεώνουμε πολιτικά το κάλεσμα σε συλλογικότητες που δεν έχουν επιλέξει να καλέσουν. Και πώς να καλούσαν δηλαδή στη διαδήλωση της 25ης Φεβρουαρίου όταν εκεί καλούσαν (πάντα μέσω των media) ένα καράβι λέρες, με πιο ενδεικτικές αυτές του Συνασπισμού, που την Τετάρτη 26 Ιανουαρίου δήλωναν διά στόματος Alexis ότι οι μετανάστες πρέπει να μεταφερθούν σε κάποιο γυμναστήριο; Προχειρότητα, καιροσκοπισμός κι άγιος ο θεός. Άλλα κόλπα. Σε εμάς άγνωστα. Γιατί εμείς (οι αφελείς) πιστεύαμε (και πιστεύουμε) ότι η δουλειά στο δρόμο, η κατάκτηση δημόσιων χώρων και χρόνων είναι που φτιάχνει δυναμική κι αλλάζει τους όποιους συσχετισμούς. Κι όχι τα κονέ με τα μπατζανάκια και τα τριτοξάδερφα του ΠΑΣΟΚ.

 

3. Όποιος βγει από το μαντρί, τον τρώει ο λύκος

Σε αντίθεση με όσα λέγονται, ειδικά τώρα που «ο αγώνας των 300 μεταναστών απεργών πείνας έχει αγκαλιαστεί από διάφορους πολιτικούς χώρους», περί σοβαρού πολιτικού αγώνα κλπ, ήταν χαρακτηριστική η περιχαράκωση που υπήρξε επί του ζητήματος. Καταρχάς για το Κ(ορ)Κ(ον)Ε ας μη μιλήσουμε. Τήρησαν τη συνεπή (ρατσιστική, εθνικοπατριωτική) γραμμή που έχουν εδώ και χρόνια.Οι υπόλοιποι όμως; Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Ο Αλ – Αβάν; Η ΚΟΕ; Ε, κι αυτοί έκαναν ό,τι πέρναγε από το χέρι τους για να πάει αυτή η ιστορία άπατη.  Σε πρώτο χρόνο δεν μπήκαν καν στον κόπο να «κατεβάσουν» τον κόσμο τους (αν έχουν, είναι κι αυτό ένα ερώτημα) ούτε το βράδυ της Πέμπτης 27 Ιανουαρίου. Εκείνο το βράδυ, ο κόσμος που μαζεύτηκε στη Νομική ήταν απελπιστικά λίγος σε σχέση με το τι είχε συμβεί. Οι βλακείες περί «λίγου χρόνου που είχε στη διάθεσή του το κίνημα για να ανασυνταχθεί» δεν πείθουν κανέναν. Όχι μόνο επειδή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αφού έκανε την παρέλασή της την «έκανε» με ελαφρά πηδηματάκια. Ούτε επειδή διάφορα λαμόγια όπως ο «αλληλέγγυος» Μπελαβίλας του Μετώπου μάζεψαν τις σημαιούλες τους και πήγαν για νανάκια πριν βγουν οι καταληψίες από τη Νομική. Αλλά επειδή επιπλέον, τόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και ο Συνασπισμός κράτησαν, με νύχια και με δόντια, τις «επιρροές» τους σε διάφορες μεταναστευτικές ομάδες όπως αυτές των Πακιστανών ή των Αφγανών. Δεν υποστηρίζουμε ότι αυτές οι μεταναστευτικές οργανώσεις αποτελούνται από άβουλα όντα που κινούνται αποκλειστικά και μόνο με βάση την «ντόπια αριστερή γραμμή». Γνωρίζουμε όμως – δυστυχώς – ότι καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις σχέσεις τους με την ελληνική αριστερά. Ή αλλιώς με όποιον δάσκαλο καθήσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις. Κι επειδή η ντόπια αριστερά είναι μανούλα σε τέτοιου είδους χειρισμούς – το έχει αποδείξει επανειλημμένα στο παρελθόν – είναι φως φανάρι ότι αυτή δίδαξε (και διδάσκει) τέτοιου είδους εγκλήματα.

 

4. Αγώνες, ποιοί αγώνες;

Δεν το πρόσεξε κανείς. Δεν το σκέφτηκε ούτε μία από τις εκατοντάδες διάνοιες που κοσμούν την Αριστερά. Αυτός ο αγώνας των 300 μεταναστών απεργών πείνας μήπως αφορά και κανέναν άλλον αγώνα; Αυτή η ιστορία με τα ακόλλητα ένσημα μήπως νοιάζει και την ντόπια (παρηκμασμένη στα όρια της μανιοκατάθλιψης) εργατική τάξη; Αυτοί οι βορειοαφρικανοί απεργοί πείνας μήπως μπορούν να συνδεθούν με ό,τι συνέβη και συμβαίνει στο Κάιρο, στην Τύνιδα, στο Αλγέρι και στην Βεγγάζη: Αυτοί οι γαμημένοι εργάτες ρε διάολε, που εδώ αγωνίζονται σα μετανάστες, δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που κάθε μέρα τρώνε σφαίρες και βόμβες στην Αίγυπτο, στην Τυνησία και τη Λιβύη; Αυτοί που κάνουν απεργία πείνας για το δικαίωμά τους να είναι εργάτες, δεν είναι οι ίδιοι που εκεί, μακριά από τη σαπίλα της αναπτυγμένης Δύσης, γκρεμίζουν γαμημένα στερεότυπα και ρίχνουν αιμοσταγή  δικτατορικά καθεστώτα; Οι ίδιοι δεν είναι διάολε;
Πόσο ηλίθιος, πόσο κυνικός, πόσο αλλοτριωμένος, πόσο απολίτικος πρέπει να είναι κανείς για να μην καταλαβαίνει αυτό το στοιχειώδες; Πόσο αίμα πρέπει ακόμη να χυθεί, εδώ, εκεί, στα σύνορα του Έβρου, στο Τομπρούκ, στην Αθήνα, στη Βεγγάζη, για να αρχίσουν να λειτουργούν τα ρουθούνια των λαγωνικών της Αριστεράς; Δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από αυτά δεν χαμπαριάζουν τίποτα. Ξέρουν από νταραβέρια, ξέρουν από «άκρες», αλλά από μπέσα και πολιτική δε σκαμπάζουν τίποτα. Και δυστυχώς αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινά. Όχι με τον δικό τους (πολιτικό) θάνατο. Αυτός είναι το λιγότερο. Επιβεβαιώνεται με το θάνατο (κυριολεκτικά) των Άλλων. Αυτών που έχουν την ατυχία να μην είναι αλλοτριωμένοι πρωτοκοσμικοί.

 

5. Ο διαφορικός ρατσισμός των πολιτικών προτεραιοτήτων

Υπάρχει τέτοιος; Ε ναι λοιπόν, σ’ αυτή την καταραμένη χώρα υπάρχει και τέτοιος. «Άκαιρη η στιγμή που επιλέχθηκε γι’ αυτόν τον αγώνα». «Μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τους αγώνες της ντόπιας εργατικής τάξης». Κάθε είδους παπαριά ειπώθηκε, ποτισμένη με μπόλικη ιδεολογία για να κουκουλωθεί το προφανές: ότι την ντόπια αριστερά δεν την ενδιαφέρουν οι εργάτες αλλά οι μικροαστοί. Εκεί είναι η δεξαμενή των ψήφων της (κι όχι στους μετανάστες), εκεί έχει πολιτικά το περιθώριο να παριστάνει «τη δύναμη που αντιστέκεται στις επιταγές της πλουτοκρατίας». Γι’ αυτό και ανακάλυψε επιχειρήματα (ενάντια στους μετανάστες εργάτες) που μόνο ακροδεξιοί θα μπορούσαν να ξεστομίσουν. Από το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία κι από την αιματοβαμμένη περίοδο της ελληνοσερβικής φιλίας, είχαμε να δούμε τόση εθνική ομοψυχία και τόση συστράτευση «των πολιτικών δυνάμεων του τόπου». Οι οποίες βρήκαν κοινή στέγη κάτω από το (διεθνιστικότατο!) σύνθημα «να μείνουν στις χώρες τους να διεξάγουν αγώνες». Αυτό το σύνθημα, αν δε σημαίνει ξεκάθαρα «έξω οι ξένοι», σημαίνει τουλάχιστον ότι διάφοροι αγώνες (ειδικά εκείνοι που στριμώχνουν τη βολεμένη αριστερά)  είναι προτιμότερο να διεξάγονται αλλού: στην Αίγυπτο, στην Τυνησία, στη Λιβύη, οπουδήποτε, αλλά όχι εδώ. Για να έχουν όλοι το κεφάλι τους ήσυχο. Για να μπορεί ο Άδωνις να κρατάει την πλατεία Αττικής «καθαρή», για να μπορεί κι ο Αλ-Αβάν να απειλεί ότι θα κάνει το σύνταγμα πλατεία Ταχρίρ. Δίπλα σ’ αυτό το μαγικό ήρθε κι έκατσε και το ζήτημα των «πολιτικών προτεραιοτήτων». Πράγματι κάποιες φορές μπορεί να τίθεται ζήτημα προτεραιοτήτων. Μόνο που σύντροφοι και συντρόφισσες, οι ταξικοί αγώνες δεν είναι κώδικας οδικής κυκλοφορίας. Κι όποιος ψάχνει προτεραιότητες, είτε αυτές αφορούν την Κερατέα είτε το «δεν πληρώνω», πρέπει να δει ότι αυτοί οι αγώνες, χωρίς να τους κάνουμε εδώ κριτική, είναι τουλάχιστον διαταξικοί. Απλά πραγματάκια. Κι ανάμεσα σε έναν ταξικό κι έναν διαταξικό αγώνα όσοι και όσες είναι εργάτες και εργάτριες, ξέρουν για ποιον αγώνα να πολεμήσουν. Για τον ταξικό αγώνα. Τελεία και παύλα. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι απλά παρηγοριά στον άρρωστο (προλετάριο), αλλά η σαπίλα της αριστεράς σε όλο της το μεγαλείο. Είναι η επικύρωση μιας πάγιας (συχνά ομολογημένης) πολιτικής θέσης που λέει ότι οι μετανάστες ή θα παριστάνουν τους αρλεκίνους των ντόπιων σε ένα «πολυπολιτιστικό» περιβάλλον ή θα είναι οι μισοκακόμοιροι που αξίζουν τη συμπόνοια των ντόπιων φιλάνθρωπων εργατών. Έτσι ή αλλιώς, αυτός ο διαφορικός ρατσισμός των πολιτικών προτεραιοτήτων ένα και μοναδικό πράγμα υπονοεί: οι μετανάστες, ούτε εργάτες μπορούν να είναι, ούτε να διεξάγουν δικούς τους αγώνες.

 

6. Το τέλος της ιστορίας (της θεσμικής αριστεράς φυσικά).

Όποιος και όποια μετά από αυτή την ιστορία έχει και την παραμικρή αμφιβολία για το ρόλο της Αριστεράς είναι άξιος της μοίρας του. Το ιστορικό της διαδρομής από τη Νομική στην Υπατία έκανε σαφές κάτι που κι άλλες φορές έχουμε θίξει στο παρελθόν αλλά πλέον είναι ηλίου φαεινότερο: ότι η αριστερά αποτελεί πλέον ένα θεσμικό κουκούλι μεσολαβήσεων χωρίς κανένα μα κανένα πολιτικό περιεχόμενο και καμία πολιτική δυναμική. Πρόκειται για ένα μάτσο (μανιοκαταθλιπτικούς) στρατηγούς χωρίς στρατεύματα, που το μόνο που έχουν να αντιπαραθέσουν στο πεδίο της μάχης είναι σκουριασμένα παράσημα, ξεφτισμένες στολές και σκεβρωμένα πηλίκια. Πρόκειται για ξεπεσμένα ντηλέρια των μεσολαβήσεων που σπρώχνοντας για χρόνια ολόκληρα το ίδιο stuff, στο τέλος κατέληξαν να μαστουρώνουν κι ίδιοι από τη δικιά τους ντρόγκα. Αλλά εν τω μεταξύ τα κόζια και η πιάτσα έχουν αλλάξει. Κι αν η αριστερά μπορούσε στο παρελθόν να πουλάει στο κράτος (και στα μέλη της) διάφορες κρίσιμες μεσολαβήσεις, σήμερα συμβαίνουν δύο πράγματα. Πρώτον, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το κράτος και τους μετανάστες, δεν τις έχει πλέον ανάγκη. Το καταλάβαμε αυτό στον Άγιο Παντελήμονα, το ξανακαταλάβαμε στην πλατεία Αττικής, ε πλέον μετά την Νομική το χωνέψαμε για τα καλά. Η αριστερά των μεσολαβήσεων που συνδιαμόρφωνε νομοσχέδια για τους μετανάστες με τον υπουργό προ.πο έχει πεθάνει. Ό,τι έχει απομείνει από το πτώμα της το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παζαρεύει: από μικρές εξυπηρετήσεις μέχρι τους όρους της εξόντωσης της εργατικής τάξης. Δεύτερον, ότι εκτός από άχρηστη για το κράτος και τα αφεντικά, είναι άχρηστη γενικώς. Έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού συλλογικές διαδικασίες και πολιτική δράση το μόνο που μπορεί πλέον να κάνει είναι να εκλιπαρεί (τα αφεντικά της) για λίγο τηλεοπτικό χρόνο, για μια έστω κακοφωτισμένη γωνίτσα στον λαμπερό κόσμο του θεάματος. Μέχρι εκεί είναι.

 

Εν κατακλείδι

Το είπαμε και στην αρχή: όσα παραπάνω λέγονται δε στοχεύουν στο να αναδείξουν (για μια ακόμη φορά) τον ξεπεσμό της εν ελλάδι αριστεράς. Κάτι τέτοιο, αν δεν καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, αγγίζει τα όρια της γκρίνιας και ενίοτε της γραφικότητας. Οι γραμμές που προηγούνται στοχεύουν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αριστερά των μεσολαβήσεων είναι πια ξοφλημένη. Αποσυντίθεται αναπαράγοντας το παρελθόν της, την ίδια ακριβώς στιγμή που η προέλαση του νέου ολοκληρωτισμού την καθιστά άχρηστη περιθωριοποιώντάς την. Πράγμα το οποίο έχει πολύ σοβαρές πολιτικές συνέπειες. Αφενός γιατί το πολιτικό κενό που προκύπτει από την απουσία της αριστεράς δεν μπορεί να καλυφθεί διά μαγείας. Η εποχή που τρυκ και ταχυδακτυλουργίες «νέων πολιτικών δυνάμεων» λανσάρονταν για λύσεις έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αφετέρου, γιατί αυτή η απουσία κάνει ακόμη πιο επιτακτική, ακόμη πιο αναγκαία, την οικοδόμηση αυτόνομων και αδιαμεσολάβητων αγώνων για λογαριασμό της εργατικής τάξης. Δε λέμε κάτι πρωτοφανές, το γνωρίζουμε. Η ανάγνωριση όμως αυτής της πραγματικότητας αποτελεί από μόνη της ένα τεράστιο πολιτικό φορτίο. Είμαστε υποχρεωμένοι/ες σαν εργάτες κι εργάτριες να το σηκώσουμε. Όπερ έδει δείξαι.

 
 
       

Αυτονομία 2017