Αυτονομία

Barricada

 

Ατέλειωτες μέρες και νύχτες (μέσα στο βούρκο)

Οι μετανάστες εργάτες είναι εικόνα από το μέλλον; Κι αν ναι, τι μορφή (θα) έχει αυτό; Θα μοιάζει με την εικόνα του κέντρου της πόλης στις 27 Γενάρη, μέρα της στρατιωτικής περικύκλωσης της Νομικής; Ή μήπως θα έχει κάτι από μεσαιωνικές περιφράξεις με υπερτεχνολογικό περιτύλιγμα; Δεν μελλοντολογούμε ρητορικά. Μιλάμε γι’ αυτό που ήδη συμβαίνει δίπλα μας.

 

τρεις εκατοντάδες (μετανάστες) εργάτες
ενάντια στον νέο ολοκληρωτισμό

Οι 300 μετανάστες εργάτες έκαναν εφικτό, με τον αγώνα τους, να φανερωθούν κάμποσες πτυχές της ταξικής πραγματικότητας. Κάποιες ήδη γνωστές και κάποιες ακόμα που κρύβονταν πίσω από τη σκόνη της ιδεολογίας. Ας πούμε: το ότι οι 300 μετανάστες εργάτες κάνουν έναν ξεκάθαρα ταξικό αγώνα δεν το βγάλαμε ούτε εμείς απ’ το μυαλό μας, ούτε και οι antifa συλλογικότητες που δραστηριοποιήθηκαν, εκφράζοντας αλληλεγγύη στον αγώνα τους. Το λένε οι ίδιοι οι μετανάστες ξανά και ξανά, όταν βάζουν το ζήτημα των ενσήμων που δεν τους φτάνουν για να ανανεώσουν τις άδειες παραμονής. Είναι ταξικός αγώνας γιατί οι μετανάστες λένε και ξαναλένε πως πλέον δυσκολεύονται να βρουν δουλειές, ακόμα και «μαύρες». Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που παραγράφοντας αυτήν την πραγματικότητα, θέλουν να πουλήσουν ανθρωπισμό, δικαιώματα και άλλα τέτοια «προοδευτικά»; Ποιοί είναι εκείνοι που προσπαθούν ν’ ακυρώσουν μ’ αυτό τον τρόπο τον αγώνα τους; Ποιοί πονηροί αριστεροί δήλωναν έξω από τη Νομική, μετατοπίζοντας το θέμα στο πολιτικό άσυλο, πως «οι μετανάστες έπρεπε να κάνουν κατάληψη στα γραφεία της ε.ε., ενάντια στην εφαρμογή της συνθήκης Δουβλίνο 2», κάτι που όλως τυχαίως αποτελεί και αίτημα του ελληνικού κράτους προς τους ευρωπαίους εταίρους του; Ποιοί; (Τα γράφουμε σε χωριστό κείμενο.)
Η ταξική πραγματικότητα που εκθέτουν οι μετανάστες μέσα από τον αγώνα τους δεν είναι πρωτόγνωρη. Έχει παρουσιαστεί ξανά και ξανά, εδώ κι εκεί, από συντροφικά έντυπα και συλλογικότητες. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε τα βασικά στοιχεία αυτής της πραγματικότητας, θα αναφέραμε τα εξής: το ελληνικό κράτος επιχείρησε να βάλει μια «τάξη» στο καθεστώς παραμονής των μεταναστών εργατών στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, δίνοντας άδειες με βασική (εκ μέρους του) απαίτηση την νόμιμη, συμβασιοποιημένη εργασία (και άρα τα απαιτούμενα ένσημα) των ξένων εργατών. Το προηγούμενο καθεστώς ήταν το βασίλειο της μαύρης εργασίας, το οποίο βέβαια καθόλου δεν καταπολεμήθηκε μ’ αυτή τη ρύθμιση. Αυτό που συνέβη ήταν πως το ελληνικό κράτος και τα ασφαλιστικά του ταμεία βρήκαν μια νέα πηγή ζεστού χρήματος, εκβιάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με την απειλή της απέλασης. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, έστω και εκ των υστέρων, πως ο δρόμος που ακολούθησε το ελληνικό κράτος δεν είναι ο μοναδικός που θα μπορούσε να υπάρξει: ένα συμβόλαιο ενοικίασης διαμερίσματος ή μερικοί λογαριασμοί ρεύματος και νερού, θα μπορούσαν επίσης να κάνουν την δουλειά της ταυτοποίησης και της νόμιμης διαμονής. Αλλά όχι. Εκείνο που ήθελαν να κάνουν οι κρατούντες ήταν να πετύχουν την άμεση νομική και λογική σύνδεση του καθεστώτος διαμονής των μεταναστών εργατών με την εργασία. Δείχνοντας μ’ αυτόν τον αντεστραμμένο τρόπο «τι-ήρθαν-να-κάνουν-αυτοί-εδώ-πέρα». Τον καλό καιρό της ευδαιμονίας, αυτή η σύνδεση περνούσε σχεδόν απαρατήρητη κι ήταν καθήκον της ταξικής συνείδησης να οδηγεί αυτή τη σύνδεση μέχρι το τέλος: μετανάστες ίσον εκμετάλλευση της εργασίας και υποτίμησή της έως τα κατώτατα όρια της αναπαραγωγής των ίδιων των εργατών.
Όμως εδώ και ένα, ενάμιση χρόνο έχει φανεί καθαρά τι επεδίωκε το ελληνικό κράτος και τ’ αφεντικά πίσω απ’ αυτή τη σύνδεση. Η κρίση χτυπάει τους μετανάστες εργάτες κι αυτό μεταφράζεται σ’ ένα μεγάλο ερωτηματικό όσον αφορά το (νόμιμο) καθεστώς παραμονής τους. Είναι όλο και λιγότεροι εκείνοι που έχουν τα απαραίτητα ένσημα για ν’ ανανεώσουν τις άδειες παραμονής τους και «πέφτουν» έτσι στην κατηγορία «λαθρομετανάστης», για την οποία τόση δουλειά, ιδεολογική κι αστυνομική, έχει γίνει. Έτσι συμβαίνει το παράπλευρο ιδεολογικό όφελος, όταν ακούγεται η λέξη «λαθρο» να πηγαίνει το («εκπαιδευμένο») μυαλό των υπηκόοων στα σύνορα και όχι στις συνέπειες της κρίσης πάνω σ’ ένα καλό μέρος της πολυεθνικής εργατικής τάξης. Συμβαίνει επίσης οι επίσημοι πίνακες των άνεργων ή των απολυμένων (έτσι κι αλλιώς παραποιημένοι προς τα κάτω) να περιλαμβάνουν ένα μικρό κλάσμα των μεταναστών εργατών, γιατί το υπόλοιπο σε πλήρη αντίθεση, παρουσιάζεται στους πίνακες παραγωγικότητας της αστυνομίας. Ξέρετε, εκείνους που δείχνουν, υποτίθεται, «πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι οι λαθρομετανάστες», όπου οι συλλήψεις ανά εθνικότητα, φέρνουν πρώτους τους αλβανούς (λογικά, σύμφωνα με τον παραπάνω συλλογισμό) και όχι τους «υπερστοχοποιημένους» μεσανατολίτες, κεντρασιάτες ή βορειοαφρικάνους. Είναι σαφές, σαφέστατο, επομένως τι συμβαίνει: η μετάβαση από την εποχή της «ανάπτυξης» σε εκείνη της κρίσης σηματοδοτείται από μια μετάθεση ρόλων στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού. Το στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα παίρνει σταδιακά την πρωτοκαθεδρία στην αντιμετώπιση των μεταναστών εργατών από την, άλλοτε ηγεμονική, θέση της αγοράς εργασίας. Αυτή είναι μια διαδικασία-σε-εξέλιξη εδώ και κάποιο καιρό, που χρειάζεται όμως και παραδειγματικές εφαρμογές (σαν τη Νομική και τα μεθεόρτια της) για να εμπεδωθεί τόσο στα μυαλά των άμεσα ενδιαφερόμενων, όσο και στα ζαλισμένα από την κρίση, μυαλά των ντόπιων.
Οι 300 μετανάστες εργάτες τα είχαν πει σε γενικές γραμμές αυτά τα πράγματα από τις πρώτες μέρες, όταν διηγούνταν στα μήντια τις «προσωπικές τους ιστορίες», όπου έδειχναν καθαρά περί τίνος πρόκειται και γιατί αποφάσισαν ν΄ανέβουν από τα Χανιά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη για να θέσουν το ζήτημα. Τότε που όλοι ούρλιαζαν για την «... καταπάτηση (!) του ασύλου από λαθρομετανάστες», λες και οι απεργοί μόλις που διέσχισαν τον Έβρο και πήγαν κατευθείαν στην Νομική για να «εκβιάσουν τη νομιμοποίησή τους». Τότε που η καθεστωτική λύσσα γι’ αυτόν τον ταξικό αγώνα «ξέπεσε» στην αναπαραγωγή των πιο σιχαμένων ρατσιστικών κλισέ, που πάντα καταλήγουν στο «η Ελλάδα δεν χωράει άλλους μετανάστες». Τότε που μπροστά στην στρατηγική επιδίωξη της ακύρωσης του αγώνα, τα μήντια και κάθε είδους φασισταριά διέστρεφαν τη στοιχειώδη λογική και επικαλούνταν την προστασία της δημόσιας υγείας, σαν το ένα και μοναδικό επιχείρημα που ακούστηκε για να μπουκάρουν οι μπάτσοι στο άσυλο.

 

τάξη βασιλεύει στο κέντρο της Αθήνας

Είναι προφανές πως αυτό που συνέβη στο κέντρο της Αθήνας το βράδυ της 27ης Γενάρη είναι από εκείνα που δεν συμβαίνουν κάθε μέρα. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα τέτοια επίδειξη δύναμης του συμπλέγματος της ασφάλειας, τόσο στρατιωτικά, όσο και ιδεολογικά. Η Νομική και τα γύρω οικοδομικά τετράγωνα περικυκλώθηκαν για σχεδόν 12 ώρες και κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει σε εκείνη την απόσταση που να μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει στις εισόδους της σχολής. Συμμετείχαν σ’ αυτή χιλιάδες μπάτσοι, από πολλά και διαφορετικά «ειδικά σώματα», των οποίων οι προδιαγραφές και ο εξοπλισμός στρατιωτικοποιούνται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, θυμίζοντας περισσότερο ειδικές δυνάμεις του στρατού παρά υπηρεσίες επιφορτισμένες με την διαχείριση πλήθους. Επίσης σε μια τέτοια επιχείρηση, εφαρμόζονται επιτελικά σχέδια που, όπως είναι λογικό, είναι προετοιμασμένα καιρό πριν και βέβαια προσαρμόζονται ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι λοιπόν η αστυνομία, απέναντι σε μια καθόλου απειλητική (για τη δημόσια τάξη) κατάληψη, έκανε επίδειξη μιας δυσανάλογης κινητοποίησης, φτιάχνοντας σε ελάχιστο χρόνο ένα σκηνικό κατοχής ενός μέρους του κέντρου της Αθήνας.
Κι είχε άξιους συμπαραστάτες στο μέρος της ιδεολογικής πρετοιμασίας και «αιτιολόγησης» αυτής της επίδειξης : πρυτάνεις, πολιτικοί όλων των αποχρώσεων και δημοσιογράφοι σε μια θαυμαστή σύμπνοια και συμπληρωματικότητα, ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας μια σύνθεση των ρατσιστικών κλισέ με την ανάγκη προστασίας του πανεπιστημιακού ασύλου (από τους μετανάστες) επιβάλλοντας μια παραδειγματική κατάσταση εξαίρεσης, που μεταδιδόταν σε ζωντανή σύνδεση επί ώρες σε όλη την επικράτεια. Η πραγματικότητα, ακόμα και η κοινή λογική, κακοποιήθηκε για να ταιριάξει με τον all weather ρατσιστικό λόγο, ήδη από τη Δευτέρα 24/1 με σαφή κλιμάκωση, πλησιάζοντας την «ώρα μηδέν» της αστυνομο/στρατιωτικής περικύκλωσης της Νομικής. Δεν θα αναπαράγουμε το ρατσιστικό βόθρο εκείνων των ημερών. Θα σημειώσουμε μόνο πως στα τέλη Γενάρη του 2011, από ένα συνδυασμό παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της ανικανότητας πολλών παραγόντων της αριστεράς, έγινε εφικτή η de facto παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου (ακόμα κι αν η αστυνομία δεν «πάτησε το πόδι της» μέσα στη σχολή) χωρίς να επιστρατευτεί ούτε μισό «νομιμοποιητικό επιχείρημα». Στη Νομική δεν υπήρξε κανένα αυτόφωρο αδίκημα που να αιτιολογεί την άρση του πανεπιστημιακού ασύλου. Κανένα. (Είναι χαρακτηριστική η δικαστική (προσωρινή;) «αποτυχία» να στοιχειοθετηθούν αδικήματα για κάποιους της «πρωτοβουλίας αλληλεγγύης».) Παραβιάστηκε το άσυλο γιατί... έτσι! Γιατί το σύμπλεγμα της ασφάλειας ελέγχει τόσο το κοινωνικό πεδίο, είναι τόσο ιδεολογικά ηγεμονικός ο ρατσισμός που ξερνάει, είναι τόσο στρατιωτικά σίγουρο και χωρίς υπολογίσιμο αντίπαλο στο δρόμο, που δεν έχει και μεγάλο πρόβλημα να παραβιάσει ανοιχτά και καθαρά την ίδια του τη νομιμότητα, χωρίς να υπολογίζει σε σοβαρές αντιδράσεις.
Το σύμπλεγμα της ασφάλειας, κάνοντας τέτοιες κινήσεις, επιβεβαιώνει και επεκτείνει την ηγεμονία του. Επεκτείνει την ηγεμονία του επιβάλλοντας, χωρίς ουσιαστικό αντίλογο, την κατάσταση εξαίρεσης και η Νομική δεν είναι καθόλου η μοναδική τέτοια περίπτωση, είναι μόνο η πιο εκκωφαντικά διαμεσολαβημένη από τα μήντια. Το γεγονός όμως είναι πως από τη δράση των μαφιών στον Αγ. Παντελεήμονα και την πλ. Αττικής μέχρι το κέντρο της Αθήνας, από τα σύνορα μέχρι τα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας, έχουν επιβληθεί ειδικές νομοθεσίες, ακόμα κι αν δεν ενοχλούνται και πάρα πολλές «δημοκρατικές συνειδήσεις» με κάτι τέτοια. Με κοινό παρανομαστή σε όλες τις περιπτώσεις το υποκείμενο που στοχοποιείται, που συγκεντρώνει πάνω του όλο το ιδεολογικό/ρατσιστικό μένος: τους μετανάστες εργάτες. 
Και γιατί το καθεστώς των πολλών, εντοπισμένων στο χώρο και το χρόνο, καταστάσεων εξαίρεσης, τα κάνει όλ’ αυτά; Το ομολόγησαν «κύκλοι της κυβέρνησης» αμέσως μετά την εκκένωση της Νομικής. Έκαναν δηλώσεις σε ένα στυλ: «δεν μπορούμε ν’ αφήνουμε μετανάστες να κάνουν τέτοια πράγματα, γιατί η κατάσταση είναι έκρυθμη και μπορεί να πάρουν θάρρος κι άλλοι». Θυμίζουμε πως εκείνη την περίοδο φλεγόταν η Αίγυπτος κι άλλες αραβικές χώρες, κάτι που «διέφυγε» ακόμα και από κάμποσους αλληλέγγυους στους 300 μετανάστες. Θυμίζουμε επίσης πως ο υπ.προ.πο. Παπουτσής το βράδυ της εκκένωσης είχε συνεχείς συναντήσεις και συνομιλίες με εκπροσώπους άλλων μεταναστευτικών κοινοτήτων, σε μια προσπάθεια να προλάβει «δυσάρεστες» εξελίξεις. Όχι, δεν φοβούνται κάποιου είδους «αραβικό ντόμινο», όπως πήγαν να παραστήσουν θεαματικά διάφοροι πολιτικοί καιροσκόποι. Εκείνο που φοβούνται κράτος και αφεντικά, είναι πως το αστυνομο/δικαστικό «καπάκι» που κρατάνε πάνω από ένα μεγάλο μέρος της πολυεθνικής εργατικής τάξης, μπορεί ν’ αποδειχθεί λίγο για να κρατήσει την οργή ανθρώπων που στήριξαν παρά τη θέλησή τους και με τους γνωστούς τρόπους, το ελληνικό αναπτυξιακό «θαύμα» και τώρα τους πετάνε τα χαρτιά της απέλασης στα μούτρα. Αν λοιπόν δείχνει κάτι η εκκένωση της Νομικής, αυτό είναι η πλήρης απόδειξη της πολιτικής απαγόρευσης των μεταναστών εργατών. Με αναδρομική ισχύ και προληπτική δράση. Κι έχει και πολιτικούς συνεταίρους αυτή η απαγόρευση: αν οι 300 μετανάστες ήταν ντόπιοι, η αριστερά θα έβγαζε σωρηδόν τις καταγγελίες «για την ποινικοποίηση ενός εργατικού αγώνα». Αλλά οι 300 δεν είναι ντόπιοι και η αριστερά μπορεί και τους πουλάει ανοιχτά, προδίδοντας όχι μόνο τους συγκεκριμένους, αλλά συνολικά την υπόθεση του ανταγωνισμού των μεταναστών εργατών.

 
 
       

Αυτονομία 2017