Αυτονομία

Barricada

 

Περί φτώχειας

Υπό τον παραπλανητικό τίτλο «φτώχεια», δεν πρόκειται να μιλήσουμε για τις τσέπες (που αδειάζουν) τις δικές μας και πολλών άλλων. Ενώ αυτή η πραγματικότητα είναι υλικότατη πλέον, η διαχείριση της κρίσης τόσο από τη μεριά των μεγάλων Εξουσιών, όσο και των μικροεξουσιών της καθημερινής ζωής, συγκλίνουν προς ένα «δημόσιο λόγο» μονοθεματικό: τα λεφτά (που δεν φτάνουν), τα λεφτά (που τα φάγανε τα λαμόγια), τα λεφτά (του δημόσιου χρέους), τα λεφτά γενικώς. Όπως την εποχή της «ανάπτυξης», έτσι και τώρα, τα «λεφτά» (η έλλειψή τους) είναι βασικό θέμα συζήτησης. Κι ενώ είμαστε τύποι που δουλεύουμε για τα προς το ζειν (κι άρα το θέμα δεν μας είναι αδιάφορο) καταλαβαίνουμε πως μέσα από την κυριαρχία της σχετικής φιλολογίας αναδεικνύονται άλλου είδους «φτώχειες», κρυμμένες και εξορισμένες ήδη από την εποχή της προηγηθείσας «ανάπτυξης».

Σύντροφοι έχουν σημειώσει πως ζούμε σε κοινωνίες «διαρκούς παρόντος». Κι ενώ είναι αλήθεια κάτι τέτοιο, είναι λίγοι/ες, αυτοί κι αυτές που  θα είχαν τη διάθεση (και το κουράγιο) να κοιτάξουν τί κοινωνικές αλλαγές έχουν συντελεστεί σε βάθος μιας γενιάς, από τη μικροκλίμακα του ατόμου μέχρι τις μεγαλύτερες της οικογένειας, του σογιού ή της γειτονιάς. Αν οι ιδεολογίες της «ανάπτυξης» και της «προόδου» έκαναν καλά μια δουλειά, αυτή ήταν πως ενέτειναν όσο περισσότερο γινόταν τις φετιχιστικές αντιλήψεις για τον κόσμο που ζούμε. Το «πώς δουλεύει αυτή η μηχανή» ήταν αδιάφορο από τη στιγμή που οι βιτρίνες γυάλιζαν και οι τσέπες ήταν γεμάτες. Οι συμβουλές του (νεο)φιλελευθερισμού ήταν (είναι) μόνο σε τελευταία ανάγνωση «οικονομικές»: πάνω απ’ όλα ήταν (είναι) μοντέλο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Ο ωφελιμισμός «ξέφυγε» από τα εγχειρίδια φιλοσοφίας του 19ου αιώνα και έγινε μέθοδος «επιτυχίας και καταξίωσης». Συμβαίνει λοιπόν αυτό το (φαινομενικά) παράδοξο: ο καπιταλιστικός «πλούτος» μιας κοινωνίας είναι ταυτόχρονα και ασφαλές δείγμα της «φτώχειας» της. Φτώχεια κοινωνική, συναισθηματική, διανοητική, «σχεσιακή» θα τολμούσαμε να πούμε. Οι καπιταλιστικές κοινωνίες, σαν την ελληνική, είναι χρεωκοπημένες πριν απ’ όλα, με κοινωνικούς τρόπους. Μια κατάσταση πτώσης, που σε συνδυασμό με την οικονομική «παρακμή», (θα) παράγει πολλή βαρβαρότητα.
Πώς συμβαίνει αυτό το παράδοξο; Η διαδικασία της «κοινωνικοποίησης» του καπιταλισμού, δηλαδή οι τρόποι που εμπορευματοποιούνται ανάγκες και επιθυμίες είναι πριν από οτιδήποτε άλλο, διαδικασία καταστροφής, μεταστροφής ή «ανακύκλωσης» κοινωνικών σχέσεων. Σχέσεων που στέκονται εμπόδιο (έστω και «ασυνείδητα») στον πολιτισμό του εμπορεύματος. Η διαπίστωση πως «η περίσσεια εμπορίου σημαίνει και την απουσία (αδιαμεσολάβητων) κοινωνικών σχέσεων», με οποιαδήποτε μορφή, περιγράφει μια μετάπτωση ολόκληρων πληθυσμών σε μια κατάσταση κοινωνικής «απο-ειδίκευσης». Οι κοινωνίες ξε-μαθαίνουν. Απομακρύνονται από μια σειρά εμπειρίες και σχέσεις, που ήταν μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, το «αλφάβητό» τους. Κι εννοείται εδώ πως δεν έχουμε καμία πρόθεση να κάνουμε εξιδανικεύσεις. Σημειώνουμε μόνο πως μεγάλα τμήματα της κοινωνικής ζωής, ήταν εκτός των μεσολαβήσεων του εμπορεύματος.
Οι κοινωνίες ξε-μαθαίνουν: ν’ αγαπάνε χωρίς τις συμβουλές του Cosmopolitan (ή όποιου άλλου life-style πωλητή ζωών), να κάνουν έρωτα χωρίς τα «μαθήματα» της βιομηχανίας πορνό, να κάνουν φίλους έξω από την οθόνη του υπολογιστή, να μισούν χωρίς να ξεπέφτουν σε αγελαία ήθη και έθιμα. Οι κοινωνίες απο-ειδικεύονται: δεν είναι σε θέση να υποστηρίξουν τις σχέσεις τους, αφήνοντας έτσι χώρο για τον εσμό των «ειδικών-της-ψυχής». Αν ζούμε στην εποχή που τα «ψυχικά» σακατέματα κάθε είδους κάνουν θραύση, δεν είναι σίγουρα γιατί οι άνθρωποι ήταν «αναίσθητοι», μέχρι μια γενιά πριν. Αλλά γιατί έχουν δημιουργηθεί τεράστια χάσματα ανάμεσα στο «πώς θέλω να είμαι» και στο «πώς είμαι πραγματικά». Οι μεταστραμμένες επιθυμίες «φτιάχνουν» τα χάσματα, τα εμπορεύματα φιλοδοξούν να «γεμίσουν το κενό». Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να φρενάρει αυτήν την (αυτο)τυρρανική διαδικασία, είναι σίγουρα το περιβάλλον, οι σχέσεις και οι φιλίες. Ένα σταθερό «έδαφος» για συναισθηματική στήριξη. Κάτι δύσκολο να βρεθεί, ειδικά σήμερα.
Οι κοινωνίες, πληθυσμοί ολόκληροι, εμείς τελικά, φτωχαίνουμε. Ξεπέφτουμε σε μια κατάσταση διανοητικής εξάρτησης και συναισθηματικής παιδικότητας. Στην αρχή ήταν η κοινωνικότητα της κατανάλωσης: τα «πράγματα» που μεσολαβούν τις σχέσεις, η ετοιμότητα για εκβιασμένη διασκέδαση, τα «προσόντα» και οι extreme εμπειρίες των drugs. Με τον καιρό, τα υποκείμενα μετατράπηκαν από φορείς (έστω κι αυτής) της κοινωνικότητας, σε συσσωρευτές εμπειριών, στιγμών, καταστάσεων, ακροτήτων. Το «τώρα» αποθεώθηκε. Τα «εγώ» παρατάχθηκαν σαν σε βιτρίνες εμπορικών δρόμων, με όλα τους τα τέλεια προσόντα έκθετα, εκεί όπου κάθε ατέλεια, κάθε αδυναμία, ήταν α-παράδεκτη. Τα αυθεντικά συναισθήματα παγιδευμένα πίσω από προειδοποιήσεις «μην αγγίζετε». Η πλήρης αποσωματικοποίηση των εμπειριών. Για να φτάσουμε σήμερα με τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, να μην χρειάζεται καν η αναπαράσταση της βιτρίνας: η βιτρίνα έγινε εικονική, τα προσόντα-του-εαυτού απέκτησαν ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και η (παλιά) φιλία, όπου να’ ναι θα επιβιώνει μόνο στις ταινίες και τα βιβλία.
Οι δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες, σήμερα περισσότερο από ποτέ, είναι καταθλιπτικά φτωχές. Μοιάζουν να έχουν χάσει κάθε δυνατότητα συνάφειας, κάθε ικανότητα συ-σχετίσεων, χωρίς τη μεσολάβηση του εμπορεύματος. Συναισθηματικά «άδειες» και ματαιόδοξες, ήδη από την εποχή της «ανάπτυξης», φαίνεται να συγκροτούν «κοινότητες» μόνο μέσα από κατακερματισμούς και αντιθέσεις. Δεν θα περίμενε λοιπόν κανείς στα σοβαρά, πως τώρα που η τάξη του εμπορεύματος αντιμετωπίζει «ζόρια», θα συνέβαινε κάτι διαφορετικό: κοινωνικά σύνολα γαλουχημένα μ’ αυτά τα μαθήματα ζωής, δεν είναι εκείνη η ζώνη αναγκών, επιθυμιών και εμπειριών, που θα ήθελε ν’ αρνηθεί τον εμπορευματικό πολιτισμό.  Η «άδεια τσέπη» δεν οδηγεί «αυτόματα» σε επιθυμία ανατροπής. Αντίθετα αυτό το είδος της ένδειας και οι τρόποι που βιώνεται, είναι ήδη τροφοδότης νεο-ολοκληρωτικών μεθοδεύσεων, τόσο «απ’ τα πάνω», αλλά και «απ’ τα κάτω». 
Η κοινωνική φτώχεια, η φτώχεια των κοινωνικών σχέσεων εξαιρείται από τα κυβερνητικά «μέτρα». Αλλά δεν αναφέρεται σαν ζητούμενο δημιουργίας «πλούτου», ούτε και από τους αρνητές του συστήματος. Είναι σα να ζει μια «κρυφή ζωή»: πριν, στο περιθώριο της «ανάπτυξης», τώρα σ’ εκείνο της κρίσης. Κι όμως: αν το ζοφερό παρόν προδιαγράφει ένα κατάμαυρο μέλλον, είναι γιατί η ανασύνθεση του προλεταριάτου (απαραίτητο ανάχωμα στην επέλαση της κρίσης) είναι πολύ δύσκολη υπό τις παρούσες συνθήκες και για τους λόγους που προαναφέραμε. Πράγμα που δείχνει (για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή) πως η οικονομική φτώχεια δεν είναι από μόνη της ικανή και αναγκαία συνθήκη ριζοσπαστικοποίησης.
Αντίθετα όταν το προλεταριάτο βγαίνει δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας, ο πλούτος των κοινωνικών σχέσεων που κουβαλάει και μετασχηματίζει, ακτινοβολεί παντού. Ακόμα κι όταν οι τσέπες του είναι άδειες...

 
 
       

Αυτονομία 2017