Αυτονομία

Barricada

 

Βαλκανικοί λύκοι κι αδελφοί

Barricada

Δεκαπέντε χρόνια μετά τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα είναι κάπως πιο εύκολο να βρει κανείς αναφορές στη συμμετοχή ελλήνων εθελοντών στην κατάληψη της πόλης και στην εκκαθάριση που ακολούθησε. Αν ζούσαμε σε κάποιο άλλο ευρωπαϊκό κράτος, ίσως βλέπαμε κιόλας να δικάζονται και να «τιμωρούνται» οι εθελοντές. Συνήθως τέτοιου είδους καθάρματα «θυσιάζονται», όταν παύουν να είναι χρήσιμοι και η θυσία τους εξυπηρετεί το ξεκάρφωμα των ηθικών αυτουργών. Στην Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει ούτε καν αυτό: αυτό το κράτος των λωτοφάγων και των κανίβαλων δεν είναι αχάριστο με τα παιδιά του. Η δολοφονική συμμορία που ονομάστηκε «ελληνική εθελοντική φρουρά» δε βρέθηκε άλλωστε στη Βοσνία τυχαία, ούτε καν στα πλαίσια ενός μυστικού σχεδίου. Βρέθηκε εκεί με τις ευχές της κοινωνίας και με κάθε δυνατή βοήθεια από το ελληνικό κράτος και τους λακέδες του. Γι’αυτό άλλωστε τα σκουλήκια αυτά δεν έχαναν ευκαιρία να «διαφημίζουν» το έργο τους σε συνεντεύξεις σε μεγάλες εφημερίδες και στην τηλεόραση. Γι’αυτό και όταν γύρισαν, εξαργύρωσαν την «εμπειρία» τους με λαμπρές καριέρες στο οργανωμένο έγκλημα και σε κάθε είδους παρακρατικές δραστηριότητες.

Ο τρόπος που οργανώθηκαν, προβλήθηκαν και στελεχώθηκαν αυτές οι φασιστικές συμμορίες πλιατσικολόγων και φονιάδων, είναι ενδεικτικός για την ελληνική κρατική πολιτική στο σφαγείο της Βοσνίας. Ταιριάζει μια χαρά επίσης με τις αρπακτικές διαθέσεις που εκδήλωσε ολόκληρος ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ακριβώς γιατί η ελληνοσερβική φιλία δεν ήταν μία ευκαιριακή επιλογή: ήταν μία στρατηγική επιλογή του ελληνικού ιμπεριαλισμού και σαν τέτοια υποστηρίχτηκε με κάθε δυνατό μέσο. Η πτώση του ανατολικού μπλοκ και το ξαναμοίρασμα της τράπουλας που σηματοδότησε, άνοιξε για τα καλά την όρεξη του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Οι Έλληνες είδαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας μία μοναδική ευκαιρία να γίνουν πάλι το αφεντικό της περιοχής και σε μια εποχή που οι αλλαγές των συνόρων είχαν μπει στην ημερήσια διάταξη, (γιατί όχι;) να επεκτείνουν και τα εδάφη τους κατ’αρχήν προς βορρά. Η συμφωνία ήταν απλή και κυνική: η ελλαδάρα να στηρίξει με κάθε μέσο τα σχέδια για τη Μεγάλη Σερβία ώστε όταν αυτή «κλείσει» τους λογαριασμούς της στο βορρά με την κροατία και τη βοσνία, να στραφεί στο νότο για να μοιραστεί με την ομόδοξη ελλάδα το νέο, αδύναμο και «θνησιγενές», κράτος της Μακεδονίας. Στην καλή εκδοχή το σενάριο θα μπορούσε να επαναληφθεί και πιο δυτικά: σε βάρος της Αλβανίας με έπαθλα το Κόσοβο και τη «Βόρειο Ήπειρο».

Πάνω σ’αυτά τα όνειρα, που τότε φάνταζαν πιο κοντινά από ποτέ, σφυρηλατήθηκε μία ανεπανάληπτη εκδοχή εθνικής ενότητας και συστράτευσης με δύο γενικές κατευθύνσεις: το τρίξιμο των δοντιών στο «κρατίδιο» της Μακεδονίας εν αναμονή της κατάλληλης ευκαιρίας και η υποστήριξη στους «αδελφούς» σέρβους για να τελειώσουν τη «δουλειά» όσο πιο γρήγορα γίνεται. Το σχέδιο αυτό είχε ένα σύντομο και εύληπτο σύνθημα: «η λύση είναι μία, σύνορα με τη Σερβία». Το όνειρο αυτό όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει την επιμονή που έδειξαν οι έλληνες, ειδικά στο ζήτημα της Βοσνίας. Την ίδια εποχή, οι πιο τολμηροί από τους έλληνες αναλυτές λοξοκοίταζαν και στα ανατολικά: προς την παρηκμασμένη και επόμενη υποψήφια για διάλυση,  Τουρκία. Η θεωρία του ισλαμικού τόξου που υποστηριζόταν με παραμύθια περί αποστολής μουτζαχεντίν στη Βοσνία, ήταν η απαραίτητη εικονογράφηση για τη δημιουργία ενός αντιμουσουλμανικού κλίματος που μπορεί σύντομα να γινόταν απαραίτητο για εθνικούς λόγους. Μ’αυτήν την έννοια, το μουσουλμανικό τόξο που ένωνε την Τουρκία με την Αλβανία μέσω Βοσνίας και (χριστιανικής!) Μακεδονίας, δεν ήταν παρά το «αντεστραμμένο είδωλο» της περικύκλωσης της Τουρκίας που θα πραγματοποιούνταν χάρη στην ελληνοσερβική συμμαχία, την Αρμενία, τη Συρία και φυσικά το Κουρδιστάν.

Barricada

Πολλά όνειρα μαζεμένα, κι αν θέλει ένα κράτος να τα πραγματοποιήσει, δε φτάνει να στείλει εκατό μισθοφόρους του στο πεδίο της μάχης, ακόμα κι αν ποντάρει ότι στο άμεσο μέλλον θα χρειαστεί την πείρα τους στην εθνοκάθαρση. Χρειάζεται να κάνει περισσότερα και οι έλληνες έκαναν ό,τι μπορούσαν για τους αδερφούς Σέρβους στη Βοσνία. Αντιγράφουμε από το εξαιρετικό midnight rebel τ.14: «Πούλησαν πετρέλαιο, όπλα και πυρομαχικά στον Μιλόσεβιτς και στον Κάρατζιτς: το σέρβικο λιμάνι του Μπαρ στην Αδριατική δέχτηκε επανειλημμένα τα πλοία των ελλήνων εφοπλιστών. Υποστήριξαν με φανατισμό τις σέρβικες θέσεις σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, ειδικά στην ευρωπαϊκή ένωση. Προσέφεραν (με το αζημίωτο πάντα) ελληνικές και κυπριακές τράπεζες ώστε το καθεστώς Μιλόσεβιτς να εξάγει και να «ξεπλύνει» τεράστια ποσά κλεμμένου χρήματος…. Προσέφεραν ηθική και συναισθηματική βοήθεια σε κάθε φασιστικό κάθαρμα σέρβικης εθνικότητας. Όσο μεγαλύτερο ήταν, τόσο ευκολότερα ανακηρυσσόταν «επίτιμος δημότης» ή «επίτιμος καθηγητής πανεπιστημίου»… Δημοσίευσαν, αναδημοσίευσαν και διέσπειραν όλα τα ψέματα της σέρβικης αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας… ΄Εστειλαν κάθε είδους κρατικό και παρακρατικό ειδικό να συμβουλέψει ή να μελετήσει τη γενοκτονία στη Βοσνία. Έστειλαν κάμποσους δεκάδες «εθελοντές» μισθοφόρους να εκπαιδευτούν στην πράξη στις εκτελέσεις αόπλων και αιχμαλώτων, στους βιασμούς, στους εμπρησμούς και στις καταστροφές… Έκαναν εράνους και έστειλαν ανθρωπιστικές βοήθειες, με ή χωρίς κρυμμένα φορτία πυρομαχικών. Μάζεψαν εκατομμύρια υπογραφές συμπαράστασης στους κατηγορούμενους χασάπηδες Κάρατζιτς και Μλάντιτς μετά τη συμφωνία του Ντέιτον καταδικάζοντας τη διεθνή σκευωρία…. Συνεταιρίστηκαν ευχαρίστως με τους σέρβους αδελφούς σε βαλκανικά κυκλώματα εμπορίου ναρκωτικών και γυναικών. Αγόρασαν σερβικές επιχειρήσεις σε αντάλλαγμα για την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα από τη σερβική μαφία… Ε, μα τι άλλο μπορεί να κάνει ένας φίλος λαός, ένα φιλικό κράτος, μία φιλική εθνική συμμορία δολοφόνων;» Πλάι σ’αυτές τις αδιαμφισβήτητες αποδείξεις συνενοχής, στέκονται εκατοντάδες μικρά περιστατικά  και δηλώσεις που σε κάποιες περιπτώσεις θα ήταν γελοία αν δεν αφορούσαν τη γενοκτονία των βόσνιων: Από τα ρεπορτάζ για την πολιορκία του Σαράγεβο που κατέληγαν σε έκκληση για ανθρωπιστική βοήθεια στους «δοκιμαζόμενους Σέρβους», δηλαδή τους πολιορκητές! Μέχρι την αμηχανία του ίδιου του Κάρατζιτς, κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα το 1993, όπου «κομμουνιστές» σαν την Παπαρήγα και τον Αλαβάνο τον αποκαλούσαν σύντροφο, αυτόν, έναν πατενταρισμένο ακροδεξιό.

Αν κάποιος θέλει να δει αναδρομικά πόσο κραυγαλέα ήταν η ελληνική στήριξη στο σέρβικο μεγαλοϊδεατισμό και η ελληνική συνενοχή στην εξόντωση των μουσουλμάνων, αρκεί ένα και μόνο απλό στοιχείο. Τη στιγμή που η ίδια η Σερβία αναγνώρισε τον περασμένο Απρίλιο τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα (αναγνώριση που άλλωστε δεν κοστίζει τίποτα), το ελληνικό κράτος δεν έχει κάνει τίποτα αντίστοιχο. Αντίθετα ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς εδώ πέρα χιλιάδες πρόθυμους να αμφισβητήσουν το ίδιο το γεγονός, να μιλήσουν για προβοκάτσιες και ψέματα των μουσουλμάνων, να αποθεώσουν τους Κάρατζιτς και Μλάντιτς. Η σύλληψη του Κάρατζιτς και οι σχετικές δηλώσεις και αναλύσεις, από την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά, το καλοκαίρι του 2008, το επιβεβαίωσαν περίτρανα. Η στήριξη πάλι ήταν ολόψυχη, στην καλύτερη περίπτωση γαρνιρισμένη με αντιιμπεριαλισμό και «κριτική» στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.   Είναι κι αυτό ένα δείγμα του ότι όλος ο συρφετός της εθνικής ενότητας που πρωταγωνίστησε στην ανεπανάληπτη «εκστρατεία» του 1992-1995 είναι ακόμα στις θέσεις του. Από τους υπουργούς, τους επιχειρηματίες και τους δημαγωγούς, μέχρι τους αντιστασιακούς αριστερούς και τους νεοναζί, από τους πιο επίσημους θεσμούς του κράτους και την εκκλησία μέχρι τους δεκάδες συλλόγους ελληνοσερβικής φιλίας, ο εθνικός κόρμός είναι έτοιμος να στηρίξει ή/και να διαπράξει οποιοδήποτε στυγερό έγκλημα μπορεί να χρειαστεί για το καλό της πατρίδας.

 
 
       

Αυτονομία 2017