Αυτονομία

Barricada

 

Ιθαγένεια 

Το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια κατατέθηκε σε «δημόσια διαβούλευση» (ζήτω η ηλεκτρονική δημοκρατία!) και θα ψηφιστεί μέσα στους επόμενους μήνες, πραγματοποιώντας έτσι την προεκλογική υπόσχεση της νέας κυβέρνησης. Μιας και «το κράτος έχει συνέχεια», όπως δήλωσε ο πολύς υπουργός άμυνας (μιλώντας για την τήρηση των συμφωνηθέντων στα εξοπλιστικά της προηγούμενης διαχείρισης) και επειδή πρόκειται για το ίδιο σετ μηχανισμών που έχει στηρίξει/υποθάλψει τα γνωστά φασιστικά αντιμεταναστευτικά μέτρα, δικαιούμαστε να βλέπουμε αυτό το νομοσχέδιο, όχι τόσο σαν «τομή» αλλά σαν συνέχεια της κρατικής πολιτικής στο ζήτημα. Κυρίως γιατί τα προτεινόμενα μέτρα δεν έρχονται να καταργήσουν τα προηγούμενα, αλλά να εναρμονίσουν την ελληνική νομοθεσία με τον μέσο όρο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Ολοκληρώνοντας τη «στροφή» της προηγούμενης κυβέρνησης και εφαρμόζοντας κοινοτικές οδηγίες, έρχονται να ρυθμίσουν νομικά κάποιες κοινότητες μεταναστών, εγκατεστημένων λιγότερα ή περισσότερα χρόνια στην ελληνική επικράτεια.
Αλλά αυτά τα χρόνια, χρόνια άγριας εκμετάλλευσης και καταναγκασμών, δεν φτάνουν «για να γίνει το αίμα νερό». Το «δίκαιο του αίματος» και το κατά πόσον περνάει σε δεύτερο πλάνο, μπήκε κάπως ορμητικά στη δημόσια (καθεστωτική) συζήτηση, έτσι για να πάρουμε χαμπάρι κι εμείς οι αδαείς, πως κάποια απ' τα ουσιαστικά ιδεολογικά στοιχεία του φασισμού/ναζισμού (έστω και παλαιού τύπου) είναι παρόντα στην κρατική νομοθεσία διεθνώς. Μάλιστα είναι διατυπωμένα με τρόπους που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Έτσι η «συνέχεια του αίματος» δημιουργεί φαντασιακές κοινότητες και καθόλου φαντασιακούς αποκλεισμούς, με βασικό κριτήριο εκείνη την παλιά αριστοκρατική ιδέα, που σώζεται ως τις μέρες μας. Η μεταφυσική του «αίματος» γεμίζει ακόμα τα νεκροταφεία, αυτό πρέπει να το θυμόμαστε. Γιατί οι κανίβαλοι διψούν και το διακηρύσσουν ανοιχτά.

 

βασικά περιεχόμενα του νομοσχεδίου (και όχι μόνο)

Πέρα από τα κλασσικά ρατσιστικά επιχειρήματα, το μενού των αντιδράσεων ενάντια στο νομοσχέδιο για την ιθαγένεια περιλαμβάνει ήδη διαστρεβλώσεις, υπερβολές και ψέμματα. Μια ματιά στην ιστορία της ιθαγένειας στην Ελλάδα και στην (και νομική) αντιμετώπιση που επιφύλαξε το ελληνικό κράτος στους μετανάστες, δείχνει καθαρά γιατί οι κάθε είδους φασίστες «βγαίνουν απ' τα ρούχα τους» ακόμα και γι' αυτήν την άτολμη ρύθμιση.
Στην ελλάδα, αντίθετα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι όροι ιθαγένεια, υπηκοότητα, και ιδιότητα του πολίτη σχεδόν ταυτίζονται. Μέχρι πρότινος οι νόμοι περί ιθαγένειας βασίζονταν στο δίκαιο του αίματος, το οποίο έφερε στο προσκήνιο η γαλλική επανάσταση και η ανάδυση του έθνους κράτους. Η τότε αστική τάξη θεώρησε το έθνος κατά κάποιο τρόπο προέκταση της οικογένειας και μ'αυτή την έννοια η ιθαγένεια μπορεί να είναι συνυφασμένη ή να συγχέεται με την εθνικότητα. Ανά περιόδους βέβαια και ανάλογα με τις μεταναστευτικές ροές, η έννοια μπορεί να διαφοροποιούνταν και το δίκαιο του αίματος να υποχωρούσε απέναντι στο δίκαιο του εδάφους. Δεν έπαυε πάντως να αποτελεί ένα νομικό δεσμό (αντίθετα με την εθνικότητα που αποτελεί «πραγματικό» δεσμό) ενός ορισμένου προσώπου με ένα ορισμένο κράτος. Γι'αυτό και συχνά ταυτίζεται με την ιδιότητα του πολίτη, την ιδιότητα του μέλους μιας πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση ο ορισμός της ιθαγένειας δεν είναι ούτε ετυμολογικό ζήτημα, ούτε ζήτημα φυλετικής και εθνολογικής συνέχειας. Είναι ζήτημα πολιτικό και ιστορικό. Σε κάθε μεγάλο ευρωπαϊκό κράτος οι αλλαγές στον ορισμό της ιθαγένειας και στις σχετικές πολιτικές και νομοθεσίες, είχαν να κάνουν με συγκεκριμένες συγκυρίες, σκοπιμότητες και συμφέροντα.
Στα ελληνικά η ίδια η ετυμολογία του όρου υποτίθεται ότι δίνει ένα πάτημα στους θιασώτες του «έλληνας γεννιέσαι». Δεν υπάρχει όμως καμία ιστορική παράδοση του να θεωρείται η ιθαγένεια εχέγγυο εθνικής καθαρότητας. Άλλωστε το πρώτο ελληνικό σύνταγμα του 1827 προέβλεπε ελάχιστα κριτήρια για να πολιτογραφηθεί ένας αλλοδαπός και πώς αλλιώς θα ήταν, αφού επρόκειτο για ένα μωσαϊκό εθνοτήτων. Η νομοθεσία αυτή έπρεπε να αυστηροποιηθεί αργότερα είτε για να διασφαλιστεί η εθνική συνοχή είτε για να ελεγχθούν ή να «αποβληθούν» οι «εχθροί του έθνους». Το ζήτημα της ιθαγένειας από την ανάποδη, η στέρησή της δηλαδή, αποτέλεσε για δεκαετίες πολιτικό εργαλείο πρώτης γραμμής για το ελληνικό κράτος. Έτσι αντιμετώπιζε τους κομμουνιστές ως τη μεταπολίτευση, τους μακεδόνες μειονοτικούς αλλά και μέχρι πριν δέκα χρόνια τους μουσουλμάνους της Θράκης. Από το 1955 μέχρι το 1997 εφαρμοζόταν μαζικά το διαβόητο άρθρο 19 του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας που προέβλεπε ότι «αλλογενής εγκαταλιπών το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως παλιννοστήσεως δύναται να κηρυχθεί απολέσας την ελληνικήν ιθαγένειαν». Μ'αυτόν τον τρόπο, περίπου 60.000 άνθρωποι κηρύχθηκαν ουσιαστικά παράνομοι επειδή π.χ. ταξίδεψαν στο εξωτερικό.
Ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου αυτού η Ελλάδα συνέχισε να ακολουθεί μία περιοριστική πολιτική παραχώρησης της ιθαγένειας (όταν δεν τη χρησιμοποιούσε σαν εργαλείο αποκλεισμού) που καθοριζόταν από τα δίπολα ομογενής - αλλογενής και χριστιανός - μη χριστιανός (συνήθως μουσουλμάνος). Μάλιστα τη δεκαετία του '90 ο συγκεκριμένος κώδικας χρησιμοποιήθηκε πάλι σαν όχημα για τις εθνικές σκοπιμότητες ακόμα και για τους ομογενείς. Έτσι ενώ οι ομογενείς από την Εσσδ αντιμετωπίστηκαν ευνοϊκά ήδη από το 1993, για τους αντίστοιχους από την Αλβανία, η ιδιότητα του ομογενούς ήταν μάλλον εμπόδιο παρά προσόν, προφανώς για να κρατιέται ανοιχτό το ζήτημα της «βόρειας ηπείρου». Εννοείται πως καθ'όλη τη δεκαετία του '90, τη δεκαετία της άγριας εκμετάλλευσης των μεταναστών, όχι μόνο δεν είχε τεθεί το θέμα της ιθαγένειας για τους «αλλογενείς» αλλά ούτε καν είχαν γίνει οι στοιχειώδεις νομοθετικές ρυθμίσεις για την εργασία των μεταναστών. Ακόμα και φιλελεύθεροι λάτρεις της «αστικής νομιμότητας» όπως ο Στέφανος Μάνος δήλωναν «ενθουσιασμένοι με τους αλβανούς» που όντας παράνομοι προσέφεραν φτηνή εργασία.
Όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν μόλις πριν λίγα χρόνια και μέσω (αλλά όχι μόνο λόγω) της πίεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα συμμορφώθηκε τελικά με τις επανειλημμένες κοινοτικές οδηγίες και ψηφίσματα που είχαν να κάνουν με τη Σύμβαση του 1992 για τη συμμετοχή των αλλοδαπών στο δημόσιο βίο σε τοπικό επίπεδο. Το έκανε όμως με τον τρόπο της: το 2006 εκδόθηκε ένα προεδρικό διάταγμα που υποτίθεται ότι διευθετούσε το πρόβλημα και εισήγαγε το καθεστώς των «επί μακρόν διαμενόντων» αλλοδαπών που είναι ένα βήμα πριν την ιθαγένεια. Ήταν όμως τέτοια και τόσα τα κριτήρια για να κερδίσει ένας μετανάστης τον τίτλο αυτό, μεταξύ των οποίων η πιστοποιημένη γνώση της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, ώστε τρία χρόνια μετά δεν υπάρχουν ούτε χίλιοι «επί μακρόν διαμένοντες» μετανάστες. Παρ' όλ' αυτά το συγκεκριμένο διάταγμα, ο νόμος για τους μετανάστες του 2005 και ο προηγούμενος κώδικας ελληνικής ιθαγένειας την ίδια χρονιά, έβαλαν τις βάσεις για να φτάσει το ελληνικό κράτος στη σημερινή ρύθμιση.

Αν ο νέος κώδικας ελληνικής ιθαγένειας που αναμένεται να ψηφιστεί, κάνει μία τομή, αυτή αφορά τους λεγόμενους μετανάστες δεύτερης γενιάς, τα παιδιά δηλαδή που γεννήθηκαν ή πήγαν σχολείο εδώ. Έτσι μπορούν να αποκτήσουν την ιθαγένεια είτε τα παιδιά που γεννιούνται εδώ κι ο ένας από τους γονείς τους μένει νόμιμα και μόνιμα στη χώρα επί πέντε χρόνια, είτε αυτά που έχουν παρακολουθήσει τις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού ή έξι συνολικά τάξεις. Είναι προφανές ότι από νομική σκοπιά η ρύθμιση αυτή σηματοδοτεί μία βασική παραχώρηση από το δίκαιο του αίματος και την «αρχή της εθνικότητας» στην κατεύθυνση του δικαίου του «εδάφους» ή της «παραμονής» και στην αρχή της χωρικής κυριαρχίας. Είναι επίσης όμως ξεκάθαρο ότι η εξάρτηση από τη νομιμότητα των γονιών είναι μία λεπτομέρεια καθοριστική για χιλιάδες παιδιά μεταναστών. Ήδη η κυβέρνηση καθησυχάζει μ'αυτή τη λεπτομέρεια τους χιλιάδες αλλόφρονες ακροδεξιούς που συνωστίζονται στο ιδιότυπο chatroom «ηλεκτρονικής διακυβέρνησης» που καθιέρωσε.
Αντίστοιχα για τους μετανάστες πρώτης γενιάς που θέλουν να αποκτήσουν την ιθαγένεια μέσω πολιτογράφησης, διευκολύνεται κάπως η διαδικασία χωρίς να γίνεται βέβαια αυτόματη. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η Ελλάδα θα ανέβει κάποιες θέσεις από την προτελευταία που κατείχε μέχρι σήμερα στην Ε.Ε. αναφορικά με τους αυστηρούς όρους που έβαζε. Το απαραίτητο διάστημα διαμονής γίνεται από δέκα χρόνια πέντε, οι αρνητικές απαντήσεις πρέπει πλέον να αιτιολογούνται, υπάρχει προθεσμία απάντησης (δύο χρόνων) ενώ πριν οι αιτούντες μπορούσαν να περιμένουν αιώνια ενώ το παράβολο πέφτει αν και παραμένει στο αποτρεπτικό ποσό των 1000 ευρώ. Παραμένει επίσης το κριτήριο της μη καταδίκης για μία σειρά από αδικήματα, μεταξύ των οποίων και αυτά που σχετίζονται με εγκατάσταση και κίνηση αλλοδαπών στη χώρα.
Με λίγα λόγια η πολιτογράφηση αφορά είτε ομογενείς, είτε μετανάστες που είναι ήδη νόμιμοι με άδειες παραμονής αορίστου χρόνου ή δεκαετείς και πενταετείς. Μ'αυτόν τον τρόπο περίπου 260.000 άνθρωποι (εκ των οποίων οι 160 χιλιάδες ομογενείς) θα ψηφίσουν στις επόμενες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, χωρίς όμως να έχουν το δικαίωμα να εκλεγούν δήμαρχοι. Τελικά το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (το οποίο πρωτοτυπώντας παραχωρεί κουτσουρεμένο η Ελλάδα) είναι κι αυτό που ξεχωρίζει όσους παρουν την ιθαγένεια από όσους ανήκουν στην κατηγορία των «επί μακρόν διαμενόντων» αλλοδαπών.
Ο νόμος αυτός λοιπόν δεν αφορά τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που για λόγους καταγωγής, γραφειοκρατίας ή συγκυρίας δεν κατάφεραν (κι ούτε ίσως θα καταφέρουν) να πάρουν τις πολυπόθητες άδειες παραμονής. Όσο κι αν ουρλιάζουν οι φασίστες για το «φιλελεύθερο» του συγκεκριμένου νόμου, η κερκόπορτα που εξακολουθούν να φυλάνε καλά είναι αυτή της νομιμοποίησης. Κι αυτή την πόρτα δεν προβλέπεται να την περάσουν σύντομα ούτε οι αφγανοί ούτε οι πακιστανοί που διανθίζουν τα τρομακτικά σενάρια περί «μαζικών ελληνοποιήσεων».
Κατά τ'άλλα η κτήση της ιθαγένειας δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με την απρόσκοπτη ένταξη στην αγορά εργασίας ή την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή μιας χώρας. Όχι μόνο γιατί το «τυπικό σύνταγμα» μπορεί να προηγείται του «πραγματικού» αλλά και γιατί η λεγόμενη ενσωμάτωση εξαρτάται από μια σειρά τυπικών και άτυπων δεικτών που δε λύνονται αλλά μόνο υποβοηθούνται από την απόδοση της ιθαγένειας.

 

μερικά πολιτικά συμπεράσματα

Πέρα από «κατάρες» και «ευχολόγια», οι προβλέψεις του νομοσχεδίου δεν θα μπορούσαν παρά να σηματοδοτούν (ή να υπονοούν) συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις για τη διαχείριση των μεταναστών. Μ' αυτήν την έννοια, είναι εξώφθαλμη η γενική κατηγοριοποίηση των μεταναστών σε δύο βασικές «ταχύτητες», μέσω αυτή της ρύθμισης. Επίσης είναι ευδιάκριτα τα στοιχεία που έχουν να κάνουν με τις πολιτικές της δημόσιας τάξης: επιβάλλεται στους μετανάστες μια (επιπλέον) «νόρμα» νομιμοφροσύνης, που μελλοντικά μπορεί ν' αποδειχθεί κρίσιμη. Τελικά το θέμα που αφορά συνολικά το νομοσχέδιο, είναι η εισαγωγή (και) στην κρατική νομοθεσία, κάποιων χιλιάδων (καταρχήν) μεταναστών σαν κοινωνικό κεφάλαιο. Το ελληνικό κράτος μετά από παλινωδίες χρόνων, βλέπει στους μετανάστες ένα εργατικό/κοινωνικό δυναμικό που πρέπει ν' αποκτήσει (τυπικά) δικαιώματα. Ίσως έτσι διευρύνει και τις κοινωνικές του συμμαχίες, σε μια εποχή που έχει απόλυτη ανάγκη κάτι τέτοιο.

 

αυτοί που «περίσσεψαν»

«Το πλοίο γέμισε». Θα το θυμάστε αυτό το ακροδεξιό σύνθημα που επαναλαμβανόταν μονότονα, σε όλη τη διάρκεια των 90's πανευρωπαϊκά. Περιθωριακή ιδέα στον καιρό της, ήθελε να τραβήξει την προσοχή στο γεγονός πως δεν θα μπορούσαν να έρχονται επ' αόριστον μετανάστες στον καπιταλιστικό «παράδεισο», γιατί «απλά δεν χωράνε». Αυτή η, μαλθουσιανής προέλευσης, ιδέα είναι ήδη το μοτό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (και ολοκληρωτικής διαχείρισης) αλλά και του κάθε κράτους ξεχωριστά. Πάνω στην ώρα, που τα δυτικά καπιταλιστικά αδιέξοδα εξάγονται πολεμικά, προς το παρόν «αλλού», η ευρωπαϊκή αντιμεταναστευτική «πόρτα» όχι μόνο είναι σκληρή εδώ, αλλά και εκεί. Όταν για παράδειγμα ο έλληνας υπ. άμυνας δηλώνει πως το κράτος του δεν μπορεί να στείλει άλλο στρατό στο Αφγανιστάν, γιατί η Ελλάδα δέχεται μεγάλη μεταναστευτική «πίεση» και από αφγανούς, στην ουσία ομολογεί ανοιχτά έναν πόλεμο που τα μέτωπα του είναι απλωμένα παντού στο χάρτη.
Το νομοσχέδιο αυτό είναι η δεύτερη επίσημη κρατική ενέργεια μέσα σε λίγους μήνες (η πρώτη ήταν ο αντιμεταναστευτικός νόμος που πέρασε μετά τις ευρωεκλογές) που σχεδόν φωναχτά, ρίχνει στους μετανάστες /πρόσφυγες πολέμων, μια ακόμα θανατική καταδίκη, προστιθέμενη στις πολλές που έχουν μαζέψει εδώ και χρόνια. Δια της εις άτοπον απαγωγής, καταλαβαίνει κάποιος ότι αν πρόκειται να υπάρξει μια «θετική» στροφή για κάποιες κατηγορίες μεταναστών και για τις σχέσεις τους με το ελληνικό κράτος, αυτή θα χρησιμεύσει και σαν «άλλοθι» για ακόμα σκληρότερη αντιμετώπιση κάποιων άλλων. Ευνόητο αυτό. Από τη στιγμή λοιπόν που ο κυνισμός της εξόντωσης, έχει γίνει κοινοτυπία, από ταξική άποψη δεν τίθεται θέμα βελτίωσης της κατάστασης, όταν τα «αμπάρια του πλοίου κατακλύζονται με νερό». Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

 

η αγριότητα αποκτά περιτύλιγμα

Οι μόνοι που δεν ήθελαν να καταλάβουν πως σ' αυτή τη χώρα υπάρχουν ενήλικες (πλέον) που έχουν γεννηθεί εδώ, στερούνται βασικών δικαιωμάτων και ζουν με τον φόβο των συνεχών προσαγωγών ή της απέλασης, ήταν οι νομοθέτες του ελληνικού κράτους. Η ντόπια νομοθεσία, σαν συνισταμένη (κυρίως) πολλών μικροσυμφερόντων, άφηνε το θέμα των μεταναστών στους «νόμους της αγοράς» αλα ελληνικά: της άγριας εκμετάλλευσης και συσσώρευσης (των ντόπιων). Πολύ καθυστερημένα είναι η αλήθεια και χωρίς τη «φιλομεταναστευτική» διάθεση που σερβίρουν, αντιλήφθηκαν οι ελληνικοί «εγκέφαλοι» πως οι μετανάστες που μένουν χρόνια εδώ (και τα παιδιά τους μεγαλώνουν) έχουν περισσότερες κοινωνικές διαστάσεις και προεκτάσεις από τη στυγνή εκμετάλλευση. Η επωδός «θέλαμε εργάτες και μας προέκυψαν άνθρωποι», μπορεί να είναι η «ανθρωπιστική» παραδοχή της εκμετάλλευσης, αλλά υπονοεί κι άλλα.
Όπως το ότι οι (βαλκάνιοι κι ανατολικοευρωπαίοι κυρίως) μετανάστες, που είναι χρόνια εδώ, αποτελούν ένα δυναμικό κοινωνικών εμπειριών και εργατικής γνώσης που δεν μπορεί ν' αφεθεί στην τύχη του επ' αόριστον. Πολύ περισσότερο που οι συνέπειες της κρίσης, έχουν κάνει πολλούς και πολλές να εγκαταλείπουν την Ελλάδα, πηγαίνοντας πίσω στις χώρες τους όπου το κόστος ζωής, οι τυχόν ιδιοκτησίες που έχουν και τα κοινωνικά/συγγενικά τους δίκτυα μπορούν να τους εξασφαλίσουν μια πιο ανεκτή επιβίωση. Αυτό είναι πρόβλημα για το ελληνικό κράτος, που αρχίζει ν' αντιμετωπίζει τους μετανάστες (καθυστερημένα όπως είπαμε) σαν κοινωνικό κεφάλαιο: ποιοί θα μαζεύουν τις ελιές, ποιές θα ξεσκατίζουν τους γέρους (και πάρα πολλά ακόμα) όταν αυτοί που έχουν «εκπαιδευθεί» (με τους γνωστούς τρόπους) γι' αυτά τα πράγματα, σηκώνονται και φεύγουν; Συνεπώς μια κάποια «μόνιμη σύνδεση» με τη χώρα υποδοχής εξυπηρετεί (ή έτσι θέλουν να πιστεύουν) αυτό το σκοπό. Αυτή είναι μια βασική σκοπιμότητα για την απόδοση ιθαγένειας, σ'αυτούς κι αυτές που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, κατά τη γνώμη μας.
Με τα παραπάνω, δεν πρέπει να μείνει η εντύπωση πως επίκεινται φοβερές κοινωνικές ανακατατάξεις. Το ελληνικό κράτος σκοπεύει να νομοθετήσει, επικυρώνοντας και τυπικά αυτό που ήδη συμβαίνει: την «ένταξη», κακήν κακώς, ενός σεβαστού μέρους του μεταναστευτικού πληθυσμού στον κοινωνικό κορμό. Δεν αναμένεται, για παράδειγμα «υποχώρηση» του ρατσισμού (και πώς θα μπορούσε άλλωστε) ούτε μιλάμε για μια κρατική εκπλήρωση (με την απόδοση ιθαγένειας) εκείνης της ουσιαστικής προϋπόθεσης για την ανατίμηση της εργασίας. Το αντίθετο. Έχουμε μπει, όλοι και όλες, στην τροχιά της απόλυτης υποτίμησης, στην εποχή που η εργατική ιδιότητα υπερκαθορίζει τα πάντα: «δε πα' να είσαι έλληνας ή αλβανός, εμένα το ίδιο μου κάνει» φωνάζουν τ' αφεντικά, κόβοντας ένσημα και καθυστερώντας μισθούς. Με τη σημαντική σημείωση, πως αυτοί/ες που θα πάρουν ιθαγένεια γλυτώνουν την μελλοντική απέλαση (για λόγους που προαναφέραμε) η ταξική «μοίρα» είναι κοινή σε μεγάλο βαθμό για όλους/ες. Οπότε η ελληνική ιθαγένεια δεν εξασφαλίζει «αυτόματα» καλύτερη αντιμετώπιση στις δουλειές, ούτε καλύτερους μισθούς και εργατικά δικαιώματα, εποχή που είναι. Αυτά είναι, όπως πάντα, αποτελέσματα της εργατικής «κόντρας». Σίγουρα όμως η νομική κατάσταση αυτής της κατηγορίας μεταναστών, μπαίνει σε άλλο πλαίσιο.

 

η περίφραξη και το περιτύλιγμα

Τα καπιταλιστικά κράτη (και το ελληνικό) έχουν διακηρύξει ανοιχτά την πρόθεσή τους να αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα, μ' ένα πολύ έντονο «άρωμα» δημόσιας τάξης. Θα έπρεπε να εξετάσουμε λοιπόν αυτό το νομοσχέδιο και υπ' αυτό το πρίσμα, έχοντας την βεβαιότητα πως η αστυνομο/κρατική δυσοσμία διαπερνάει τη λογική του, ακόμα κι εκεί που μοιάζει απούσα. Ακριβώς επειδή η κρατική νομοθεσία είναι γραμμένη σε μια νεκρή (και νεκρόφιλη) γλώσσα, έχει την «ακρίβεια» να διατυπώνει ολιγόλογα τις πιο καίριες απαιτήσεις της ασφάλειας σήμερα, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.
Έτσι η απαίτηση πως ο «ανιθαγενής» δεν πρέπει να έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για μια σειρά αδικήματα (ή να έχει τις κατάλληλες «άκρες» για να μην καταδικαστεί) είναι βέβαια «αυτονόητη» για ένα τέτοιο κείμενο, στο βαθμό που η νομιμοφροσύνη είναι ο γενικός κανόνας, ακόμα και σε τέτοιους καιρούς. Πολύ περισσότερο σε τέτοιους καιρούς, θα συμπληρώναμε. Νομικό «καρότο» και αστυνομικό «μαστίγιο». Δεν έχει άλλωστε περάσει και πολύς καιρός απ' τον Δεκέμβρη του 2008, όπου η συμμετοχή της δεύτερης γενιάς μεταναστών ήταν μαζική. Επομένως, κάποιος/α θα έπρεπε να το σκεφτεί δυο φορές, πριν (ξανα)κατέβει σε τέτοια «κόλπα», τουλάχιστον όσο «εξετάζεται» το αίτημα ιθαγένειας. Κι αυτό (εννοείται) ισχύει για μια σειρά πράγματα, καθορίζοντας για την κατηγορία των μεταναστών που πληροί σήμερα ή σε δυο χρόνια τα κριτήρια για να καταθέσει αίτηση, μια επιπλέον νόρμα νομιμότητας με το τυράκι της ιθαγένειας.
Αναφέραμε τον Δεκέμβρη του 2008. Όπως έχουμε γράψει και σε προηγούμενα τεύχη, τα γεγονότα εκείνων των ημερών ανέδειξαν κοινωνικά ρήγματα και έβγαλαν στο δρόμο υποκείμενα με μεγάλη ένταση. Φάνηκε πως οι κοινωνικές συμμαχίες του κράτους και των αφεντικών, πάνω στις οποίες στηρίζεται και η επέλαση του κράτους της έκτακτης ανάγκης (μια συνθήκη που παγιώνεται) είναι αρκετά εύθραυστες και στηρίζονται μόνο στο παραδοσιακό κόμμα του «νόμου και της τάξης». Ήδη η νέα κρατική διαχείριση έχει πετύχει την αξιοσημείωτη διεύρυνσή του, κάνοντας «ακρότητες» με μικρό κόστος. Αλλά η μπατσοκρατία δεν «φτάνει». Χρειάζονται σταθερές κοινωνικές συμμαχίες. Γιατί να μην επιχειρηθεί κάτι τέτοιο με ανθρώπους που εν πολλοίς έχουν μικροαστικοποιηθεί και αποδέχονται τον βασικό πυρήνα των «αξιών» αυτής της κοινωνίας; Η (ασαφής) πρόβλεψη στο νομοσχέδιο «για πλήρη ένταξη στην ντόπια κοινωνική ζωή», σημαίνει κατά ένα μέρος τη νομιμοφροσύνη που λέμε παραπάνω, αλλά θα μπορούσε ν' απευθύνεται π.χ. και σε ιδιοκτήτες ή εργοδότες. Δεν είναι η ιδιοκτησία μια μορφή ένταξης στην κοινωνία; Η εμπειρία των προηγούμενων μηνών έδειξε το «αυτονόητο»: είναι κρίσιμο για τους κρατικούς σχεδιασμούς να χαράζονται ενδοταξικά φράγματα. Πολιτιστικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, χωροταξικά και σήμερα νομικά. Που σημαίνει χοντρικά πως η ιθαγένεια σαν «προνόμιο» θα χρησιμοποιηθεί εναντίον των «παράνομων».

 

ποιοί χαίρονται και ποιοί κλαίνε;

Η διαλεκτική της Εξουσίας έχει σηκώσει τα μανίκια, προετοιμαζόμενη για τη «μάχη της ιθαγένειας». Η αριστερή «χορογραφία» για το νομοσχέδιο, κινείται κάπου μεταξύ του «θετικού, μεν» και του «λίγου, δε». Η ίδια αριστερά, που επί χρόνια δεν ήθελε να δει πως η πραγματικότητα του ρατσισμού, διαμόρφωνε και διαμορφώνει ένα μεγάλο τμήμα των κοινωνικών συμπεριφορών, τώρα κάνει κουβέντα επί των άρθρων του νομοσχεδίου, λες κι εκεί κρίνεται όλο το ζήτημα. Από την «υψηλή πολιτική» μέχρι το πεζοδρόμιο η απόσταση είναι τεράστια. Δεν ξέρουμε λοιπόν τι καιρό κάνει εκεί στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά έχουμε κάποια δείγματα: αν το ζήτημα του αντιρατσισμού και του αντιφασισμού εξαντλείται σε καμιά συναυλία στον αγ.παντελεήμονα, τότε το έχουμε πιάσει το νόημα. Βιώνοντας η αριστερά εδώ και χρόνια τον τρόμο του κενού (των μεσολαβήσεων) δεν της έχει μείνει τίποτ' άλλο, πέρα από ένα θεσμικό κουκούλι πολιτικών «συνεννοήσεων» κορυφής. Και σαν τέτοιο, δεν μπορεί (δεν το επιχειρεί καν) να τα βάλει με εκείνο το μέρος του κοινωνικού ακροατηρίου, που «έχει πρόβλημα» με το νομοσχέδιο.
Αντίθετα, για την δεξιά «χορογραφία» και τις παραφυάδες της, είναι μια ευκαιρία να βγάλει στο δρόμο την «αφρόκρεμα» του εθνικιστικού/ρατσιστικού ρεπερτορίου της. Είναι τέτοιο το ζήτημα, που ακόμα κι ο πιο ακραίος φυλετισμός του αίματος, ξεσηκωμένος από το παρελθόν, θ' ακουστεί σαν μια ακόμα «άποψη». Κι οι σκατόψυχοι κάθε είδους προετοιμάζονται. Το πολιτικό τρυκ με το δημοψήφισμα, είναι βέβαια γι' αφελείς, αλλά από πότε η αφέλεια και η βλακεία δεν ήταν δομικό συστατικό του ντόπιου φασισταριού; Έτσι οι μηχανές της σύγχυσης έχουν πάρει μπροστά: ακούγοντας ή διαβάζοντας τι λένε οι παράγοντες του εθνικού κορμού, έχει κανείς την εντύπωση πως το ελληνικό κράτος πρόκειται να γίνει αποικία του Αφγανιστάν, μετά απ' αυτό το νομοσχέδιο. Σαν καλοί υπηρέτες και υπάλληλοι που είναι, οι φασίστες έχουν αναλάβει (ανάμεσα στα άλλα τους «καθήκοντα») να ξεκαρφώνουν και το ελληνικό κράτος, κάνοντάς το να φαίνεται «πονόψυχο» με τους μετανάστες, την ίδια στιγμή που τους «προγράφει» φανερά και επίσημα. It's a dirty job 'n' someone has to do it. Κατά τ΄άλλα, αυτή η ιστορία είναι ό,τι πρέπει για συσπείρωση δυνάμεων, ειδικά τώρα που ο βόθρος της γνωστής «πολυκατοικίας» φαίνεται να έχει διαρροές, προς τους ορόφους της. 
Ο κοινωνικός ρατσισμός, ζυμωμένος για χρόνια, καλείται να παίξει έναν «αναβαθμισμένο» ρόλο: να παραστήσει πως «καταπιέζεται» από το νομοσχέδιο, παραγράφοντας κάτ' αυτόν τον τρόπο τα ταξικά/κοινωνικά/σεξουαλικά εγκλήματα δεκαετιών. Η παραχώρηση του «αίματος» σε ανιθαγενείς, θα είναι έτσι μια μεγάλη «παραχώρηση», αντάξια της ελληνικής «μεγαλοψυχίας». Όπου η όποια παραχώρηση, θα είναι (εννοείται) μόνο στα «χαρτιά», απ'τη μεριά της ρατσιστικής πλειοψηφίας.

 

ο δικός μας λογαριασμός

Τον Ιούνιο του 2001, διοργανώθηκε μια διαδήλωση (από τα μητροπολιτικά συμβούλια) με γενικό τίτλο: «ο πολυεθνικός εργάτης είναι εδώ». Μια διαδήλωση που «ανακεφαλαίωνε» στην ταξική/κοινωνική μνήμη, δέκα χρόνια (τότε) λεηλασίας και άγριας εκμετάλλευσης του πολυεθνικού προλεταριάτου σ' αυτή τη χώρα. Ενάντια στο ρατσισμό και τη διευρυμένη κοινωνική του βάση, που ακόμα και τότε, πολλοί δεν ήθελαν να δουν. Δεν ήταν μια διαδήλωση «καταγγελίας». Ήταν και μια διαδήλωση τιμής, για την οργισμένη αξιοπρέπεια που εξέφραζε με κάθε ευκαιρία αυτό το προλεταριάτο. Κόντρα σε κάθε αντιξοότητα, κόντρα σε κάθε «πρόβλεψη».
Τότε, αλλά και τώρα, ο ανθρωπισμός έδινε τον τόνο στην «θετική» αντιμετώπιση των μεταναστών. Η κοινότητα των «καλών ανθρώπων», που καταπίνει το μίσος και τη μνήμη μας. Ενάντια σε κάθε τέτοια προσέγγιση, χρειάζεται να μπουν μπροστά οι μαχόμενες κοινότητες. Οι κοινότητες των συνειδήσεων που, αλληλοαναγνωρίζοντας σχέσεις, εμπειρίες και γνώσεις, ταυτόχρονα τις υπερασπίζονται μαχητικά.    
Δεν έχουμε κανένα λόγο λοιπόν, ν' αναθέσουμε στους εαυτούς μας την «υπεράσπιση» αυτού, ή κάθε άλλου νομοσχεδίου. Αντίθετα πρέπει να οργανώσουμε τις άμυνές μας. Ο ρατσιστικός λόγος και οι κάθε είδους σκατόψυχοι εκφραστές του θα θελήσουν να καταλάβουν χώρο. Να τους το κόψουμε. Το είπαμε και παραπάνω, οι «πολιτικές του αίματος» διψάνε ακόμα. Κι εμείς έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με τους κανίβαλους αυτού του κόσμου.

 
 
       

Αυτονομία 2017