Αυτονομία

Barricada

 

Παιδεραστία και ευνουχισμός:
φαντάσματα απ’ το παρελθόν;

Έχουν περάσει κιόλας οκτώ χρόνια από την 11η/9ου, τη μέρα ορόσημο, που αποτέλεσε την αφορμή για να αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι της αφήγησης περί τρομοκρατικών απειλών. Αυτή η αφήγηση εν πολλοίς δούλεψε. Και συνεχίζει να δουλεύει. Δεν είναι όμως η μοναδική που ξεστομίζεται από τα χείλη των αφεντικών. Δίπλα της συντάσσονται άλλες αφηγήσεις, είτε «νέες», είτε βγαλμένες από τα πιο σκοτεινά ιδεολογικά συρτάρια της κυριαρχίας. Αφηγήσεις που αφορούν «καθημερινές», κοινωνικές, διάχυτες συμπεριφορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο εγκαινιάζει μια λογική εξαίρεσης, σε ό,τι αφορά το νομικό - θεσμικό πλαίσιο των δυτικών κοινωνιών, αποτελούν τα σεξουαλικά εγκλήματα και ειδικά αυτό της παιδεραστίας.

Στα τέλη του Σεπτέμβρη, η Πολωνία έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που θέσπισε τον υποχρεωτικό χημικό ευνουχισμό σε άτομα τα οποία εμπλέκονται σε εγκλήματα παιδεραστίας και αιμομιξίας. Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, άτομο που καταδικάζεται για βιασμό ανηλίκου κάτω των 15 ή ενός μέλους της οικογένειάς του, θα υποβάλλεται υποχρεωτικά βάσει απόφασης του δικαστηρίου σε φαρμακευτική θεραπεία και ψυχοθεραπεία, προκειμένου να κατασταλούν οι σεξουαλικές του ορμές, παράλληλα με την ποινή φυλάκισης που θα εκτίει. Αφορμή για τη νομοθετική αυτή τροποποίηση ήταν η υπόθεση ενός 45χρονου άνδρα που συνελήφθη τις αρχές Σεπτέμβρη, ο οποίος κρατούσε φυλακισμένη και βίαζε επί έξι χρόνια την 21χρονη πλέον κόρη του. Είναι ενδεικτικό ότι η ρύθμιση υπερψηφίστηκε από 400 βουλευτές και καταψηφίστηκε μόλις από έναν!

Ο χημικός ευνουχισμός φυσικά δεν είναι καινούργια υπόθεση. Οι μέθοδοι καταστολής των σεξουαλικών ορμών είναι γνωστές από τη δεκαετία του ’50 και χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλές δυτικές χώρες σαν μέθοδος αποκατάστασης και επανένταξης ή σαν επιλογή που δίνεται στους καταδικασμένους για να αποφύγουν τη μακροχρόνια κάθειρξη. Στην Τσεχία οι καταδικασμένοι έχουν τη δυνατότητα να διαλέγουν: ορχιδεκτομή ή για πάντα στη φυλακή. Στη Γαλλία εξετάζεται αυτές τις μέρες το ενδεχόμενο να γίνει υποχρεωτικός ο φαρμακευτικός ευνουχισμός που μέχρι σήμερα προβλέπεται αν τον ζητήσει ο «ενδιαφερόμενος». Όσο για τις (πάντα πρωτοπόρες σε τέτοια ζητήματα) ΗΠΑ: τουλάχιστον 8 πολιτείες εφαρμόζουν το χημικό ευνουχισμό με διάφορες παραλλαγές. Η πολιτεία της Καλιφόρνια αποφάσισε πρόσφατα να τον καταστήσει υποχρεωτικό για όσους παρενοχλούν σεξουαλικά ανηλίκους, παρ’όλο που παλιότερα στις ΗΠΑ τα συνταγματικά δικαστήρια είχαν αποφανθεί ότι η μέθοδος είναι σκληρή και απάνθρωπη. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει η τάση, μία μορφή τιμωρίας, που μέχρι τώρα μπορούσε ο καταδικασμένος να επιλέξει «εθελοντικά» ακόμα και με συγκεκριμένα κίνητρα, τώρα να γίνει υποχρεωτική.

Για την πρόσφατη νομική παράδοση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, ένα τέτοιο είδος τιμωρίας είναι σίγουρα ένα αποφασιστικό βήμα. Όσο κι αν καλύπτεται με ορολογίες και ευφημισμούς, φέρνει στο μυαλό τιμωρίες του τύπου «έκλεψες, θα σου κόψουμε το χέρι». Τα (υποτιθέμενα) μεγάλα ποσοστά υποτροπής στα σεξουαλικά εγκλήματα νομιμοποιούν ένα μόνιμο ακρωτηριασμό. Η ιδέα ότι το κράτος πρέπει να αποτρέψει με ένα «τεχνικό», οριστικό τρόπο την επανάληψη ενός αδικήματος είναι ουσιαστικά διαφορετική από τις ιδέες του σωφρονισμού και του παραδειγματισμού, πάνω στις οποίες βασίζεται το ποινικό σύστημα με τους δικαστές και τις φυλακές του. Τελικά οι τιμωρίες του τύπου αυτού φέρνουν το ποινικό σύστημα ακόμα πιο κοντά στη λογική της εξουδετέρωσης και της θανατικής ποινής, ακόμα κι αν συχνά παρουσιάζονται ως εναλλακτικές μίας μακροχρόνιας φυλάκισης.

Επιπλέον η ποινική αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στους παιδεραστές επαναφέρει μία πολύ παλιά ιδέα. Ότι αυτό που δικάζεται και τιμωρείται δεν είναι ένα συγκεκριμένο αδίκημα με ένα συγκεκριμένο θύμα, αλλά ο θύτης που είναι a priori και de facto ένοχος και επικίνδυνος για να επαναλάβει αδικήματα τέτοιου τύπου. Ο νόμος στην περίπτωση αυτή δεν τιμωρεί μία πράξη, αλλά προστατεύει ένα ευάλωτο κομμάτι του πληθυσμού από ένα δυνητικά επικίνδυνο άτομο. Η σεξουαλική παρέκκλιση γίνεται έτσι ένα «διαρκώς παρόν φάντασμα», μία απειλή που επικρέμεται μόνιμα πάνω από κάθε σχέση και ιδιαίτερα πάνω από τη σχέση του παιδιού με τον ενήλικα. Μία απειλή που υπάρχει πριν από την «αποτρόπαια» πράξη και παραμένει και μετά, βάζοντας την ίδια την πράξη σε δεύτερο πλάνο.
Μ’αυτήν την έννοια η αντιμετώπιση των παιδεραστών δεν μπορεί να περιοριστεί στη φυλάκιση αλλά απαιτεί τη συνεργασία του ποινικού συστήματος με την ιατρική για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση αυτών των κατηγοριών «εγκληματιών» ή οι οποιεσδήποτε εκκλήσεις για επιείκεια, τα οποιαδήποτε ελαφρυντικά γίνονται αντιληπτά με πολύ διαφορετικό τρόπο: αν όχι σαν συνέργεια, σίγουρα σαν έμμεση συμπάθεια στο υπόβαθρο της πράξης, την παιδοφιλία. Οποιοσδήποτε τολμήσει να μιλήσει για τα δικαιώματα των παιδεραστών ή να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα της σκληρότητας της τιμωρίας τους, καθίσταται εν δυνάμει συνεργός τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η παιδεραστία κατέχει περίοπτη θέση στην επιχειρηματολογία των υπέρμαχων της θανατικής ποινής. Όσο «μετριοπαθής» κι αν είναι κάποιος, δυσκολεύεται να διαφωνήσει στο ότι «σ’αυτά τα τέρατα αξίζει κάτι παραπάνω από φυλακή». Ο χαρακτηρισμός «τέρατα» αφορά οποιονδήποτε εμπλέκεται σε κάθε τρόπο εκμετάλλευσης ανηλίκων που έχει σχέση με τη σεξουαλικότητα, ακόμα και οποιονδήποτε συνάψει άσεμνες σχέσεις με ανηλίκους. Εφ’όσον η παιδεραστία δεν είναι πια μία πράξη, αλλά μία κλίση, μία κατάσταση, κάτι σαν μόνιμο «έγκλημα γνώμης» τότε η παρενόχληση, η παιδοφιλία, οι βιασμοί ανηλίκων, η παιδική πορνογραφία κ.ο.κ. μπορούν να μπουν στην ίδια μοίρα. Συγκροτούν όλα μαζί ένα σύμπαν «ανωμαλίας» και «διαστροφής» που απαιτεί μία εντελώς διαφορετική μεταχείριση σε κάθε επίπεδο.
Σ’αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ότι η κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να αφορά μόνο την ίδια την τιμωρία αλλά και το διάστημα πριν απ’αυτή: Οι φωνές που ζητάνε να δημοσιοποιούνται τα στοιχεία των κατηγορούμενων για τέτοια εγκλήματα πληθαίνουν, αδιάφορο αν έτσι διαγράφεται το περίφημο τεκμήριο της αθωότητας. Ενώ μετά την τιμωρία, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν περιλαμβάνει τον ευνουχισμό, ο ένοχος παραμένει υπό επιτήρηση. Αν και έχει εκτίσει την ποινή του, «πληρώνοντας» το χρέος του στην κοινωνία, το έγκλημα του δεν διαγράφεται. Σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ τα στοιχεία των καταδικασμένων για σεξουαλικά εγκλήματα βρίσκονται στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου ακόμα και όταν αποφυλακίζονται.
Την ίδια στιγμή όμως αυτή η κατάσταση εξαίρεσης δε φαίνεται να αγγίζει μερικούς λίγο πολύ γνωστούς «κανόνες». Ειδικά όταν αυτοί αφορούν άλλους, «τριτοκοσμικούς»: είτε πρόκειται για τον σεξοτουρισμό στην Ταϊλάνδη και τη διακίνηση ανήλικων κοριτσιών από κυκλώματα μαστροπών, είτε για την παιδική εργασία και τους ανήλικους μετανάστες. Κι αν αυτά φαίνονται μακρινά ή ακραία, αρκεί μία κοινότυπη παρατήρηση: τα περισσότερα περιστατικά ανεπιθύμητου σεξ και κακοποίησης λαμβάνουν χώρα μέσα στο στενό οικογενειακό περιβάλλον.
Μπορούμε να ξεστομίσουμε χίλιες κατάρες για την επιλεκτική ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα. Υπάρχουν αιτίες που αυτά ειδικά τα αδικήματα και αυτοί ειδικά οι τύποι «εγκληματιών» μπορούν και δικαιολογούν τόσο εύκολα και χωρίς αντίλογο ιδιαίτερη νομική (και εν τέλει πολιτική) αντιμετώπιση. Σχετίζονται με τη θέση που κατέχουν τα παιδιά στο φαντασιακό της κοινωνίας, την ιδεολογική επένδυση της παιδικής ηλικίας και των υποκατηγοριών της (με προεξάρχουσα την εφηβεία που «ανακαλύφθηκε» σχετικά πρόσφατα). Η παιδικότητα είναι μία κατασκευή κι αυτό είναι κοινότυπο. Αρκεί μόνο να δει κανείς τις διαφορές στα ηλικιακά όρια που την προσδιορίζουν· διαφοροποιούνται μέσα στην ιστορία αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς.
Αυτό που δεν είναι κοινότυπο είναι το ότι η η κοινωνία που αναγορεύει την παιδοφιλία σε αποτρόπαιο, ανεπανάληπτο και μοναδικό έγκλημα, είναι η ίδια ιδεολογικά παιδόφιλη. Η ρητορεία περί των παιδιών και της φροντίδας τους είναι πανταχού παρούσα και προσφέρει τα πιο ατράνταχτα επιχειρήματα σε κάθε είδους συζήτηση. Από την οικολογία και τον «κόσμο που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας» μέχρι την τάξη που πρέπει να επικρατεί στους δημόσιους χώρους (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γήπεδο) για να μπορεί ο «οικογενειάρχης να πάει βόλτα τα παιδιά του». Η ψύχωση με την προστασία των παιδιών πάει χέρι χέρι με την ασφάλεια σε χίλιες δυο περιπτώσεις πριν φτάσει στο «θάνατος στους παιδεραστές».
Τα παιδιά δεν είναι βέβαια πλέον το σύμβολο της απόλυτης αθωότητας αφού τώρα πια η παιδική σεξουαλικότητα είναι αναγνωρισμένη (τουλάχιστον μετά το Φρόυντ). Είναι όμως μία σεξουαλικότητα με ιδιαίτερη μορφή, δυναμική και γεωγραφία, μία σεξουαλικότητα που χρειάζεται εγγυητή γιατί το παιδί δεν έχει τη δυνατότητα να τη διαχειριστεί. Χρειάζεται τον ενήλικό (συχνά τον ειδικό ψυχολόγο ή παιδίατρο) για να προστατεύσει την ιδιατερότητά της. Ακόμα κι αν η παιδικότητα δεν είναι πια ξένη με το σεξ, είναι πάντως ανίκανη να εκφράσει επιθυμίες, πόσο μάλλον συναίνεση. Την ίδια στιγμή που τα παιδιά αναγνωρίζονται σαν μία δυναμική καταναλωτική ομάδα, σαν target group διαφημίσεων και σαν πρωταγωνιστές σε θεαματικές δραστηριότητες (με αποκορύφωμα τα talent shows), την ίδια στιγμή που φορτώνονται με νέες υποχρεώσεις μαζί με το δικαίωμα να αποτελούν καρικατούρες ενηλίκων, χάνουν το βασικό τους δικαίωμα: να ξέρουν τι θέλουν και τι χρειάζονται. 
Αν η στιγμή που οι νομικές εξαιρέσεις που αφορούν την σεξουαλική κακοποίηση ή παρενόχλήση των παιδιών γενικευτούν μοιάζει ακόμα μακρινή και ίσως αχρείαστη, δεν ισχύει το ίδιο για έναν άλλο τομέα. Στο μαγικό κόσμο του internet ο έλεγχος έχει ήδη νομιμοποιηθεί μπροστά στους κινδύνους από την εξάπλωση και τη διακίνηση της παιδικής πορνογραφίας,. Το ίδιο το πολυδιαφημισμένο τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος στην Ελλάδα ιδρύθηκε χάρη σε τέτοιες υποθέσεις. Όπως λένε παλιοί συνεργάτες του προϊστάμενου του τμήματος, ο περίφημος Σφακιανάκης «έπρεπε να βρει κάτι που να δελεάσει τους υπόλοιπους (για να δεχτούν το τμήμα)… ένα τέχνασμα όπως αυτό του Καποδίστρια για να κάνει γνωστή τη θρεπτική αξία της πατάτας στην απελευθερωμένη Ελλάδα». Η πατάτα στην προκειμένη ήταν το ενδιαφέρον και η επιδοκιμασία που συνάντησαν οι αποκαλύψεις για τα κυκλώματα της παιδικής πορνογραφίας. Πάντα με πρόσχημα τους διαδικτυακούς παιδόφιλους, οι περιορισμοί επεκτείνονται στο downloading ή στη χρήση των εταιρικών υπολογιστών. Και εκεί που η αποθέωση της «πνευματικής ιδιοκτησίας» ή οι γενικολογίες περί σωστής χρήσης του internet έσπαγαν τα μούτρα τους πάνω στην (ανώνυμη) απειθαρχία των (συνειδητών και μη) πειρατών, τώρα βρίσκουν ένα νέο σύμμαχο: την αποστροφή για την εκμετάλλευση των παιδιών. Με παρόμοιο σκεπτικό διευρύνεται η ποινική ευθύνη για να συμπεριλάβει το χρήστη μιας υπηρεσίας. Ο Σφακιανάκης εδώ προαναγγέλλει βαριές ποινές και γίνεται γλαφυρός: «όποιος δίνει χρήματα για τέτοιο σκοπό, είναι σα να βάζει τα λεφτά στην τσέπη του παιδόφιλου για να πάει να βρει το επόμενο θύμα του.»

Δε θα μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρο: η παιδική πορνογραφία είναι για το internet ό,τι και η παιδεραστία για το ποινικό σύστημα. Δηλαδή ο δούρειος ίππος για να θεσπιστούν μέτρα που σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν από αμφισβητήσιμα εώς απαράδεκτα. Σε μια εποχή που ο ολοκληρωτισμός διαχειρίζεται όλο και περισσότερες κοινωνικές σχέσεις. Η τύχη των «παιδιών μας» είναι μόνο μία πλευρά αυτής της διαχείρισης. Έτσι ο χημικός ευνουχισμός ή η νομική κατάσταση εξαίρεσης μοιάζουν σαν επιστροφή σε ένα ευγονικό παρελθόν. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν αναμνήσεις από το μέλλον.

 
 
       

Αυτονομία 2017