Αυτονομία
 

Antifascist Action

δείτε επίσης την αφίσα της εκδήλωσης

επιστροφή στην ενότητα:
αυτονομία > antifascist action > κείμενα

 

εκδήλωση - συζήτηση
Δευτέρα 20 Δεκέμβρη 2010

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ!

Ο «πόλεμος ενάντια στη φτώχεια» είναι μια τόσο παλιά ιστορία, όσο και ο καπιταλισμός. Κι ακόμα πιο παλιά. Εκείνα τα παλιά χρόνια το ζήτημα ήταν η «πάταξη της αλητείας», το οποίο είναι ένα άλλο όνομα για να περιγραφεί (τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών) το ίδιο πράγμα με σήμερα: το κυνήγι των «απόκληρων» και των «περιθωριακών» των πόλεων από τους (νεοδημιούργητους τότε) αστυνομικούς μηχανισμούς και το νομικό οπλοστάσιο του κράτους. Πέρασαν δεκαετίες και αιώνες από τότε και να που το καπιταλιστικό «σήμερα» ξαναγυρνάει στα «παλιά» για ν’ αντλήσει διδάγματα για το παρόν και το μέλλον. Δεν είναι η ιστορία που κάνει κύκλους, αλλά η καπιταλιστική και κρατική βαρβαρότητα που είναι πάντα επίκαιρη.
Ωστόσο δεν σκοπεύουμε να μιλήσουμε για τα παλιά εκείνα χρόνια. Παρότι θα ήταν χρήσιμο, μας ενδιαφέρει κυρίως ο «πόλεμος ενάντια στη φτώχεια», όπως τον διεξάγουν σήμερα τα κράτη και οι μηχανισμοί τους. Γιατί κρίνουμε πως την ιστορική περίοδο που ζούμε αλλά και τα χρόνια που θα ‘ρθουν, αυτός ο πόλεμος θα ενταθεί. Καθώς η κρίση πετάει όλο και περισσότερους «στα σχοινιά», καθώς η φτώχεια εντείνεται, τα κράτη και τ’ αφεντικά βλέπουν πίσω από κάθε επιμέρους «πρόβλημα» (που έχουν δημιουργήσει τα ίδια) μία μόνο «λύση»: περισσότερους μπάτσους. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ανησυχητικό...

περίσσεια βαρβαρότητας και περισσεύματα εργασίας

Πριν όμως μιλήσουμε για τους «φτωχούς» και τον πόλεμο εναντίον τους, βρίσκουμε απαραίτητο να υπενθυμίσουμε μερικά βασικά στοιχεία του εγκλήματος. Έχουν μεγάλη σημασία τόσο γιατί βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση του θέματος, όσο και για να καταλάβουμε (έστω και εκ των υστέρων) πως πρόκειται για κάτι που μεθοδεύεται εδώ και αρκετές δεκαετίες.
Εδώ και αρκετά χρόνια λοιπόν, στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, συμβαίνουν δύο παράλληλες και συμπληρωματικές εξελίξεις. Δεν συμβαίνουν παντού με την ίδια ένταση, αλλά έχουν σίγουρα κοινά χαρακτηριστικά. Η πρώτη εξέλιξη είναι πως τα ανεπτυγμένα κράτη εγκαταλείπουν σταθερά το κράτος πρόνοιας και τις παροχές του προς τους «αδύναμους». Εγκαταλείπουν δηλαδή τις παλιές ιδέες και πρακτικές περί «κοινωνικής δικαιοσύνης», όπως είχαν αποκρυσταλλωθεί στον, μετά τον β΄παγκόσμιο πόλεμο, καπιταλιστικό κόσμο. Έτσι οι άνεργοι, οι άστεγοι, οι πρεζάκηδες, όλες οι φιγούρες του «φτωχού» εν τέλει, θεωρούνται οι ίδιοι υπεύθυνοι για την κατάστασή τους και όχι το κοινωνικό πλαίσιο που παράγει τέτοια (και άλλα) φαινόμενα. Θεωρούνται «βάρος» για τους κρατικούς προϋπολογισμούς και στοχοποιούνται από την «νεοφιλελεύθερη» ιδεολογία και τους εξασφαλισμένους μικροαστούς οπαδούς της, σαν «τεμπέληδες» και τύποι που «ζουν από τα κρατικά επιδόματα».
Όμως η καπιταλιστική ιστορία απεχθάνεται το ιδεολογικό κενό. Στη θέση της «κοινωνικής δικαιοσύνης» και των συναφών ιδεολογιών, στρογγυλοκάθησε η ασφάλεια και η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας. Κι αυτή είναι η δεύτερη παράλληλη εξέλιξη: το κράτος πρόνοιας μετασχηματίζεται σε κράτος ασφάλειας (έως το σημερινό σημείο παροξυσμού) και οι μηχανισμοί του αποκτούν βαρύνοντα λόγο και ρόλο. Οι αθρόες προσλήψεις μπάτσων εδώ και χρόνια, την ίδια στιγμή που οι πολιτικές της πρόνοιας υποχρηματοδοτούνται και εγκαταλείπονται, δείχνουν καθαρά τις προθέσεις των κρατών και των αφεντικών. Στο εξής οι κυρίαρχες ιδεολογίες βλέπουν «προβλήματα εγκληματικότητας» και όχι «προκλήσεις κοινωνικής ενσωμάτωσης» ή κρατικής «βοήθειας».
Είναι ένα ερώτημα γιατί συνέβη αυτή η «στροφή» στις κρατικές πολιτικές και τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Κι αυτό το ερώτημα απαντιέται πολύ εύκολα, αν κοιτάξει κανείς γύρω του. Τ’ αφεντικά και τα κράτη προετοιμάζονταν από καιρό γι’ αυτό που συμβαίνει σήμερα. Ενίσχυαν τους αστυνομο/ιδεολογικούς μηχανισμούς τους γιατί ήξεραν ότι η φούσκα της «ευδαιμονίας» θα σκάσει. Και εννοείται πως δεν θα ήθελαν να «τους πάρουν τα σκάγια» αυτής της εκρηκτικής διαδικασίας που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και πάνω στις πλάτες μας. Σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να οχυρωθούν για τα «χειρότερα».
Κι η φούσκα έσκασε. Όπως είναι γνωστό η πραγματικότητα της κρίσης έχει εγκατασταθεί για τα καλά στην καθημερινότητά μας. Για όποιον έχει τα μάτια του ανοιχτά καθώς και τη θέληση να καταλαβαίνει τί «παίζεται» μπροστά στα μάτια του (μας), υπάρχουν πολύ γλαφυρές εικόνες από την καθημερινή ζωή για να περιγράψουν την κρίση. Για παράδειγμα, πέρα από τα άδεια μαγαζιά, πέρα από τα απούλητα εμπορεύματα, είναι η ανθρώπινη εργασία, το εμπόρευμα των εμπορευμάτων, που φαίνεται να βρίσκεται «στ’ αζήτητα». Και μπορεί κανείς κοιτώντας γύρω του να παρατηρήσει τι γίνεται γύρω από τους κάδους των σκουπιδιών.
Γύρω και μέσα στους κάδους σκουπιδιών συναντιούνται δύο ειδών εμπορεύματα: τα σκουπίδια / υπολείμματα εμπορευμάτων που έχουν καταναλωθεί (καταστραφεί) καταλήγουν μέσα στον κάδο και το (όλο και μεγαλύτερο) περίσσευμα εργασίας που ψάχνει κάτι «χρήσιμο» ή φαγώσιμο, γύρω τους. Σκουπίδια και άνθρωποι. Άνθρωποι και σκουπίδια. Ανθρώπινα «σκουπίδια». Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται μια «τελετουργία»: οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης με όλη τους τη δραματικότητα, εμφανίζονται κάθε μέρα ακριβώς έξω απ’ τα σπίτια μας, γύρω και μέσα στους κάδους. Το συμπέρασμα θα έπρεπε να είναι προφανές: στους κάδους σκουπιδιών «συνωστίζεται» συμβολικά και εν μέρει πραγματικά, το «περίσσευμα» του καπιταλιστικού κόσμου. Κι ακριβώς επειδή αυτό συμβαίνει κάθε μέρα επί χιλιάδες φορές, κάνει την εικόνα του «περισσεύματος» κοινότυπη. Κι αν είναι γνωστό που καταλήγουν τα σκουπίδια, η κατάληξη των άλλων «περισσευμάτων» (των ανθρώπινων) είναι αβέβαιη...

όπου «φτωχός»...

Έχουμε λοιπόν πλήθος ανθρώπων (που όλο και αυξάνεται λόγω των συνεπειών της κρίσης) στα όρια της επιβίωσης, ή πολύ κάτω απ’ αυτά. Άστεγους, ρακοσυλλέκτες, πρεζάκηδες, τσιγγάνους που διώχνονται από «δω» για να πάνε «εκεί», μικροπωλητές, άνεργους που χάνουν τα μέσα συντήρησής τους και μένουν τελικά άστεγοι. Ντόπιους και μετανάστες. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά υποκείμενα που συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε (ίσως και λίγο καταχρηστικά) φιγούρα του «φτωχού». Χρειάζεται να διευκρινίσουμε κατευθείαν πως αυτός ο χαρακτηρισμός δεν έχει καμία «αξιολογική» σημασία, ούτε και εμφορείται από μια ανέξοδη «λύπη» (μας) για την «τύχη» χιλιάδων ανθρώπων δίπλα μας. Θα τολμούσαμε να πούμε πως είναι ένας πολιτικός ορισμός και χαρακτηρισμός με την εξής έννοια: αν ο προλετάριος είναι εκείνος που στερείται τα μέσα παραγωγής και είναι υποχρεωμένος να πουλάει την εργατική του δύναμη για να επιβιώνει, τότε ο «φτωχός» είναι εκείνος που του έχουν στερήσει βίαια τα μέσα αναπαραγωγής, δηλαδή τους ίδιους τους τρόπους και τα μέσα για να επιβιώνει! Και εννοείται πως δεν συζητάμε για «πρόσβαση στην εργασία», εκτός αν αυτή μεσολαβείται με διάφορους τρόπους από τις μαφίες. Τέτοιες φιγούρες είναι αποκλεισμένες από κάθε άλλη «προοπτική». Η «φτώχεια» για την οποία μιλάμε, είναι μια διαδικασία βίαιης προλεταριοποίησης, τραβηγμένης έως τα έσχατα όριά της: εκεί που ακόμα και η απλή επιβίωση βρίσκεται διαρκώς υπό ερώτημα και αστυνομικό/ιδεολογικό κυνήγι. 
Κρίνουμε πως τα παραπάνω δεν είναι υπερβολικά και δικαιολογούνται επαρκώς από την πραγματικότητα. Μόνο να σκεφτεί κανείς σαν ενδεικτικό παράδειγμα την καθημερινότητα ενός αστέγου και τις δυσκολίες που έχει ακόμα και για απλά πράγματα, καταλαβαίνει καλά για τι πράγμα μιλάμε. Ένας άστεγος πρέπει να έχει μια «καβάτζα» για να κοιμάται, ένα μέρος σχετικά κοντά για τις βιολογικές του ανάγκες και φυσικά κάτι να τρώει. Έτσι ένας άστεγος είναι (ή μπορεί να είναι) ταυτόχρονα και ρακοσυλλέκτης και «επαίτης». Επίσης για να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες «λερώνει» την πόλη. Αυτήν την πόλη που γεννήθηκε η δημοκρατία και δεν ανέχεται την έκθεση της «φτώχειας» σε δημόσια θέα, ούτε αντέχει την «εξαθλίωση» και την «ανέχεια».
Κι εδώ ακριβώς έχουμε μια τερατώδη πλαστογράφηση: ενώ μιλάμε για ανθρώπους που είναι όχι απλά ταξικά προσδιορισμένοι με σαφή τρόπο αλλά, θα τολμούσαμε να πούμε, «σημαδεμένοι» απ’ αυτήν την ταξικότητα, οι κυρίαρχες ιδεολογίες και οι κάθε είδους νεροκουβαλητές τους, βλέπουν μόνο τ’ αποτελέσματα αυτής της κατάστασης. Φωνάζουν για την «καθαριότητα» των πόλεων και δεν βλέπουν τις συνθήκες ζωής αυτών των ανθρώπων. Γκρινιάζουν για «τα παιδιά των φαναριών» και αποστρέφουν το βλέμμα τους από τις συνέπειες της κρίσης. Με λίγα λόγια: διυλίζουν τον (ιδεολογικό) κώνωπα και καταπίνουν ολόκληρη την (ταξική) κάμηλο! Κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να «ξεχνάνε» τόσο τις καθημερινές δυσκολίες των «φτωχών», όσο και τις ατσάλινες συνέπειες της κρίσης, που οδηγεί πλήθος ανθρώπων σε παρόμοια κατάσταση.
Κι έχει γίνει «μόδα» στους υπηρέτες των κυρίαρχων ιδεολογιών να «διαμαρτύρονται» για την κατάσταση στη μία ή στην άλλη περιοχή της Αθήνας. Οι συνέπειες της κρίσης στην «εικόνα» της πόλης (και του πολέμου, για τους πρόσφυγες) χρεώνονται στα «θύματά» της! Αλλά η Αθήνα (και άλλες πόλεις) είναι μια πόλη-μέσα-στην-κρίση, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Η έκρηξη της «φτώχειας» είναι εμφανής τόσο στο κέντρο της, όσο και στις γειτονιές της. Περισσότεροι άστεγοι, περισσότεροι στα φανάρια, περισσότεροι πρεζάκηδες, περισσότεροι επαίτες, περισσότεροι ... Όσοι λοιπόν δεν τα «καταλαβαίνουν» αυτά, είτε ζουν (νοητά) ακόμα στην εποχή της «ευδαιμονίας», είτε συνειδητά αναπαράγουν τον κυρίαρχο λόγο περί «φτώχειας».

...και οι (κυρίαρχες) ιδεολογίες εναντίον του

« Άντε πάλι... Κάθε φανάρι τα ίδια. Θα κάνω ότι ψάχνω την τσάντα. Όχι. Θα κάνω ότι κοιτάω από την άλλη. Δεν έρχεται, εντάξει. Α, έρχεται. Θα του πω ότι δεν έχω. Θα είναι ψέμα. Ντρέπομαι. Δεν μπορώ όμως κάθε φανάρι και ευρώ. Ξεχάσαμε πόσο είναι το ευρώ... Πλησιάζει. Ο μπροστινός τού άνοιξε τους υαλοκαθαριστήρες. Θα πάρω το σοβαρό μου ύφος. Αυτό θα κάνω, θα πω αυστηρά όχι.»
(εφ. Καθημερινή 9/9/2010)

Το παραπάνω απόσπασμα είναι, υποτίθεται, «φιλάνθρωπο». Μας δίνει λοιπόν την δυνατότητα να ξεμπερδέψουμε μια και καλή (και εξαρχής) από κάθε σαβούρα ιδεολογικής «καλοσύνης». Εάν η «φιλάνθρωπη» αντιμετώπιση των «φτωχών» κινείται σε παρόμοια μονοπάτια, καταλαβαίνει κανείς τι συμβαίνει με την «απάνθρωπη». Η «φιλανθρωπία», η οποία παρεπιπτόντως είναι μια έννοια χριστιανικής προέλευσης, αρνείται να δει τις αιτίες του «κακού» και βλέπει μόνο τα αποτελέσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι παρά η «καλή» εκδοχή της διαχείρισης της κρίσης: κάποιοι βλέπουν «ανθρωπιστικά προβλήματα» εκεί που άλλοι βλέπουν «προβλήματα εγκληματικότητας και δημόσιας τάξης». Σε κάθε περίπτωση για τα «προβλήματα» γίνεται λόγος. Η επωδός της είναι η αναμενόμενη: «Προσωπικά ναυάγια και ιστορίες λυπητερές καθημερινών ανθρώπων που ξέπεσαν». Ούτε κουβέντα για τις αιτίες και πολύ περισσότερο για τις ενδεδειγμένες προλεταρικές απαντήσεις. Υποτίθεται λοιπόν πως το μεγάλο «ατού» της «φιλανθρωπίας» είναι η πρακτικότητά της: «δίνοντας από το υστέρημά σου» βοηθάς κάποιον να επιβιώσει. Τί συμβαίνει όμως αν αυτοί που θέλουν «βοήθεια» αυξάνονται; Τί συμβαίνει όταν το «υστέρημα» του καθενός δεν φτάνει; Μήπως δομές «ανώτερης τάξης» όπως είναι τα κράτη, είναι οι «κατάλληλες» για ν’ αναλάβουν τη «δουλειά»; Αναφερόμαστε στο κράτος, δηλαδή εκείνο το σύνολο μηχανισμών που έχει βασική ευθύνη για το πως έφτασε εδώ η κατάσταση. Από τη «φιλανθρωπία» στο κράτος, λοιπόν. Ίσως αναλάβει στο μέλλον και αυτό το ρόλο. Όχι βέβαια για να σώσει τους «αναξιοπαθούντες» συνανθρώπους μας. Αλλά για να οργανώσει καλύτερα την απόλυτη υποτίμησή τους και να τους μαντρώσει σε τίποτα στρατόπεδα εργασίας. Το καπιταλιστικό παρελθόν, που λέγαμε και στην αρχή, είναι γεμάτο «ιδέες», βάρβαρες ιδέες «αξιοποίησης» αυτών που «περισσεύουν».
Από κει και πέρα, ενάντια στους «φτωχούς» επιστρατεύονται (κυριολεκτικά) μια σειρά ιδεολογίες που σκοπό έχουν την υποτίμηση και την ανοιχτή απαξίωσή τους. Από την ναυαρχίδα του «νεοφιλευθερισμού», την ατομική ευθύνη, μέχρι τον, πάντα χρήσιμο, ρατσισμό στις πιο «εκλεπτυσμένες» εκδοχές του. Μιλώντας για τις ιδεολογίες του «νεοφιλευθερισμού», χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας πως είναι αυτές που έχουν κάνει ως τώρα την κυρίως «δουλειά» της υποτίμησης των «φτωχών». Έτσι η ιδεολογία λέει πως αυτοί (οι «φτωχοί) είναι απόλυτα υπεύθυνοι για την κατάντια τους και πληρώνουν τα λάθη που έκαναν στη ζωή τους. Το κράτος απ’ την άλλη μεριά, δεν θα πρέπει να επιδοτεί «αποτυχημένους» και «τεμπέληδες» με ορατή «ροπή προς το έγκλημα». Όμορφα και παστρικά λοιπόν, αυτή η ιδεολογία σκοπεύει να ξεμπερδεύει με τις αιτίες της «φτώχειας» και να τις φορτώσει στον καθένα σαν ατομική ευθύνη. Η αλήθεια βέβαια είναι πως τέτοιες απόψεις έχουν όλο και μικρότερη σχέση με την υλική πραγματικότητα λόγω της κρίσης, αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά της ιδεολογίας: η κατασκευή ψευδών συνειδήσεων. Και η δουλειά γίνεται ακόμα κι αν τα πάντα βοούν εναντίον της μιας ή της άλλης μυθολογίας. Γιατί το βασικό σήμερα είναι να δημιουργείται ένα μικρό, αλλά κρίσιμο, προπέτασμα ιδεολογικού καπνού, ικανό να θολώνει τις αντιθέσεις.
Ωστόσο οι ιδεολογίες της «ατομικής ευθύνης» δεν είναι καθόλου «μόνες» τους σ’ αυτή την προσπάθεια απαξίωσης των «φτωχών». Ιδεολογήματα περί απειλής της «δημόσιας υγείας» ή της «ποιότητας ζωής» (από τους «φτωχούς») έχουν κάνει εδώ και καιρό την εμφάνισή τους (καταρχήν εναντίον των μεταναστών εργατών/προσφύγων πολέμου) «υπερφαλαγγίζοντας» και ταυτόχρονα ενισχύοντας, τον κλασσικό ρατσιστικό λόγο. Εστιάζουν επίσης στα «αποτελέσματα της φτώχειας», αφήνοντας, φαινομενικά, στην άκρη την καταγωγή των «φτωχών» (μιλώντας για τους μετανάστες) αλλά και την τερατώδη ταξική πραγματικότητα που τους φέρνει σ’ αυτή την κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση σκοπός είναι να δημιουργηθεί ένα «ταξικό φράγμα» κι ένα μέτωπο ενάντια σ’ αυτούς που χτυπιούνται περισσότερο από την κρίση. Η μόνη διαφορά στις αιχμές της κυρίαρχης ιδεολογίας ενάντια στους «φτωχούς», είναι η «οπτική γωνία» της στοχοποίησης. Πότε μπαίνει μπροστά η «εγκληματικότητα», πότε η «δημόσια υγεία», πότε η «ποιότητα ζωής», κτλ...

πόλεμος (ενάντια στους «φτωχούς»)

Όπως είναι προφανές, οι ιδεολογίες στρώνουν το έδαφος και νομιμοποιούν την αντιμετώπιση της «φτώχειας» με αστυνομικούς και ωμά κατασταλτικούς όρους. Γιατί όταν έχουν στοχοποιηθεί εκείνες οι πλευρές της επιβίωσης των «φτωχών» (πλευρές της αναπαραγωγής τους με άλλα λόγια) που συμβαίνουν στο δημόσιο χώρο, είναι προφανές πως αυτές θα χτυπηθούν πρώτες από τους μπάτσους (αλλά και τις μαφίες). Κι αυτό είναι που συμβαίνει. Με ταιριαστή συμπληρωματικότητα κράτους και μαφιών. Αλλού μπαίνουν μπροστά οι μαφίες κι αλλού οι μπάτσοι. Το επίδικο αντικείμενο σε κάθε περίπτωση είναι το ίδιο: το χτύπημα της αναπαραγωγής των «φτωχών» κι αν πρόκειται για μετανάστες, ακολουθούν και τα «περαιτέρω»...
Το παράδειγμα της ευρύτερης περιοχής του Αγ. Παντελεήμονα είναι ενδεικτικό απ’ αυτή την άποψη: από το κλείσιμο της παιδικής χαράς έως την «απαγόρευση» συγκέντρωσης των μεταναστών σε συγκεκριμμένους δημόσιους χώρους, οι παρακρατικές μαφίες (και οι μπάτσοι σε δεύτερο πλάνο) έχουν προφανή στόχο το χτύπημα πλευρών της αναπαραγωγής αυτού του τμήματος του πολυεθνικού προλεταριάτου. Χτύπημα της αναπαραγωγής, ακόμα και των απλών, καθημερινών στιγμών της, που φτάνει μέχρι το σημείο του ανοιχτού ρατσιστικού πογκρόμ. Ο πόλεμος ενάντια στους «φτωχούς» επενδεδυμένος με μπόλικο ρατσισμό και φασισμό.
Κι αν συμβαίνει έτσι σ’ αυτή την περιοχή, αλλού έχουν την πρωτοβουλία οι «επίσημες αρχές». Έτσι οι μπάτσοι σε συνεργασία με τις υγειονομικές υπηρεσίες δήμων και υπουργείων εκκενώνουν καταλήψεις σπιτιών (με πρόσχημα την «δημόσια υγεία») και οι μαφίες (με φασιστικό προκάλυμα) στερούν από τους μετανάστες μια σειρά δημόσιους χώρους. Οι μπάτσοι και οι δημοτόμπατσοι κυνηγάνε τους μικροπωλητές και οι μικροαστοί τα βάζουν μ’ αυτούς που απλώνουν τα σκουπίδια γύρω από τους κάδους ψάχνοντας για κάτι «χρήσιμο».
Μ’ αυτόν τον τρόπο το κράτος της ασφάλειας και οι κοινωνικές του συμμαχίες μετακινούν τα όρια της «νομιμότητας» (εκ νέου) για να συμπεριλάβουν τις συμπεριφορές των «φτωχών». Κατασκευάζουν νέες νόρμες «νομιμότητας», εξορίζοντας απ’ αυτήν τους τρόπους και τα μέσα επιβίωσης των «απόκληρων». Άλλωστε είναι ενδεικτικό πως «εγκληματικότητα» δεν θεωρείται μόνο η εξατομικευμένη και, ποινικά κολάσιμη, συγκεκριμμένη πράξη αλλά εκείνο το πλήθος των συμπεριφορών που μπορεί να προκαλέσει «εγκληματικές» πράξεις. Κι οι «φτωχοί» σαν πρόσφορος στόχος, βρίθουν τέτοιων συμπεριφορών.

Εννοείται βέβαια πως ο πόλεμος ενάντια στους «φτωχούς», δεν θα μπορούσε παρά να έχει διακριτή θέση στους νόμους των κρατών. Κι αν οι νόμοι για την «αλητεία» είναι μια παλιά ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων, νέοι νόμοι ψηφίζονται σήμερα, στοχεύοντας ακριβώς στο χτύπημα ιδαίτερων συμπεριφορών αυτής της φιγούρας. Για παράδειγμα, στην Ιταλία πρόσφατα πέρασε νόμος όπου απαγορεύει την επαιτεία στα φανάρια, όπου για τους παραβάτες προβλέπονται βαριά χρηματικά πρόστιμα και άμεση απέλαση (για όσους είναι μετανάστες). Αλλού οι άστεγοι εκδιώκονται τόσο από τους κρατικούς μηχανισμούς, όσο και από τους (για λίγο ακόμα) «τακτοποιημένους» νοικοκυραίους, επειδή με την παρουσία τους «υποβαθμίζουν» την εικόνα μιας περιοχής. Είτε με νέους νόμους λοιπόν, είτε με την επικαιροποίηση κι επανενεργοποίηση των παλιότερων, η «φτώχεια» και οι φορείς της βρίσκονται σταθερά στο στόχαστρο του νομικού οπλοστασίου των κρατών. Πολύ περισσότερο σήμερα που οι συνέπειες της κρίσης «παράγουν» πλήθη νέων «φτωχών».

ο φασισμός δεν περισσεύει

Τον περασμένο Οκτώβριο ο υπ. υγείας Α. Λοβέρδος, μιλώντας για το που οφείλονται τα ελλείμματα των νοσοκομείων, είπε κατά λέξη: «... Είναι οι αλλοδαποί που δεν βρίσκονται νόμιμα στη χώρα και καταφεύγουν στο σύστημα υγείας δια των εφημεριών και νοσηλεύονται επί πολλές ημέρες. Τους δίδεται φαρμακευτική περίθαλψη χωρίς να πληρώνουν ευρώ...». Όσοι αναγνωρίσουν στην παραπάνω δήλωση μια έκφραση ακραίου «νεοφιλελευθερισμού» δεν θα έχουν άδικο. Δυστυχώς όμως είναι και πολύ περισσότερα: βάζοντας δίπλα στα ελλείμματα των νοσοκομείων τους μετανάστες, υπονοείται καθαρά πως «είναι πολλοί, είναι βάρος, περισσεύουν...». Εμμέσως «κοστολογείται» η ζωή των μεταναστών και βγαίνει «ακριβή» για τους ισολογισμούς των νοσοκομείων. Το κράτος (μη) πρόνοιας, στα «καλύτερά» του.
Πιαστήκαμε από την παραπάνω δήλωση, γιατί μας φαίνεται ενδεικτική μιας ανησυχητικής τάσης που, δίπλα στους «φτωχούς» (και τους μετανάστες), βάζει όλο και περισσότερο κάτι που θα ονομάζαμε, «λογιστική του περισσεύματος». Μια ξεκάθαρα φασιστική λογική, δηλαδή. Είτε το θέμα είναι τα νοσοκομεία, είτε η «υποβαθμισμένη» εικόνα του κέντρου της Αθήνας, είτε κάτι άλλο, το (όλο και λιγότερο) «κρυφό» συμπέρασμα είναι πως, «έτσι που έχει η κατάσταση δεν μπορούν να επιβιώσουν όλοι. Κάποιοι δεν θα τα καταφέρουν, κάποιοι περισσεύουν». Αυτή η (συλ)λογιστική είναι ανοιχτά φασιστική, ακόμα κι αν αυτοί που την εκφράζουν ορκίζονται στο όραμα του «σοσιαλισμού», ή όπου αλλού τραβάει η ψυχή τους. Γιατί πάνω στους πολιτικούς και οικονομικούς ισολογισμούς της κρίσης αποφασίζεται η (δυσοίωνη) «τύχη» του περισσεύματος της εργασίας. Πάνω στη συγκυρία χτίζεται η νεο-ολοκληρωτική διαχείριση όσων θεωρούνται «περιττοί».
Ζούμε στην εποχή που οι εξουσίες χρησιμοποιούν όλο και πιο εντατικά συμβολισμούς και αλληγορίες, για να περιγράψουν την δραματικότητα της κατάστασης. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πριν λίγους μήνες έλεγε, σαν καλός καπετάνιος, πως «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», για να δικαιολογήσει τα «μέτρα» μέσα στην κρίση. «Το πλοίο γέμισε», έλεγαν οι ανά την Ευρώπη φασίστες, θέλοντας να δείξουν πως οι μετανάστες είναι «πάρα πολλοί». Πατώντας ακριβώς πάνω σ’ αυτές τις αλληγορίες, ο νέος ολοκληρωτισμός συντίθεται στην «αναγκαιότητα» να πεταχτεί από το πλοίο η «περιττή σαβούρα», μπας και μ’ αυτόν τον τρόπο «δεν βουλιάξουμε». Το ταξικό «περίσσευμα» στον πάτο: αυτή είναι η στόχευση του ταξικού πολέμου ενάντια στους «φτωχούς». Και βέβαια συνολικά του ταξικού πολέμου, όπως τον διεξάγουν τα κράτη, τ’ αφεντικά και οι κοινωνικές τους συμμαχίες.   
Στον αντίποδα, από τη δική μας ταξική σκοπιά, οι «φτωχοί» είναι ένας από τους «φάρους» για να συνειδητοποιήσουμε πού οδηγείται αυτός ο κόσμος. Ένας ταξικός φάρος στην πιο πυκνή ομίχλη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Κι ας είναι τόσο πολλοί αυτοί που κολυμπάνε στη θάλασσα της βλακείας, μην καταλαβαίνοντας τι γίνεται πέρα από τη μύτη τους. Η επέλαση του νέου ολοκληρωτισμού δεν επιφυλάσσει σωσίβια για κανέναν...

     

Αυτονομία 2017